SEPTIC FLESH

Μια από τις σπουδαιότερες όσο και δημοφιλέστερες μπάντες που έχουν αφήσει το στίγμα τους στη σύγχρονη ελληνική metal σκηνή (όντας εκ των ιδρυτών αυτής) είναι χωρίς αμφιβολία και οι αθηναίοι Septic Flesh οι οποίοι φέτος συμπληρώνουν αισίως 25 συναπτά έτη ενεργούς δράσης, μια λαμπρή καριέρα με πολλές κορυφές, άξια μνημόνευσης.

Οι Septic Flesh ιδρύθηκαν το 1990 από τους αδερφούς Σπύρο και Χρήστο Αντωνίου (μπάσο / φωνητικά και κιθάρες αντίστοιχα), τον Σωτήρη Βαγενά (κιθάρες) και τον Δημήτρη Βαλασόπουλο (drums).

Η πρώτη επίσημη κυκλοφορία τους ήταν το demo tape “Forgotten Path” που είδε το φως της ημέρας το Μάρτιο του 1991, ένα πρωτόλειο εγχείρημα που εκινείτο στα πλαίσια του ατμοσφαιρικού doom / death, επηρεασμένοι από μπάντες που επίσης βρίσκονταν στα πρώτα τους βήματα διεθνώς όπως οι Tiamat, οι Asphyx και φυσικά οι Celtic Frost, αλλά που συμπεριελάμβανε στοιχεία και από άλλα ύδατα, όπως κάποιες punk σφήνες καθώς και κάποιες εξεζητημένες (για την εποχή) απόπειρες απομάκρυνσης από τις συνήθεις συνθετικές οδούς, γεγονός που αποτυπώθηκε στα instrumental “Intro” και “Outro”.

Σε πολύ σύντομο χρονικό υπογράφουν συμβόλαιο συνεργασίας με την Black Power records (η οποία λειτούργησε σαν “σπίτι” για αρκετά ακόμη σχήματα που ξεπετάχθηκαν εκείνην την εποχή στη χώρα μας όπως οι Horrified και οι Acid Death) και με την ίδια σύνθεση, κυκλοφορούν το πρώτο τους EP τεσσάρων τραγουδιών “Temple of the Lost Race”, ένα καλοδουλεμένο δείγμα ακραίας μουσικής, πάντα ατμοσφαιρικής με τη διακριτική χρήση των keyboards που εμπλούτιζαν τις συνθέσεις, φανερά προσανατολισμένης στις εμφατικές κιθάρες και τα ασυνήθιστα φωνητικά του Σπύρου (με στίχους περίεργης θεματολογίας που αναμείγνυε θρησκευτικά όσο και επιστημονικά ζητήματα) και με αρκετά καλή παραγωγή για τα δεδομένα της εποχής. Το “Temple of the Lost Race” όμως πάνω απ’ όλα, τόνιζε την ύπαρξη μιας πολύ υποσχόμενης μπάντας που δεν φοβόταν να πειραματιστεί, παρουσιάζοντας υλικό ίσως μπροστά από την εποχή της, κάτι που αποδείχθηκε περίλαμπρα στη μετέπειτα πορεία τους.

Η συνεργασία με την Black Power έληξε, ο drummer Δημήτρης Βαλασόπουλος άφησε τη μπάντα και δυο χρόνια μετά, στα μέσα του 1993 οι Septic Flesh, ως τρίο πλέον, γράφουν άλλο ένα demo tape τριών κομματιών με τον τίτλο “Morpheus Awakes” ως προπομπό της πρώτης τους full length δουλειάς τους, του σπουδαίου “Mystic Places of Dawn” το οποίο κυκλοφόρησε το 1994 από την ανερχόμενη γαλλική Holy Records, ένα album που μαζί με τα δυο σύγχρονα album των Rotting Christ “Thy Mighty Contract” και “Non Serviam” και το “Macabre Sunsets” των Nightfall, έθεσαν μια και καλή το στίγμα του ελληνικού metal στη διεθνή σκηνή εκπλήσσοντας το ακροατήριο με τις ποιοτικές δουλειές τους.

