FROST: “Falling Satellites”

O Jem Godfrey είναι ένας Βρετανός συνθέτης και παραγωγός-εκτός από βιρτουόζος κημπορντίστας-με εμπορικά πετυχημένη θητεία στη συμβατική ποπ και ηλεκτρονική μουσική, με τον κατάλογό του να περιλαμβάνει ονόματα όπως οι Atomic Kitten, Shayne Ward, Morcheeba, Gareth Gates, Ronan Keating και πολλά άλλα.

Είναι όμως και ο εγκέφαλος, κινητήριος μοχλός και βασικός συνθέτης κι ερμηνευτής των Frost, μιας neoprog pop μπάντας, όπως χαρακτηρίστηκε, που δημιούργησε μεγάλη αίσθηση με το ντεμπούτο της “Milliontown” το 2006. Με μόνιμο συνοδοιπόρο τον κιθαρίστα και τραγουδιστή John Mitchell κυκλοφορεί το 2008 το “Experiments In Mass Appeal”. Από το 2010 το γκρουπ με την προσθήκη του μπασίστα Nathan King (Level 42) και του ντράμερ Craig Blundell (Steven Wilson) αποκτά τη σημερινή του σύνθεση και φέτος επιστρέφει, λύνοντας την 8χρονη απουσία με το φιλόδοξο “Falling Satellites”.

Όπως είναι φυσικό η ενασχόληση του Godfrey με τον ήχο, τις δυνατότητες της παραγωγής, η συνεχής αναζήτηση νέων επιλογών και δυνατοτήτων εισέρχεται και στο συνθετικό του πεδίο, όπως έκανε άλλωστε από την αφετηρία των Frost. Mε βάση αυτή την ανησυχία κι εμμονή του εμφανίζεται στο “Falling Satellites” να χρησιμοποιεί νέα όργανα, όπως το Chapman Railboard, μια εξελικτική μορφή του 10χορδου ή και 12χορδου Chapman Stick, μόνο που αυτό αντί για ξύλο, είναι φτιαγμένο από αλουμίνιο και έχει έναν υαλώδη και σωληνοειδή μοναδικό ήχο. Έχοντας μια προσαρμοσμένη ρύθμιση σε 5ες και οκτάβες σε συνεργασία με τον κατασκευαστή του Emmett Chapman και χρησιμοποιώντας το οριζόντια σαν κήμπορντ κι όχι σαν κιθάρα όπως συνηθίζεται, παράγει ξεχωριστούς ήχους με σφύρες και άλλα εξαρτήματα.

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς το συνολικό όραμα του Godfrey στηρίζεται κατά πολύ στη λεπτομέρεια και τη σημασία του ήχου και της τεχνολογίας. Ο ήχος των Frost σημαδεύεται από αυτές τις εμμονές και παραπέμπει σε ηλεκτρονικές και ποπ αποχρώσεις. Η μουσική είναι και παραμένει απαιτητική, σύνθετη, περίτεχνη με πολλά χρώματα και δουλεμένες λεπτομέρειες, οργιαστικά πλήκτρα που πρωταγωνιστούν, πολυεπίπεδες φωνητικές αρμονίες, φιλτραρισμένες κιθάρες που σίγουρα θα απασχολήσουν όσους ανοιχτόμυαλους φίλους ψάχνουν πέρα από το προφανές πορτρέτο του σύγχρονου guitar hero. H συνολική εντύπωση είναι πως ο Godfrey προσδοκά πως με τη συνδρομή της εξαντλητικής αναζήτησης του ήχου θα μεταφέρει τις παραδοσιακές συνταγές του neoprog σε νέα πεδία και μοιάζει να πετυχαίνει το στόχο του.

Παράλληλα, το κύριο θέμα του άλμπουμ είναι η πιθανότητα και η ζωή, η αρχή της με την ελάχιστη πιθανότητα της σύλληψης και η συνέχεια με την επιβίωση σε μεγάλη ηλικία. Είναι μια γιορτή για την αξία της ζωής και μια υπενθύμιση να εκτιμήσουμε τη σημασία της διάρκειάς της. Το “First day” τραβά την αυλαία με τη φωνή του Jem να επιπλέει σε ένα πλούσιο ambient χαλί μιας επικείμενης ενδοσκόπησης. Το “Numbers” αποκαλύπτει άμεσα τον πολυσύνθετο θάλαμο των Frost του 2016. Στον ευδιάθετο άνεμο της φωτεινής του διάθεσης, πάνω από τους επαναληπτικούς διεμβολισμούς των πλήκτρων ο Jem τραγουδά για τους αριθμούς “που τρέφουν κι ανατρέφουν αριθμούς” σε αυτό το παιχνίδι των πιθανοτήτων της ζωής.

Το “Towerblock” δύσκολο και θαρραλέο στη διαδρομή του, μάλλον θα κόψει τα φτερά στους πιο συμβατικούς ακροατές του χώρου, περιλαμβάνοντας μέχρι κι ένα dubstep μέρος στην αρχή. Η μουσική, πίσω από την πρωταγωνιστική επιδερμίδα του ήχου, συνεχίζει να είναι επιτακτική και σύνθετη, όπως άλλωστε και στη συνέχεια. Αν θα ήθελε κάποιος να περιγράψει αυτό το μίγμα ηχητικής ένδυσης και συνθετικού περιεχομένου θα μπορούσε να πει πως μοιάζει σα να έχεις στη μια άκρη τους Ultravox και τους Police με τη ρυθμική τους μελωδικότητα κι από την άλλη τους μοναχικούς πιονέρους της Magna Carta, τους Magellan με την αντισυμβατική τους πολυπλοκότητα και να αυξομειώνεις τη δόση τους. Τα πιο προσβάσιμα “Signs” και “Lights out” θα δώσουν ανάσες και θα πείσουν αρκετούς να επιστρέψουν περισσότερο προετοιμασμένοι και στην έναρξη του άλμπουμ.

Τα έξι τελευταία τραγούδια αποτελούν μια σουίτα 32 λεπτών με τίτλο “Sunlight”  με καλεσμένο τον Joe Satriani και  με εναρκτήριο track το πρώτο lyric video “Heartstrings”. Από την μελωδικότητα του “Closer to the sun” στην πολυφωνία του “The raging…”, από την art pop με στεροειδή  του “Nice day for it…” στο κινηματογραφικό “Hypoventilate” και στον αστρικό επίλογο “Last day” που κλείνει τον κύκλο, η περιπετειώδης διαδρομή της σουίτας των Frost  σε αφήνει με μια αίσθηση πληρότητας.

Το πόσο εύκολα θα προσεγγίσει κανείς το “Falling Satellites” εξαρτάται μάλλον κι από τους φραγμούς που έχει απέναντι στον ήχο πέρα από την εξοικείωση στα παραδοσιακά δεδομένα του neoprog. Αναφέρθηκε άλλωστε ήδη η ξεχωριστή σημασία και το βάρος της λεπτομέρειας του ήχου για τον Godfrey.Όποιος όμως περάσει αυτό το γεφύρι και δώσει τον χρόνο και τον χώρο μέσα του στη μουσική να αποκαλυφθεί, σίγουρα θα ανακαλύψει και την απόλαυση των συναισθημάτων μετά την εφεύρεση του ήχου. Παρόμοια βήματα μεγάλων νεωτεριστών των 80’s συνεχίζουν και σήμερα να δέχονται το ανάλογο μίσος και λατρεία. Το ίδιο θα γίνει και με τους Frost, στο δικό τους κύκλο και στη δική τους εποχή.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 418 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…