MEGADETH

Ζωάρα μάγκες, έτσι;

Ελλάδα και καλοκαίρι. Δεν χρειάζονται να επεξηγηθούν και πολλά, αυτές οι δυο λέξεις λένε τα πάντα κι όχι μόνο για τους ιθαγενείς αυτής της ταλαιπωρημένης χώρας που τη συγκεκριμένη εποχή λες και έχει φάει δυο καρτέλες υπνοστεντόν, λησμονά τις κακουχίες, τις μελαγχολίες και τα καθημερινά ζόρια και έχει το ύφος της coolαμάρας, ενός “στα τέτοια μας, δεν πα να ανατιναχτεί το άπαν Σύμπαν, πιάσε ρε Τζο μια παγωμένη, στέγνωσε ο στόμας μου” τεμπέλικου σταρχιδισμού, της δροσερής καρπουζίλας, των παγωτών, των “Να σε ρωτήσω κάτι; Τι παιδί είσαι εσύ;”, των λουκουμάδων, των αχινών, των θαλασσινών “μπλιάχ ρε, τι είναι αυτό που επιπλέει; άντε να χαθούν οι τουρκόγυφτοι ναούμε!”, των ηλιοβασιλεμάτων, των hangover, των “I am greek lover baby” περιστασιακών ερώτων (ουάν νάιτ σταντ το λένε γιαγιάκα, στην εποχή σου το λέγανε “Πάμε Μήτσου μ’, μη μας δεί η παπαδιά”). Ζωάρα μάγκες…



Ψάρωσες ε; Τι λέει αυτός ο ταλαίπωρος; Αφιέρωμα στους Megadeth θα κάνει ή θα κάθεται εδώ να γράφει αράδες από τα καρβέλια που ονειρεύεται; Για μισό λεπτό. Πως είπες; Αφιέρωμα στους Megadeth; “Αφιέρωμα στους Megadeth και σύντομα”. Αρχισυντάκτης είναι αυτός, καλό παιδί, τσίφτης, καραμπουζουκλής (μας έστειλε και μπλουζάκια, ναι σου λέω, πρόπερσι), μούσι έχει, ε, να μην του κάνουμε το χατίρι μανάρι μου; Έρχονται και για live οι Mustaine & Cο στις αρχές Ιουλίου (στις 5) στην Ελλαδίτσα μας, νταξ, λέει να κάνω να σε δω μια βδομάδα και να κάτσω να γράψω μερικές αράδες για αυτούς. Υπεράνω όλων η Τέχνη! (ναι μωρό μου, για το μπραζίλ σου λέω)…



Λοιπόοον, ξεκινάμε. Και φυσικά ως σημείο εκκίνησης δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από τη γέννηση του Πατέρα των Megadeth, του κιθαρίστα / τραγουδιστή Dave Mustaine ο οποίος πρωτοαντίκρισε το φως της ημέρας στις 13 Σεπτεμβρίου του 1961 στη La Mesa της ηλιόλουστης Καλιφόρνια, απόγονος της Emily και του γαλλοφινλανδού John Mustaine. Η καταγεγραμμένη ιστορία αναφέρει ότι δεν πέρασε και την καλύτερη παιδική ηλικία, όντας ο ίδιος ατίθασος χαρακτήρας και καθόλου συμβατός με την διαπαιδαγώγηση των γονιών του οι οποίοι ακολουθούσαν το δόγμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Και όπως έχει συμβεί σε πάμπολλες ανάλογες περιπτώσεις και για τις εποχές που αναφέρουμε στην ήρεμη ιστορικά περίοδο των Η.Π.Α., το παγκοσμίως επελαύνον τότε heavy metal υπήρξε ένας φυσικός χώρος ανάπτυξης τέτοιων χαρακτήρων όπως του Dave Mustaine.



Κι η αμιγώς μουσική μας ιστορία ξεκινά κάπου εδώ. Την ώρα και τη στιγμή που ο Dave Mustaine συναντά τον drummer Mike Leftwych, τον μπασίστα Bob Evans, τον ρυθμικό κιθαρίστα Tom Quecke και τον τραγουδιστή Pat Voeks. Γεννιούνται έτσι οι Panic, με τον Dave να αναλαμβάνει τη lead κιθάρα. Ωστόσο η πορεία του νεότευκτου αυτού σχήματος έληξε άδοξα, όταν σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα μετά από το δεύτερο live των Panic, έχασαν τη ζωή τους ο ηχολήπτης και ο Mike Leftwych.