Στην ίδια στιχουργική φόρμα, με αναμενόμενα βελτιωμένο ήχο και με πολύ δυναμική συνθετική δουλειά, οι Septic Flesh αναγνωρίστηκαν ως μια από τις κυριότερες αξιακές μονάδες και απέκτησαν ένα “εξαγώγιμο” status για τα δεδομένα της χώρας μας. Μελωδικότατο υλικό, εξαιρετική riffολογία, παθιασμένα φωνητικά σε ένα debut που δεν είχε κάτι εμφανές αδύναμο ώστε να εγείρει ενστάσεις, αντιθέτως σε άφηνε άναυδο η πολυσχιδής φύση του, παλινδρομώντας ανάμεσα στη βαρβαρότητα του death metal και τον doomy λυρισμό του.

Η μηχανή των Septic Flesh είχε πάρει μπρος για τα καλά. Ιούνιος του 1995 λοιπόν και το δίδυμο πλέον (ο Χρήστος Αντωνίου έχει αποχωρήσει προσωρινά) Αντωνίου / Βαγενάς ολοκληρώνουν το δεύτερο full length, το αριστούργημα “Έσοπτρον”, ένα φουτουριστικό ατμοσφαιρικό death metal δημιούργημα που παρουσίασε ένα λίγο διαφορετικό πρόσωπο των Flesh. Λιμνάζοντες συνθέσεις, συμπιεσμένη παραγωγή από τον γνωστό Magus Wampyr Daoloth (κατά κόσμον Γιώργο Ζαχαρόπουλο, γνωστό από τις συνεργασίες του με το σύνολο της σκηνής εκείνην την εποχή και ο οποίος διετέλεσε και manager της μπάντας), πειραματική νοοτροπία, με προσεγγιστικές τάσεις προς τους Paradise Lost, εκλεπτυσμένα ρεφρέν, τα αρώματα κλασσικού heavy metal διάσπαρτα παντού, εξίσου μελωδικό όσο και ο προκάτοχός του, το “Έσοπτρον” κατέπληξε με την ποιότητά του, διατρανώνοντας ακόμη περισσότερο το όνομα των Septic Flesh.

Στα δυο χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τη δημιουργία του επόμενου δισκογραφικού τους βήματος, έγιναν κάποιες αλλαγές. Από τη μία επέστρεψε ο Χρήστος και από την άλλη ενετάχθη στις τάξεις του σχήματος η Ναταλί Ρασούλη, κόρη του φημισμένου Ηρακλειώτη στιχουργού Μανώλη Ρασούλη. Η ελληνική σκηνή βρίσκεται στην ακμή της, οι έτεροι πιονιέροι της σκηνής Rotting Christ και Nightfall έχουν κυκλοφορήσει τα καλλιτεχνικά “ταβάνια” τους “A Dead Poem” και “Lesbian Show” αντίστοιχα και οι Septic Flesh δομούν επίσης το οικοδόμημα με την ίδια λαμπρότητα. 1997, “Ophidian Wheel” και η αποθέωση. Τι να πρωτοπείς γι’ αυτό το album; Από το πρώτο δευτερόλεπτο του “The Future Belongs to the Brave” μέχρι και την έσχατη ανάσα του “Enchantment” η ακραία τέχνη βρίσκει ένα πανάξιο προσωπείο και το ατμοσφαιρικό death metal έναν πλήρως αντιπροσωπευτικό ορισμό του.

Μυστικιστική, occult αισθητική κατεύθυνση, growling σαν να μην υπάρχει αύριο από τον Σπύρο, ανεπανάληπτο fitting μεταξύ των goth metal διαθέσεων και της αλλόκοτης χροιάς που αποκτά το άκουσμα λόγω των φωνητικών της Ναταλίας, πανέξυπνη κιθαριστική δουλειά με Maidenική έμφαση στα solos, άψογο προγραμματισμένο drumming (κάτι που συνεχίστηκε μέχρι το 1999) εποικοδομητικός πειραματισμός και πλέον αέρας ομολογημένου πρωταθλητισμού.

