CRIPPLED BLACK PHOENIX: “Bronze”

Με καταγωγή και έναρξη της διαδρομής το Ηνωμένο Βασίλειο το 2004, οι Crippled Black Phoenix αποτελούν ουσιαστικά το μουσικό όχημα του πολυοργανίστα Justin Greaves.

Όντας από το ξεκίνημα μια κολεκτίβα 7 μουσικών με παράλληλες υποχρεώσεις σε διάφορα ετερόκλητα σχήματα όπως οι Iron Monkey, Electric Wizard, Mogwai, Gonga κι άλλα, το ηχητικό αποτέλεσμα του γκρουπ απορρόφησε αρκετά ιδιαίτερα στοιχεία άλλων ιδιωμάτων και διαμόρφωσε ένα φλοιό που απέσπασε πολλούς διαφορετικούς χαρακτηρισμούς.

Με μια δισκογραφική προσφορά που μετρά ήδη 9 στούντιο άλμπουμ, ένα mini L.P., δυο E.P. πολλά single κι αλλαγές στη σύνθεση, έχουν παράλληλα πειραματιστεί και στις ζωντανές τους εμφανίσεις, κάνοντας live σε ιδιαίτερους χώρους χρησιμοποιώντας ακόμη και βικτωριανά μουσικά όργανα μαζί με τα δικά τους.

Ο “Χαλκός” βαφτίζει σύντομα κι απόλυτα το νέο τους άλμπουμ: ένα κράμα χαλκού που περιέχει κι άλλα μέταλλα κι αμέταλλα στοιχεία που του προσδίδουν ιδιαίτερες ιδιότητες. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος άρχισε χιλιάδες χρόνια πριν την εξόρυξή του, το λαμπερό στοιχείο άλλαξε τη ροή της ιστορίας, φέρνοντας πολέμους και καταστροφές αλλά αποτελώντας ταυτόχρονα και την πρώτη ύλη για τη δημιουργία κομψοτεχνημάτων μοναδικής ομορφιάς. Όλον αυτό το συμβολισμό της σημασίας του μοιραίου στοιχείου βρίσκουμε στο “Bronze”, μαζί με τη μάχη και την αντίσταση στους εσωτερικούς δαίμονες. Δεν είναι άλλωστε πια μυστικός ο αγώνας και η προσωπική πάλη του Justin Greaves ενάντια σε μια σοβαρής μορφής κατάθλιψη.

Ολόκληρο το άλμπουμ περιφέρεται για περίπου μια ώρα κάτω από ένα βαρύ, γκρίζο ουρανό. Μόλις ο ακροατής περάσει το σκοτεινό ambient τούνελ του “Dead imperial bastard” έχει ήδη υποβληθεί και οριοθετηθεί από τη βαριά κορνίζα του “Bronze”. Διασχίζοντας και το πλήρες “Deviant burials” έχει σχεδόν αναγνωρίσει όλη την παλέτα του. Ο πελώριος ήχος του δίσκου και στις βαριές εντάσεις των παγωμένων ριφ και στα μελωδικά αλλά πικρά ξέφωτα, μεταφέρει μια απόκοσμη, γοτθική λύπη. Αυτό είναι και το σημαντικότερο στοιχείο που δίνει στο “Bronze” μια ανίκητη, συμπαγή ομοιογένεια, αυτή που μόνο πραγματικά μεγάλα άλμπουμ έχουν.

Αυτές οι μικρότερες δοσολογίες ιδιωμάτων κρατούν το αποτέλεσμα των Crippled Black Phoenix μακριά από την προβλεψιμότητα της συνηθισμένης αναδυόμενης εξέλιξης των κλασσικών post rock τραγουδιών, όπως ταυτόχρονα τους εμποδίζουν να δοθούν ολοκληρωτικά στο σκοτεινό, παχύ groove των Black Sabbath που συχνά πυκνά έρχεται φιλτραρισμένο και με τη συνοδεία επίμονων βιβλικών τυμπάνων στα δυνατά μέρη του άλμπουμ. Πίσω από όλα αυτά, η αρχέγονη, μελαγχολική, Αγγλική μελωδικότητα των Floyd υποβόσκει, σχεδόν μόνιμα (καθόλου απρόβλεπτο και παράξενο για ένα γκρουπ που στο παρελθόν κυκλοφόρησε Ε.Ρ. με αποδόσεις τραγουδιών των Pink Floyd).

Η καρδιά κι ο πυρήνας της λύπης και της κατάθλιψης του Greaves μοιάζει να ξεσκεπάζεται στο μαύρο “Scared and alone” με τη φωνή της Belinda Kordic. Το περιγραφικό στις ανατροπές του “Winning a losing battle” μάλλον λυτρώνει και ανακουφίζει πριν το εξόδιο “We are the darkeners”που με το υμνικό, δυναμικό του ύφος μας τραβά ξανά έξω από το τούνελ του “Bronze”.

Μέσα στην ευρύτερη rock κοινότητα όπου οι διαφορετικοί παρατηρητές άγονται και φέρονται ανάμεσα στα ονόματα των Pink Floyd, Hawkwind, Black Sabbath, Voivod και πολλών άλλων για παραλληλισμούς , είναι πια φανερό πως έχουμε να κάνουμε με κάτι ευρύ και σπουδαίο. Πίσω από τα τείχη των ριφ και τα ambient ξίφη, ο χαλκός συνεχίζει να ρυθμίζει τη ροή της ιστορίας.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 430 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…