Μετά από αυτό το τραγικό συμβάν, ο Mustaine στα τέλη του 1981 ενώνεται με τους Metallica, απαντώντας σε μια αγγελία του drummer Lars Ulrich ο οποίος αναζητούσε lead κιθαρίστα για την μπάντα του και παίρνει τη θέση χωρίς να περάσει καν από ακρόαση. Πολλά γράφτηκαν για αυτήν την πρώιμη περίοδο των Metallica, χιλιάδες δηλώσεις εκατέρωθεν για το τι συνέβη μεταξύ τους όσο συνυπήρχαν ως σχήμα, πάντως η συνύπαρξη αυτή ήταν βραχύβια. Ο Mustaine απομακρύνθηκε / απολύθηκε ακριβώς την ημέρα που οι Metallica έφταναν στη Νέα Υόρκη για να ηχογραφήσουν το θρυλικό “Kill ’em All” debut, με τις κατηγορίες τις καταχρήσεις αλκοόλ και ναρκωτικών καθώς και της εξαιρετικά βίαιης συμπεριφοράς του. Στην κυριολεξία τον “γύρισαν” πίσω με το επόμενο λεωφορείο μαζί με τον εξοπλισμό του!

Από την άλλη ο Mustaine καταφέρθηκε εναντίον των Metallica για “εντελώς απροειδοποίητη πράξη” από μέρους τους (βέβαια ο πόλεμος δηλώσεων κορυφώθηκε την περίοδο που ακολούθησε την κυκλοφορία του “Kill ’em All” και του “Ride The Lightning” το Μάρτιο του 1984 και με την αναγραφή του ονόματος του Mustaine ο οποίος συνυπέγραφε τέσσερις συνθέσεις από το πρώτο και δυο από το δεύτερο).



Μετά από πολλές εσωτερικές συγκρούσεις λοιπόν, ο Mustaine αποχώρησε από τους Metallica και επέστρεψε στην Καλιφόρνια για να ζήσει με τη μητέρα του. Εκεί συνάντησε τον κιθαρίστα Robbie McKinney και τον μπασίστα Matt Kisselstein με τους οποίους δούλευε ως τηλεπωλητής. Αφού εξασφάλισε ένα χρηματικό ποσό, μετέβησαν όλοι σε ένα διαμέρισμα του Hollywood και έφτιαξε ένα τρίο που παρόλη την επίση βραχύβια πορεία του, έπαιξε καθοριστικό ρόλο, αφού μετά την αντικατάσταση των McKinney και Kisselstein, ο Dave Mustaine συνάντησε τον κιθαρίστα Greg Handevidt και τον μπασίστα Dave Ellefson (γεννημένος στις 12 Νοεμβρίου του 1964).

Κι έτσι γεννήθηκαν οι Fallen Angels. Κάποια στιγμή προσλήφθηκε και μια κοπέλα ονόματι Lawrence Kane στο line up, η οποία δεν έμεινε πολύ, αλλά είναι δική της επινόηση το όνομα Megadeth, με το οποίο προέτρεψε τον Mustaine να μετονομάσει την μπάντα του, μιας και ήξερε ότι ο Mustaine έχει ήδη ένα κομμάτι με τίτλο “Megadeth” (το οποίο θα εμφανιστεί πολύ αργότερα με τον τίτλο “Set the World Afire”). Με την προσθήκη του Dijon Carruthers, η σύνθεση των Mustaine, Ellefson, Handevidt και Carruthers μπορεί να θεωρηθεί η απαρχή των…



…MEGADETH! Βρισκόμαστε στο 1984. Ο Mustaine μετά από πολλές ακροάσεις διαφόρων τραγουδιστών αποφασίζει να αναλάβει εκτός από τη lead κιθάρα και τα φωνητικά της μπάντας του. Οι Megadeth έχουν γράψει το “Last Rites” ένα demo tape τριών τραγουδιών με τον drummer Lee Rausch και δίνουν κάποια shows. Σε κάποια από αυτά συμμετέχει κι ο κιθαρίστας Kerry King (φοβερός “έρωτας” για τον Mustaine, κανείς δεν ξέρει ουσιαστικά το γιατί, αλλά ο θηριώδης σάλτας κιθαρίστας έχει ανοίξει πολλές φορές το γαμώστομά του εκτοξεύοντας ωκεανούς χολής εναντίον του Mustaine, για όλους τους πιθανούς λόγους που φαντάζεσαι, συμπεριλαμβανομένου και της Άλωσης της Κωνσταντινουπόλεως) ο οποίος αποχωρεί μέσα σε μια εβδομάδα λόγω των υποχρεώσεών του με τους Slayer.