Ένα από τα σπουδαιότερα album που κυκλοφόρησαν ποτέ στη χώρα μας, με το ανάλογο feedback και στο εξωτερικό, χάριν και της προώθησης της Holy (η οποία φυσικά τους αντιμετώπισε ως πρωτοκλασάτο προϊόν της, όπως και τους Nightfall φυσικά οι οποίοι επίσης βρίσκονταν στο εμπορικό “οπλοστάσιό” της, βγάζοντάς τους σε ευρωπαϊκή περιοδεία ουκ ολίγες φορές, αλλά και με τη βεβαιότητα ότι από ένα σημείο και μετά απλά δεν μπορούσε να ακολουθήσει την καλλιτεχνική εξέλιξη της μπάντας).

Οι Septic Flesh διένυαν μια εποχή άκρατης δημιουργικότητας και φυσικά θα ήταν ανόητο να μην εκμεταλλευθούν αυτόν τον οίστρο. Ένα χρόνο μετά το “Ophidian Wheel”, χωρίς αλλαγή στο line up, βγάζουν σε κυκλοφορία ένα ακόμη EP τεσσάρων κομματιών, το εκπληκτικό “The Eldest Cosmonaut” το οποίο ακούγεται “μικρό” σε σχέση με αυτό που επακολούθησε. Το θεόρατο “A Fallen Temple” στο οποίο δείχνουν άλλο ένα διαφορετικό πρόσωπο, με εξίσου εκπληκτικά αποτελέσματα.

Με αύξηση των καθαρών φωνητικών σημείων (και με τη Ναταλία να συνεχίζει να στοιχειώνει με την παρουσία της τις “ανατολίτικες” συνθέσεις), με μια σαφώς πιο progressive θεώρηση πάνω στο σύγχρονο doom / death metal, η soundtrackική φύση του 4ου LP “A Fallen Temple” εξέπληττε (και προσωπικά εξακολουθεί να με εκπλήσσει ακόμη κάθε φορά που το ακούω), παγιώνοντας τη συνειδησιακή διαπίστωση ότι οι Septic Flesh δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν ως άλλη μια μπάντα “της σειράς”.

Αυθεντικότατη μουσική, εντελώς αδιάκριτων επιρροών που ενεπνέουν μέσα της, αψεγάδιαστη παραγωγή, συμφωνικές τάσεις που αναδεικνύουν τη πολυφωνικότητα και άκρατη αποστασιοποίηση από τα τετριμμένα, στοιχεία που ανύψωσαν εκ νέου το όνομα των Septic Flesh, θέτοντας τον πήχη ψηλά, ψηλότερα από κάθε άλλη φορά για τις επικείμενες δουλειές τους, όντας πλέον και εμπορική αξία (εκείνη την εποχή δημιουργήθηκε και το πρώτο επίσημο video clip για το κομμάτι “The Eldest Cosmonaut”, σε μια εποχή που τα video clip ήταν ακόμη προωθητικό μέσο).

Ο καιρός περνάει γρήγορα και η φρενήρης δημιουργικότητα δε λέει να καταλαγιάσει. Έτος 1999, οι Septic Flesh με τον Άκη Καπράνο πλέον πίσω από τα drums, μεταβαίνουν στα πασίγνωστα Fredman studios του τεράστιου Fredrik Nordstrom (αν δε σου λέει κάτι αυτό το όνομα, μάλλον δεν έχεις και πολλές σχέσεις με το σουηδικό death metal των mid 90’s) και βγαίνουν από εκεί με το αμεσότερο υλικό που συνέθεσαν ποτέ, το “πιο heavy metal ψοφάς”, “Revolution DNA”, δείχνοντας για ακόμη μια φορά ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο, πολλές μοίρες απομακρυσμένο από το σύνηθες μαυρομεταλλικό αισθητικό τους ύφος.

