Sleep Party People, Gioumourtzina (19/03/2016) Gagarin 205

Προμηνυόταν μια ήρεμη νύχτα μέχρι που,για κάποιο λόγο, ενεπλάκην σε μία δίνη rock’n’roll ακολασίας, η οποία περιλάμβανε κόκα, ημίγυμνες κοπέλες, λιμουζίνες, πατατάκια, μπισκότα Αλατίνη κι ένα μπουκάλι βότκα.

Η μπάτσα εξ’ αριστερών, ήρθε από την εκλεκτή συνεργάτιδα περί τις 10 μ.μ., την ώρα που το ντουέτο, πλέον, των εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενων Gioumourtzina ανέβηκε στη σκηνή. Η τελευταία φορά που είδα την μπάντα ήταν το περασμένο καλοκαίρι στο Plissken, όπου εμφανίζονταν ως τρίο, συν ενός drummer. Σήμερα με τη βοήθεια του Roland οι Gioumourtzina είναι εξίσου συντονισμένοι κι ακμαίοι όπως τότε. Για τους μη μύστες, πρόκειται για ηλεκτρονικό σχήμα με συγγένεια προς τον synth/dream pop και το νεοκυματικό ήχο της δεκαετίας του ’80.

Παρόλο που βλέπει κανείς μόνο δύο άτομα επί σκηνής, και δη τον Ανέστη Νείρο επί των synthesizer και των φωνητικών και τον Γιάννη Τσελίκα σε χρέη μπάσου, ο ήχος είναι πλήρης και η χημεία μεταξύ των δύο πολύ ισχυρή. Ούτε το γεγονός ότι ο υπολογιστής εγκατέλειψε λίγα λεπτά πριν το κλείσιμο του σετ έκοψε τον αέρα της μπάντας, με τον frontman να ρωτάει κοινό και διοργανωτές αν πρέπει να ξαναπαίξουν το επίμαχο “Xrysostomou Smyrnis”. Μουσική άξια προσοχής στους χαλεπούς τούτους καιρούς. Περιμένω το ντεμπούτο τους εναγωνίως . Ενδεχομένως και τα κάμποσα κεφαλάκια που κουνήθηκαν κατά τη διάρκεια του σετ.

Περί τις 23:00 το μασκοφορεμένο, μουσικό σχήμα του Brian Batz καταλαμβάνει τη σκηνή του Gagarin. Οι τέσσερις Δανοί, ντυμένοι ομοιόμορφα με σκούρα hoodies και, προφανώς, φορώντας τις χαρακτηριστικές μάσκες των κουνελιών. Ο Batz στέκεται στα αριστερά της σκηνής ανάμεσα σε synth, πιάνα και κιθάρες, αναλαμβάνοντας κατά το πλείστον το ρόλο των πλήρως παραμορφωμένων και trippy φωνητικών.

Το σκηνικό θυμίζει κάτι ανάμεσα στο Donnie Darko και το Όνειρο Θερινής Νυκτός, με τους μουσικούς άλλοτε να στέκονται ακίνητοι και άλλοτε να χοροπηδάνε και να αφιονίζονται σαν πραγματικά κουνέλια, ανάλογα με τη μουσική υπόκρουση. Τα αυτιά των μασκών τους αποτελούν ένα πολύ καλό εφέ στην όλη σκηνική παρουσία. Ο ήχος κινείται στα post ηχοτοπία των Μ83, Boards of Canada και Sigur Ros, χωρίς βέβαια να λείπουν οι συχνές παρεμβάσεις των απόκοσμων, παιδικών φωνητικών.

Συχνά, οι συνθέσεις θυμίζουν παιδικά τραγούδια και νανουρίσματα, όπως το “A Dark God Heart”. Άλλοτε οι παραμορφώσεις παίρνουν τον κύριο λόγο ισοπεδώνοντας τα πάντα και άλλοτε η διάθεση είναι πιο χορευτική. Ο κόσμος έχει συγκεντρωθεί σε πυκνή διάταξη μπροστά στη σκηνή, παρόλο που είναι λίγος ώστε να μην είναι ανοιχτοί και οι εξώστες. Ο Batz συχνά ευχαριστεί το κοινό λέγοντας ότι είναι πολύ ευγενικοί και περί της 00:20 η μπάντα επιστρέφει για ένα encore με τον mainman να στέκεται πάνω από το κοινό και να πετάει το stand του μικροφώνου από τη μανία του.

Μια εμπειρία σίγουρα ανώτερη από άλλα live εντός της πόλης.

photos: Βασιλική Παναγοπούλου