Ο Rausch αντικαθίσταται (του ζήτησε ο παλαβιάρης να παίξει με σπασμένο πόδι) από τον jazzίστα drummer Gar Samuelson (έναν από τους πιο επιδραστικούς drummer στην ιστορία του thrash metal, Εν Ειρήνη μεγάλε, έφυγε στις 14 Ιουλίου του 1999 από κίρρωση ήπατος), οι Mustaine, Ellefson και Samuelson ηχογραφούν ένα ακόμη demo ως trio, το οποίο έπεσε στην αντίληψη ενός επίσης jazzer κιθαρίστα και φίλου του Samuelson, του Chris Poland. Τα πράγματα πήραν το δρόμο τους και η μπάντα υπέγραψε στα τέλη του 1984 συμβόλαιο με την Combat Records.



Και μπαίνουμε στο ψητό. Ιούνιος του 1985 και κυκλοφορεί το πρώτο full length LP των Megadeth, το θεμελιώδες για το thrash metal κίνημα “Killing Is My Business… and Business Is Good!”. Ένας φοβερός δίσκος, τουλάχιστον το ίδιο επιθετικός και ωμός όσο αυτός των μισητών Metallica, με κομμάτια – σήματα κατατεθέντα μιας παρόμοιας μεν τεχνοτροπίας των προαναφερθέντων (μην ξεχνάμε ότι τότε ακόμη και ο όρος “thrash” δεν είχε ευδοκιμήσει πλήρως στις συνειδήσεις των φίλων της μουσικής ακρότητας), αλλά ίσως γρηγορότερο υλικό, σαφώς πιο ωμό (με μια απαίσια παραγωγή από τον Mustaine, αλλά αυτό σίγουρα δεν ενδιαφέρει στην εν λόγω κυκλοφορία) που εν πολλοίς συνορίζει το είδος – μην ξεχνάμε ότι ο Mustaine έχει δηλώσει ότι αρκετό υλικό του “Killing Is My Business… and Business Is Good!” έχει γραφτεί ως αντίδραση που κομμάτια όπως τα “The Four Horsemen”, “Jump in the Fire”, “Phantom Lord” και “Metal Militia” των Metallica απλά άλλαξαν ανεπαίσθητα με συνέπεια να αποδοθούν τα credits σε άλλους, υποβαθμίζοντας τη συνεισφορά του Mustaine.



Πάρα πολύ καλός δίσκος, με την εμφάνιση της eternally ένρινης χαρακτηριστικής φωνής του Dave Mustaine, τα πολύ τεχνικά riff του (που έχει παραδώσει σε μεγάλο ποσοστό τα ινία του lead guitaring), τα “κουλά” solo (φυσικά, εν έτει 1985 εθεωρείτο και λίγο έγκλημα αν σόλιζες εντέχνως επί thrash) του Poland, το τρελαμένο ρυθμικό δίδυμο και κομμάτια όπως το ομώνυμο, η διασκευή του “These Boots” της Nancy Sinatra, με στίχους αλλαγμένους από τον Mustaine, το οποίο δέχθηκε σφοδρές κριτικές από τον original συνθέτη Lee Hazlewood, ο οποίος απαίτησε να μην περιληφθεί το κομμάτι στο album, το φοβερό “Rattlehead” και το “Mechanix”. Ένα φοβερό ντεμπούτο, άξιος πρόλογος μιας περίλαμπρης πορείας.



Η μπάντα βγαίνει σε περιοδεία με τους Exciter στον Καναδά και ο sessionάς κιθαρίστας Mike Albert αντικαθιστά προσωρινά στα live τον Chris Poland ο οποίος ήταν για τα καλά χωμένος στην ηρωΐνη. Περνά μια περίοδο αποθεραπείας, επανέρχεται στους Megadeth και η μπάντα ξεκινά να γράφει υλικό για το δεύτερο της album. Ταυτόχρονα αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτοι καρποί της κυκλοφορίας και των συναυλιών προώθησης του πρώτου album τους. Η πολυεθνική Capital Records τους προσεγγίζει και εξαγοράζει τα δικαιώματα για την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου των Megadeth…



…του ορόσημου “Peace Sells… but Who’s Buying?”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1986. Το πασίγνωστο MTV χρησιμοποιεί το single “Wake Up Dead” στα promo trailer του και… παγκόσμια αναγνώριση εν μια νυκτί. Τι ήταν όμως το “Peace Sells… but Who’s Buying?” αυτόνομα; Τίποτα λιγότερο από πολύ εξελιγμένο thrash metal, σε όλους τους τομείς. Σκληρή, πριμαριστή παραγωγή από τον Randy Burns, στίχοι που απείχαν από τα zobie / horror θέματα που κυριαρχούσαν στο χώρο, κάνοντας πολλούς “intellectual” ακροατές να στρέψουν επίσης το βλέμμα τους σ’ αυτά τα τέσσερα τσογλάνια.

