BIG BIG TRAIN: “Folklore”

Οι Άγγλοι τραγουδοποιοί κυκλοφορούν φέτος το ένατο άλμπουμ της καριέρας τους, με τον εμφατικό τίτλο “Folklore” και σύμφωνα με τα λόγια τους ολοκληρώνουν με αυτό την “τριλογία της Αλβιόνας” μετά τα “The Underfall Yard” (2009) και “English Electric (Full Power)” (2013).

Οι οκταμελείς Big Big Train είναι ένα σχήμα που βασίζει την αυτόφωτη διαδρομή του με απόλυτο σεβασμό στην 70’s prog rock παράδοση του Νησιού και κυρίως στους Genesis, Yes, Jethro Tull. Τα ιδρυτικά μέλη της μπάντας, ο μπασίστας Greg Spawton κι ο κιθαρίστας / κιμπορντίστας Andy Poole πλαισιώνονται σήμερα από  τον τραγουδιστή David Longdon, τον ντράμερ Nick D’Virgilio (Spock’s Beard), τον κιθαρίστα Dave Gregory (XTC, Tin Spirits), τον πληκτρά / κοντραμπασίστα Danny Μanners, την βιολίστρια Rachel Hall (Stackridge) και τον κιθαρίστα / κιμπορντίστα Rikard Sjöblom (Beardfish). Ένα κουιντέτο χάλκινων πνευστών που συμμετείχε στις ηχογραφήσεις των 9 τραγουδιών του δίσκου κάνει το πλήθος των ηχοχρωμάτων ακόμα πιο εντυπωσιακό.

Το ύφος των Big Big Train, μέσα στα όρια της γενικής εντύπωσης του παραδοσιακού prog rock, χαρακτηρίζεται μάλλον σαν ποιμαντικό, λεπτομερές, μελωδικό prog με μια ιδιαίτερη μοναχικότητα στις διαθέσεις και επιλογές θεμάτων, ιδιαίτερα αφηγηματικό και τόσο εμφατικό στο βάρος των διηγήσεων που θα το έλεγες και λαογραφικό, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του άλμπουμ. Ο ήχος είναι ζωντανός και βαθύς με έναν παραδοσιακά αυθεντικό τρόπο αναλογικών παραγωγών και είναι πραγματικά άξια θαυμασμού η σχεδόν ιδανική ισορροπία μεταξύ όλων αυτών των ήχων των οργάνων και των θεμάτων που εμπλουτίζουν τα τραγούδια. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι λειτουργικό, ξεκάθαρο και ξεκούραστο για τον ακροατή.

Η έναρξη του άλμπουμ με το ομότιτλο “Folklore” γίνεται μέσα σε μια παγανιστική, Κέλτικη έκφραση που διαθέτει όμως ταυτόχρονα όλη τη δύναμη και την υπόγεια γοητεία να λειτουργήσει άμεσα και να αποπλανήσει τον ακροατή. Σε πιο υποβλητικές και χαμηλόφωνες διαθέσεις περνούν άμεσα με τα “London plane” και “Along the ridgeway” με τα πνευστά να χρωματίζουν αρμονικά μια εξαιρετική σε όλη τη διάρκεια του δίσκου τραγουδοποιία. Μέσα στις απομονωμένες σκιές των διαθέσεων του άλμπουμ, το “Wassail” ξεχωρίζει με την ευδαιμονική του διάθεση κι αναφέρεται στο τελετουργικό μιας παγανιστικής Αγγλικής προσευχής που αποκρούει τα κακά πνεύματα και ευλογεί τις μηλιές να δώσουν καλούς καρπούς.

Το “Winkie” αναφέρεται στην ιστορία ενός περιστεριού που προσπάθησε να ειδοποιήσει για να σωθούν οι ζωές του πληρώματος ενός αεροπλάνου του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ένα πολύσυνθετο τραγούδι με αρκετά διαφορετικά μέρη κι από τα πιο εντυπωσιακά του δίσκου. Το επικό, μεγαλειώδες “Brooklands” αφηγείται την ιστορία ενός οδηγού αγώνων ταχύτητας, του John Cobb που πεθαίνει τελικά το 1952 στο Loch Ness όταν προσπαθεί να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητας στο νερό, ένα πολύ ιδιαίτερο τραγούδι, ίσως το πιο επιδραστικό συναισθηματικά του “Folklore”. Όμως κι ο επίλογος του δίσκου είναι πολύ ιδιαίτερος και περίεργα φωτεινός… Το νοσταλγικό “Telling the bees” αναφέρεται στην παράδοση των μελισσοκόμων να “λένε” στις μέλισσες όσα συμβαίνουν στις ζωές τους και στη διαδοχή του εθίμου από τον πατέρα στο γιό.

Το “Folklore” είναι συνολικά ένα πλούσιο μπουκέτο από όμορφες ιστορίες που συνοδεύονται από απαιτητική αλλά και ντελικάτη, ανθρώπινη μουσική. Έχει την αίσθηση της διαφυγής και του παραμυθιού, ένα φίλτρο λυτρωτικό όπως η μεγάλη τέχνη. Οι πρωταγωνιστές του δίσκου έχουν σφραγίσει με επιμονή αλλά και διακριτικότητα την ικανότητα αυτών των ιστοριών να αναδύονται με κάθε νέα ακρόαση φανερώνοντας εθιστικές ιδιότητες. Πέρα των εγκεφάλων και αρχηγών της μπάντας, αξιομνημόνευτες είναι οι ερμηνείες του David Longdon που ήταν η δεύτερη επιλογή των Genesis για την αντικατάσταση του Phil Collins. Κάποιες ιστορίες και συνθέσεις που απέμειναν από τις ηχογραφήσεις του δίσκου θα κυκλοφορήσουν μέσα στο 2017 με μορφή ΕΡ και πιθανά με τον τίτλο “Skylon”. Μέχρι να γίνει αυτό, έχουμε περίπου 70 λεπτά αφηγηματικής διαφυγής που αντέχει σε πολλές επαναλήψεις, να αποκωδικοποιήσουμε.

About Γιώργος Γεωργίου 451 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…