Μη φανταστείς ότι το έριξαν στο τρίπτυχο sex-drugs-rock ‘n’ roll, κάθε άλλο. Σοβαρότατοι, με πιο μοχθηρά φωνητικά από τον Σπύρο που θεματολογικά πλέον αναλύει την πάλη ανάμεσα στο θετικό και στο αρνητικό πρόσωπο της επιστήμης / τεχνολογίας, οι Septic διαχέουν έναν αφλύαρο χείμαρρο από οικειέστατα heavy πρίμα riff και πανέμορφα ξυραφιαστά leads, με κομμάτια που σου καρφώνονται άμεσα στο νου, η ανατολίτικη αισθητική συνεχίζει να υποβόσκει σε πάρα πολλά σημεία (σήμα κατατεθέν θα μπορούσε να πει κάποιος), πρωτοφανείς thrash / crossover λαγνείες (άκου το “Radioactive”) και επιτέλους με αληθινά drums από τον Άκη Καπράνο που δίνουν την απαραίτητη στιβαρότητα. Σίγουρα ανέλπιστο όσο και ποιοτικό υλικό που πολλές στιγμές του, βλέπω να εμφανίζονται σε πάρα πολλά σχήματα του σύγχρονου ακραίου χώρου, δηλώνοντας την επιδραστικότητά του.

H περίοδος που ακολούθησε ήταν περίοδος πολλών αλλαγών. Εν αρχή η μπάντα απελευθερώθηκε από τη Holy records. Το 2000 κυκλοφορεί τη συλλογή “Forgotten Paths (The Early Days)” με υλικό που κυκλοφόρησε υπό την Black Power και κατόπιν οι Septic Flesh, με το έμπα του 2003 κυκλοφορούν υπό την αιγίδα της Hammerheart records το φοβερό “Sumerian Daemons”, έναν καθηλωτικό δίσκο φαντασμαγορικού doom / death metal και ταυτόχρονα το τέλος μιας εποχής, μιας και λίγο αργότερα ανακοινώνεται επίσημα ότι οι Septic Flesh διαλύονται (πραγματικά μετά από τόσα χρόνια ο γράφων δεν έχει ακόμη καταλάβει τις αιτίες αυτής της κατάληξης).

Το “Sumerian Daemons” που ηχογραφήθηκε για άλλη μια φορά στα Fredman studios, περιέχει καταπληκτικές ολοκληρωμένες συμφωνικές συνθέσεις με πλήρη metal χαρακτήρα, είναι μια τέλεια ανάμιξη των καλύτερων στοιχείων των στιλιστικών τάσεων που διαπραγματεύεται, δηλαδή του doom, του death, του black και του Paradise Lostικού gothic metal, πλουραλιστικό ηχητικά, βαρύτατο όσο και ογκώδες κιθαριστικώς, με εξαιρετική αλληλεπίδραση στο ρυθμικό μέρος μεταξύ Αντωνίου και Καπράνου που πλέκουν ένα περίτεχνο κρουστό background, ένα καθ’ όλα φοβερό φινάλε, όπως αποδείχτηκε από τη ροή των γεγονότων.

Τα μέλη της μπάντας μετά τη διάλυση, δεν σταμάτησαν φυσικά να καλλιτεχνούν μέσω των διαφόρων projects (όπως οι Chaostar ως side project των ιδίων) ή σε ομοούσιες μπάντες και ξαφνικά, σαν κεραυνός εν αιθρία ανακοινώνεται το 2007 η επανασύσταση των Septic Flesh εν όψει του Metal Healing Festival και μια ακόμη επικείμενη κυκλοφορία. Η οποία έλαβε χώρα το Μάρτιο του 2008 οπότε και κυκλοφόρησε το “Communion” υπό τη Season Of Mist. Άλλο ένα καλλιτεχνικό χαστούκι. Όπως πολλές φορές πιο πριν, έτσι και τώρα οι SepticFlesh (μια λέξη πλέον κύριε Αρχισυντάκτα) αφήνουν στόματα να χάσκουν με δέος.

Τι να γράψω γι’ αυτή τη δισκάρα; Ποιές είναι αυτές οι λέξεις που δεν ωχριούν μπροστά της; Αξεπέραστο (ίσως ακόμη και για τους ίδιους αν και φυσικά θα καταχαρώ να διαψευστώ) progressive doom / death metal, το “Communion” είναι μια υπερπαραγωγή κινηματογραφικής φύσεως χωρίς την παραμικρή “κοιλίτσα” στη ροή του, τρομερά καθαρά φωνητικά, φοβερή απόδοση από τον “νεοφερμένο” τότε Fotis Benardo (SixForNine, πρώην ένα κάρο μπάντες) στα τύμπανα, ενώ είναι καθοριστική η συμβολή στα keyboards από τον Bob Katsionis και από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Πράγας. Το αποτέλεσμα; Τέχνη. Πηγαία, αυθεντική, ακραία επική Τέχνη.