Πολύ όμορφα riffs, τεχνικά, πλήρως αποστασιοποιημένα της tapa tupa κλισαδούρας, solos επιτέλους δομημένα και metal γκαύλα, πλήρως αποτυπωμένη σε ύμνους του thrash κινήματος όπως στο ομότιτλο έπος, στη διλογία “Good Mourning / Black Friday” (σε θέλω όπως η κανέλα το ρυζόγαλο, αχ!), στη διασκευή του “I Ain’t Superstitious” του Willie Dixon, στο φοβερό “Devils Island” και στον ύμνο “My Last Words”, ένα αραβούργημα US heavy metal φαντασίας, κατ’ ευθείαν από τα σπλάχνα των Diamond Head (δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω το ρόλο που έπαιξαν οι ανωτέρω Θεοί στο thrash, με μια λέξη, το βασικό ρόλο μαζί με τους Venom και Motorhead). Απαραίτητο album για όποιον θέλει να μπει στην εξελικτική ουσία του κινήματος. Διασκέδαση, πόρωση και εποικοδομητικό ξύλο.



Ακολουθούν φυσικά παγκόσμιες περιοδείες, κάποιες συμμετοχές σε soundtrack μεγαλεπήβολων κινηματογραφικών παραγωγών που μεγαλώνουν το όνομα των Megadeth, αλλά και κάποια προβλήματα κάνουν την εμφάνισή τους. Ο Mustaine θεωρεί ότι οι Poland και Samuelson δεν την παλεύουν πλέον με τα ναρκωτικά και τους απολύει αντικαθιστώντας τους με τον “νέο στην πιάτσα”, τρομερά καταρτισμένο κιθαρίστα Jeff Young και τον τεχνικό του Samuelson, Chuck Behler στα drums και οι Megadeth μπαίνουν στο studio για να ηχογραφήσουν τον διάδοχο του “Peace Sells… but Who’s Buying?”. Ένα κρίσιμο βήμα, όπως είναι το τρίτο album κάθε μπάντας (όντως, αυτό έχει επιβεβαιωθεί από την ιστορία).

Βγαίνοντας από το studio, οι Megadeth κρατούν ένα κόσμημα στα χέρια τους. Το “So Far, So Good… So What!” κυκλοφορεί τον Ιανουάριο του 1988 και κάνει πάταγο, αφήνοντας πολλά στόματα ανοιχτά. Κομμάτια – αιώνιοι ύμνοι όπως το “In My Darkest Hour”, το instrumental “Into The Lungs of Hell” κι η συνέχειά του, “Set the World Afire”, ανοιχτή κόντρα μπροστά σε θεσμοθετημένους δικτάτορες όπως η PMRC μέσω του “Hook In Mouth”, η καλή κίνηση managementικώς να συμπεριλάβουν τη διασκευή του “Anarchy In The U.K.” με τη συμμετοχή του ίδιου του Steve Jones, κιθαρίστα των Sex Pistols, ήταν κάποιοι από τους φαινομενικά κύριους λόγους της αύξησης της δημοτικότητας των Megadeth στους κόσμους των metallers.



Μην ξεχνάμε όμως και το ρόλο που έπαιξαν τα ναρκωτικά στην ψυχοσύνθεση του ηγέτη, κάτι που ουσιαστικά είναι και το γενικό concept του “So Far, So Good… So What!”. Κομμάτια όπως το “502” ή το “Liar” δείχνουν μια άκαμπτη επιθετικότητα, σκιαγραφώντας εν πολλοίς μια μάλλον αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα που προσπαθεί απεγνωσμένα να αυτοπροσδιοριστεί. Αλλά και ηχητικά, το album ακούγεται τρομερά αμβλυμμένο – έξοχη η μίξη από τον Paul Lani, η πριμαριστή λαμαρινιά έδωσε τη θέση της στο σοφιστικέ παίξιμο του Jeff Young ο οποίος τεχνικά ήταν επαρκέστατος, χωρίς να χρειάζεται να προσφεύγει σε “ασφαλείς” punkies και στο λιγότερο ενθουσιώδες, αλλά πιότερο συμπαγές υπόβαθρο του  Chuck Behler ο οποίος σοφά έκανε χρήση του προσωπικού του στυλ.

Επίσης απαραίτητο album, δεν τίθεται αμφιβολία, η ιστορία έδειξε ότι αυτό το album εξέλιξε το thrash, το εμπλούτισε με πολλά στοιχεία κλασσικού heavy metal και ήταν από τις πρώτες αξιωματικές μούντζες σε όσους θεωρούσαν το metal ως απλό βαβουριάρικο θόρυβο. Μια φοβερή κυκλοφορία η οποία ωστόσο φαντάζει πολύ λίγη μπροστά σε αυτό που ακολούθησε…



Οι Megadeth εμφανίζονται στο φημισμένο festival Monsters of Rock και λίγο μετά ο Mustaine απολύει τον Jeff Young, κατηγορώντας τον ότι την έπεσε στην τότε κοπέλα του (ναι καλά, μας έπεισες), απολύει και τον Chuck Behler και μπαίνει στο studio ως παραγωγός των Sanctuary για το debut τους “Refuge Denied” (για τη “δουλειά” του αυτή ίσως και να του αξίζει λιθοβολισμός, δεν ξέρω, θα ρωτήσω τη μάνα μου κάποια στιγμή, οι μανάδες έχουν πάντα δίκιο).

Έρχεται ο drummer Nick Menza στην μπάντα (πρόσφατα “έφυγε” κι αυτός, Εν Ειρήνη Μεγάλε +), αλλά πλέον τα προβλήματα του Mustaine με τα κάθε λογής ναρκωτικά είναι ανεξέλεγκτα. Συλλαμβάνεται καθώς οδηγεί έχοντας μέσα στον οργανισμό του πλήθος ουσιών και μπαίνει σε πρόγραμμα αποκατάστασης (το πρώτο από τα 17 προγράμματα απεξάρτησης που εξαναγκάστηκε να ακολουθήσει – ζμπούτσα τ’, τους έγραφε όλους, n’ est pas?).

Με το έμπα της δεκαετίας του 1990, ξεκινούν οι ακροάσεις για τη χηρεύουσα θέση του lead κιθαρίστα την οποία τελικά καπαρώνει ο βιρτουόζος Θεούλης Marty Friedman ο οποίος προήλθε από τους Cacophony, ένα σχήμα που συνέθετε κιθαριστικά όργια με τον έτερο Θεούλη Jason Becker, μια φιλόδοξη, τουλάχιστον τεχνικώς πλήρωση, του roster. Ηχογραφούν το “Rust In Peace” και βγαίνουν στην “Clash of the Titans” περιοδεία με τους Slayer, τους Suicidal Tendencies και τους Testament, ενώ ταυτόχρονα κυκλοφορεί και TO album.

Θα παρατήρησες τα caps στο άρθρο. Ναι φίλε μου Κώστα (σχεδόν πάντα γράφω έχοντας νοητά απέναντι μου κάποιον και στο παρόν επέλεξα τον φίλο μου τον Κώστα τον Μπουρδάκο – τι γιατί; Γιατί είναι φίλος και έτσι γουστάρω, δημοκρατικά πράγματα), το τέταρτο album των Megadeth, το “Rust In Peace” είναι ΤΟ album. Κι όχι μόνο για τους Megadeth. Είναι από τα καλύτερα albums που κυκλοφόρησαν από καταβολής heavy metal, συνθετικά, τεχνικά, στιχουργικά και σε όποιον άλλον τομέα θέλεις.

Καταπληκτική παραγωγή από τον Mike Clink, με ροή σαν ανέμελο κατούρημα στην ύπαιθρο, έξοχη κιθαριστική δουλειά από τον Friedman αλλά και από τον Mustaine, ο οποίος πλέον δεν κρύβει την προσωπική του εκτελεστική δεινότητα προδιαγραφών εξίσου guitar hero όπως ο συνεργάτης του – ένας μουσικός που όντως διεύρυνε τους ορίζοντες των Megadeth, δικαιώνοντας απoλύτως τον Mustaine για την επιλογή του – ακριβέστατη συνεργασία μεταξύ Menza και Ellefson (ο Junior δικαίως λειτουργούσε ως έτερον ήμισυ του Mustaine πολύ διακριτικά, ήξερε πάντα ποιός είναι ο leader κι ίσως η χημεία των Megadeth τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να όφειλε πολλά στην εσωτερική σχέση των δυο – από παλιά – συνεργατών), στιχουργική καυτηρίαση των πάντων κακώς κειμένων που ταλανίζουν τον κόσμο μας κι έμπνευση. Απίστευτη έμπνευση.