Η μπάντα βγαίνει σε αλλεπάλληλες περιοδείες, πολλές εμφανίσεις εντός και εκτός συνόρων με μεγάλα ονόματα και δείχνει ότι έχει αναγεννηθεί πλήρως. Και το αποδεικνύει με ένα ισοϋψές του προκατόχου του ποιοτικώς album. 2011 και οι SepticFlesh κυοφορούν το “The Great Mass”, συνεχίζοντας στο συμφωνικό death μοτίβο τους και παράγοντας άλλο ένα κομψοτέχνημα. Σινεφίλ συνθετικές οδοί, τεχνολογικώς ηχητική τελειότητα, οι τάσεις προς το πλήρες συμφωνικό φιλτράρισμα είναι αυξημένες σε σχέση με το “Communion”, οι soprano Ανδρονίκη Σκουλά (Chaostar) και Ηλιάνα Τσακιράκη (Enemy Of Reality) δίνουν τα ρέστα τους μαζί με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας που για μια ακόμη φορά συνδράμει τα μέγιστα στις ατμόσφαιρες και πλέον τα standards της μπάντας είναι αδιάλλακτα πανύψηλα και πρέπει να κυκλοφορήσει κάτι πραγματικά κακό για να εντυπωσιαστεί κάποιος.

Το 2014 οι SepticFlesh κυκλοφορούν το “Τitan” και διχάζουν. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους τόσο κραυγαλέα (ανέκαθεν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις στα εικαστικά δρώμενα, αλλά ο αντίκτυπος ποικίλει, έτσι;). Προσωπικά, απήλαυσα άλλον έναν καταπληκτικό δίσκο, τρομερής έμπνευσης και με μερικές από τις καλύτερες συνθέσεις που έγραψαν ποτέ να βρίσκονται μέσα σ’ αυτόν. Είναι ένα album σε εντελώς προοδευτικά μονοπάτια πλέον (έχω πει πολλές φορές κατά καιρούς ότι όλες οι πραγματικά μεγάλες μπάντες, από ένα σημείο και μετά και ανεξαρτήτως υπηρετούντος ιδιώματος, ανήκουν στον progressive χώρο και οι SepticFlesh το κατέκτησαν αυτό το “γαλόνι” πολύ νωρίς), με ελεγείες που ελίσσονται παλινδρομώντας ανάμεσα στο δραματικόν και το εφιαλτικόν, με φοβερή απόδοση από τα μέλη της μπάντας, συνεχίζοντας να διατηρούν, τουλάχιστον καλλιτεχνικώς, το επίπεδο σε στρατοσφαιρικά επίπεδα.

Τελειώνοντας… Οι SepticFlesh άνηκαν, ανήκουν και πιθανότατα θα ανήκουν στην κορυφή της elite που ανέδειξε ποτέ η ελληνική μουσική συνολικά. Ένα επαναστατικό συγκρότημα που το μόνο που έπραττε, άκρως πετυχημένα, ήταν να σπάει κάθε προσπάθεια στεγανοποίησης της Τέχνης, διαλαλώντας την ακρότητα ως μια από τις μεγαλύτερες δεξαμενές άντλησης συναισθηματικής όσο κι εμπνευσμένης καλλιτεχνικής δημιουργίας, στην ίδια στάθμη που βρίσκονται όλα τα πανανθρώπινα κίνητρα εξωτερίκευσης της ψυχής μας. Αυθεντικοί, τίμιοι προς τους ακροατές τους και με μια αξιοζήλευτη σεμνότητα σε σχέση με τα πεπραγμένα τους. Σεβασμός και υπερηφάνεια. Δικαιούνται και τα δυο σε άπειρο βαθμό και σ’ αυτό το συμπέρασμα η σχετικότητα παίρνει πούλο.

Ιορδάνης Κιουρτσίδης
About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 882 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.