Ακόμη θυμάμαι σαν χθες να ακούω με απλανές βλέμμα τους καθηλωτικούς ύμνους που ξέβρασε ο καρκινωμένος εγκέφαλος του Mustaine, κουτουλιές track-by-track από τα “Holy Wars… The Punishment Due “, “Hangar 18 “ (πόσα εκατομμύρια άνθρωποι να έπιασαν κιθάρα εξαιτίας του clip του, ε μαν;), “Tornado of Souls “, “Rust in Peace… Polaris “ κι όλα ανεξαιρέτως τα υπόλοιπα. Σημείο καμπής για τους ίδιους τους Megadeth, μια μπάντα που στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο έχει αγγίξει ποιοτικά ένα δυσθεώρητο καλλιτεχνικό ύψος. Φοβερό album, από τις κορωνίδες της μουσικής μας, αναγκαίο για όποιον θέλει να φέρει επάξια τον τίτλο “thrasher” στο κούτελό του.



Η δημοτικότητα των Megadeth με τον έναν ή τον άλλον τρόπο γιγαντώνεται κι η μουσική βιομηχανία πίσω τους εκμεταλλεύεται κάθε πιθανή ικμάδα κέρδους, εξασφαλίζοντάς τους εμφανίσεις σε μεγάλα events, προωθητικές συνεργασίες στο χώρο του κινηματογράφου και όλα τα παρελκόμενα του glam system στο rock (κάτι που πλέον θα πρέπει να θεωρήσεις ως μόνιμο κατεστημένο πλέον). O Mustaine παντρεύεται (θυμάσαι το “ναι καλά, μας έπεισες” ανωτέρω; Χε χε χε), αποκτά κι έναν γιό (δεν με κέρασε, του το κρατάω αυτό), ενώ μουσικά, συνεργάζεται στο album επανασύνδεσης των Diamond Head “Death and Progress”.

Μέσα του 1992 και οι Megadeth κυκλοφορούν με την ίδια σύνθεση τον πέμπτο τους δίσκο “Countdown to Extinction”, το πιο εμπορικό τους album που τους έκανε γνωστούς σε όσους εναπομείναντες δεν τους είχαν ξανακούσει. Κατευθείαν στα Top όλων των σχετικών charts, οι Megadeth έδειξαν ένα πιο “mainstream” πρόσωπο (με την καλύτερη δυνατή έννοια του όρου όμως) και αυτό οφείλεται μάλλον στη συνθετική ζωντάνια του album αυτού.



Περφεξιονιστική, πληθωρική παραγωγή πολύ υψηλού κόστους από τον Max Norman, εχέγγυο ηχητικής πανδαισίας, εκπληκτικές συνθέσεις σαν το ομότιτλο, το “Foreclosure of a Dream”, το “Sweating Bullets”, το “This Was My Life” ή το “Ashes in Your Mouth”, εν γένει αντιπολιτική ρεφρενάτη στιχουργική δουλειά, πέλαγος μελωδιών στις κιθάρες των Mustaine / Friedman και για ακόμη μια φορά συμπαγέστατο, ογκώδες background από τους Ellefson / Menza. Ίσως ο πιο air – friendly δίσκος των Megadeth οι οποίοι δεν ξανακοίταξαν πίσω ως οικονομικό μέγεθος της μουσικής βιομηχανίας. 

Πέρασαν άλλα δυο χρόνια με τους Megadeth πλήρως χωμένους στη διαδικασία περιοδεία – album – περιοδεία πριν η μπάντα κάνει το επόμενο βήμα της (εκείνη τη χρονιά συμμετείχαν και στη συλλογή – tribute για τους Black Sabbath “Nativity In Black” με το “Paranoid”). Το οποίο ήταν το έκτο album, επίσης αρτίστικα δημιουργημένο, “Youthanasia” με το χαρακτηριστικό εξώφυλλο, μια απάνθρωπη ανάμνηση του μέλλοντος. Άλλος ένας εξαιρετικός δίσκος, που απομάκρυνε μια και καλή τους Megadeth από τα thrash πεδία. Τα thrash όμως, γιατί γενικά ως metal album λέει και μάλιστα πολλά.



Για άλλη μια φορά big sounded παραγωγή από τον Norman αλλά το κλειδί του album είναι οι συνθέσεις. Το “Youthanasia” δείχνει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο των Megadeth, λιγότερο επιθετικό, ακόμη πιο μελωδικό από τον προκάτοχό του και έχει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια που είχαν γράψει μέχρι τότε, ύμνοι όπως τα “Train of Consequences“, το γαμάτο πολυδιαφημισμένο “A Tout le Monde”, το “I Thought I Knew It All” ή το “Black Curtains”. Σίγουρα ξένισε τους ανυποψίαστους, πολλοί “βαρβαρότεροι” ακροατές τους διέγραψαν δια παντός, αλλά επίσης μια νέα μεγάλη μερίδα οπαδών συντάχθηκε ανακαλύπτοντας τους νέους μεταλλικούς της ήρωες.

To “Cryptic Writings” τους 1997 (κι ένας από τους πιο λατρεμένους για τον γράφοντα δίσκους), επανέφερε κάποια στοιχεία thrash αίγλης, κυρίως σε κομμάτια όπως το “F.F.F.” ή το “The Disintergrators” παράλληλα με την πρόσφατη heavy metalική νοοτροπία του “Youthanasia”, όπως εμφανίζεται σε κομμάτια όπως το μελωδικότατο “Trust”.

Βέβαια το όνομα των Megadeth είναι τόσο αναγνωρίσιμο πλέον που πολύ δύσκολα ένα γεγονός, ακόμη και αρνητικό, μπορεί να το μειώσει. Ο δίσκος καρφώθηκε στις υψηλότατες θέσεις των charts ως συνήθως κι ίσως κάποιος να εγείρει ενστάσεις γι’ αυτό, αλλά γεγονός είναι ότι παρά την αποστασιοποιημένη από την πολυφωνικότητα παραγωγή του Dann Huff, η οποία είναι φίλα προσκείμενη στο αγνό, ανόθευτο, σχεδόν hard rock, heavy metal, η μπάντα δεν σταματάει να παράγει ευφάνταστες στιλιστικές κατευθύνσεις σύγχρονης, επίκαιρης, σκληρής μουσικής που δεν απευθύνεται αποκλειστικά μόνο σε μυημένα στον ήχο ώτα.

Το “Crypting Writings” ήταν επίσης κι ο τελευταίος δίσκος με τον Nick Menza πίσω από τα drums, με τον Mustaine να τον απολύει λόγω “περιορισμένης απόδοσης εξαιτίας της έξαλλης ζωής που κάνει” (said the γάιδαρος…), προσλαμβάνοντας τον Jimmy DeGrasso των Suicidal Tendencies.

Αν όμως τα δυο τελευταία album δίχασαν μια μερίδα οπαδών, το “Risk” του 1999 είναι άξιο οποιασδήποτε ανάρμοστης συμπεριφοράς. Αν και όχι εντελώς κατάπτυστο καλλιτεχνικώς (σε σχέση με τη mainstream “τάση” που ευαγγελίστηκα πιο πάνω, σίγουρα υπάρχουν χειρότερα πράγματα που έχουν δει το φώς της δημοσιότητας από εξίσου μεγάλες μπάντες), εντούτοις το “Risk” λίγο – πολύ είχε μια υποβόσκουσα περιφρονητική προς τους φίλους της metal μουσικής ηχητική άποψη, συμπλέκοντας την pop, rapοειδή στοιχεία, amerikan zarzavatiks κουλτουριές υπό μια βλέννα άνευρου rock.

Ok, μπορεί τραγουδάκια όπως το “Crush ’em” ή τα δυο μέρη του “Time…” να ενδεικνύουν ότι “δεν σας δουλεύουμε ρε παιδιά, οι Megadeth είμαστε”, αλλά και πάλι το υλικό του “Risk” σε σχέση με το ένδοξο παρελθόν των Megadeth αποτελεί πτώση ισοϋψής από την ατμόσφαιρα στο Grand Canyon. Ρίξε μια αυτιά και αν είσαι ανοιχτόμυαλος, ίσως και να βρεις κάτι να σε ελκύσει.

Ο Mustaine ανέλαβε φυσικά την ευθύνη του κάκιστου αποτελέσματος (αν και δεν απέφυγε τα καρφιά περί συνθετικής “popοποίησης” προς την πλευρά του Friedman, ενώ καταφέρθηκε και εναντίον των manager της Capitol, κάτι που οδήγησε σε οριστική ρήξη με την Capitol και συμφωνία με την Sanctuary records).

Ο Friedman αντικαταστάθηκε από άλλον έναν επίσης άριστο μουσικό, τον κιθαρίστα Al Pitrelli (Savatage, Danger Danger, Alice Cooper, Asia κι ένα κάρο ακόμη άλλοι) και η μπάντα μπαίνει στο studio για να ηχογραφήσει το επόμενο album της, “The World Needs A Hero” το οποίο επαναφέρει τους Megadeth στο βασίλειo των “ζωντανών” καλλιτεχνικώς, κάπου ανάμεσα στα “Countdown to Extinction” και “Youthanasia”.



Εξαιρετικός δίσκος εν γένει, ο Pitrelli αναδεικνύεται άξιος αντικαταστάτης του Friedman, όντας επιστήμονας της κιθάρας ο ίδιος, ενώ εδώ πρωταγωνιστεί κι ο DeGrasso με την απόδοσή του, αεράτος, καθοδηγώντας πολλές φορές τις πολυποίκιλες συνθέσεις ενώ ο συνήθης τρελαμένος Mustaine, δείχνει πιο ώριμος παρά ποτέ. Πολύ καλός δίσκος και κομμάτια όπως τα “1000 Times Goodbye”, “Promises”, “Burning Bridges” ή το instrumental “Silent Scorn”, δικαιώνουν την αξιολογική θεώρησή μου.



Επίσης οι Megadeth εκδίδουν το πρώτο τους live album “Rude Awakening” όπου δίνουν μια αναπαράσταση των δυνατοτήτων τους επί σκηνής, ερμηνεύοντας σχεδόν μια best of λίστα τραγουδιών, ένα θαυμάσιο ζωντανά ηχογραφημένο album που εξηγεί γιατί μια μπάντα όπως οι Megadeth πήραν τον τίτλο “θρύλοι”.

Η συνέχεια υπήρξε άκρως δυσανάλογη από ότι θα πρόσμενε κανείς. Ένα πρόβλημα στην υγεία του Dave Mustaine, είχε σαν αποτέλεσμα να τραυματιστεί πολύ σοβαρά στο αριστερό χέρι και να προβεί σε μια διάλυση της μπάντας, αφού πλέον δεν μπορούσε να πιάσει καλά – καλά την κιθάρα!

Αλληλοκατηγορίες ανέκυψαν σχετικά με τη μη αφοσίωση του Pitrelli γενικά στους Megadeth (νταξ, sessionάς ήταν και μάλιστα από τους καλούς, δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι όπως θέλεις) ή τον δύστροπο αρνητικό χαρακτήρα του DeGrasso, ενώ το σημαντικό γεγονός σε αυτήν την κατάσταση ήταν το πρώτο ράγισμα της σχέσης του Mustaine με τον Dave Ellefson, μια σχέση που πέρασε και από το στάδιο της “τελειωμένης”, εν μέσω εξωδίκων εκατέρωθεν σχετικά με οικονομικά ζητήματα, δηλώσεις απαξίωσης και γενικά ατμόσφαιρες πολεμικού κλίματος.

Ο Mustaine διέψευσε τους γιατρούς σχετικά με την περίοδο αποθεραπείας του κι έθεσε τους Megadeth σε επαναλειτουργία (κι έχοντας ασπαστεί τον Χριστιανισμό κι “έχοντας εντελώς διαφορετική νοοτροπία πλέον” – μην ξεχάσουμε τις δηλώσεις περί αποχώρησης από κλεισμένο event στη χώρα μας σε περίπτωση που συμμετέχουν μπάντες όπως οι Rotting Christ ή οι Dissection) στελεχώνοντας το line up με τους εξαιρετικούς sessionάδες Jimmy Sloas (μπάσο) και Vinnie Colaiuta (drums) κι επαναφέροντας τον παλιόφιλο Chris Poland σε κάποια guest solos στις κιθάρες ο οποίος είχε αφήσει όλα τα κακώς κείμενα πίσω του (τηλεπαθητικός “καθαρισμός”; Ποιος ξέρει…).

Με αυτή τη σύνθεση κι ως Megadeth (η αρχική σκέψη ήταν να κυκλοφορήσει ως solo album του Mustaine) κυκλοφορούν τον Σεπτέμβρη του 2004 το φοβερό “The System Has Failed”, μια θα έλεγα ολική επαναφορά σε ηχοτόπια που κανείς δεν περίμενε από τους Megadeth να συμβεί.

Σπουδαίος δίσκος για τον γράφοντα, με κάποιες από τις πιο αγαπημένες Megadeth κομματάρες να βρίσκονται μέσα του (“Kick the Chair ”, “Back in the Day”, “Something That I’m Not” θεΐλες λέμε μάι μπέιμπι!), το “The System Has Failed” (άλλο ένα κατηγορητήριο ενάντια της κοινωνικής αδικίας – έλα στο Ελλάντα, ζήσε μια εβδομάδα και θα σου πω εγώ πόσο failed είναι το system μίστερ) έθεσε ξανά τους Megadeth στα υψηλά κλιμάκια της καλλιτεχνικής metal αξίας, ένα χρη

Ιορδάνης Κιουρτσίδης
About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 872 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.