MACHINE HEAD

Κάπως έτσι ξεκινάνε τα παραμύθια που άλλοτε διηγούνταν γύρω από τις φωτιές, με  μόνη διαφορά ότι οι ήρωες έχουν να αντιμετωπίσουν εμπόδια, όπως οι καταχρήσεις, οι αδηφάγες εταιρείες  και εν τέλει οι ίδιοι οι εαυτοί τους.

To 1991 κάπου στο Oakland της Καλιφόρνια(ς) ο Robert Flynn, άλλως Robb Flynn, πρώην κιθαρίστας των  Forbidden (από τους οποίους έχουν περάσει κατά καιρούς  οι Tim Calvert και Paul Bostaph), εγκαταλείπει τους Vio-Lence για να αφοσιωθεί με το φίλο του Adam Duce (μπάσο) στο καινούργιο του project που ακούει στο όνομα Machine Head. Το κουαρτέτο συμπληρώνουν ο φίλος του Duce , Logan Mader στις κιθάρες , και ο Tony Costanza στα τύμπανα. Σε αντίθεση με την πιο ευθεία thrash προσέγγιση των προηγούμενων συγκροτημάτων που έπαιζε ο Flynn, οι Machine Head τείνουν σε πιο groove ήχους, έχοντας ως επιρροές τους ,τους Sabbath, Slayer, Pantera, Metallica και Testament, το αμερικανικό hardcore και punk rock, όπως οι Bad Brains , Suicidal Tendencies  Cro-Mags, πιο εναλλακτικά ακούσματα της εποχής, όπως οι Ministry, οι Nine Inch Nails, Nirvana και οι Soundgarden και  rap καλλιτέχνες, όπως Snoop Doggy Dogg.

Ακόμη και οι συνομήλικοι τους Korn αποτελούν επιρροή για την μπάντα. Αποτέλεσμα των παραπάνω, κάμποσων live εμφανίσεων, ακόμη και σε σπίτια φίλων και της αντικατάστασης του Costanza απο τον ελληνοαμερικανό Chris Kontos , εν μέσω ηχογραφήσεων, είναι το μνημειώδες “Burn My Eyes”, που κυκλοφόρησε από τη Roadrunner τον Αύγουστο του 1994 και  κέρδισε στην μπάντα μια θέση, ως support, στην περιοδεία Divine Intourvention των Slayer και σε τεράστια φεστιβάλ, όπως το Dynamo. Η δημοτικότητα της μπάντας ανέβηκε τόσο πολύ που γέμισε το Astoria στο Λονδίνο μόνη της, κάνοντας έτσι τη Μεγάλη Βρετανία  δεύτερο σπίτι της. Ο δίσκος ήταν το πιο επιτυχημένο ντεμπούτο της εταιρείας μέχρι τότε, πράγμα που επετεύχθη χωρίς την προβολή από  μουσικά κανάλια και το ραδιόφωνο, αλλά μόνο από στόμα σε στόμα. Θεματολογικά ο Flynn αγγίζει θέματα όπως η αστική βία, κοινωνικοπολιτικές διαφορές, τα ναρκωτικά και η οργανωμένη θρησκεία .  Η μπάντα βγαίνει πλέον σε δική της headline tour, γεγονός  που της κοστίζει τον Kontos, που συνέχισε με τους Testament και Konkhra. 

Προσωρινός αντικαταστάτης για το υπόλοιπο της περιοδείας είναι ο Walter Ryan και κατόπιν προσλαμβάνουν , επί μονίμου, τον Dave McClain, των S.A. Slayer και Sacred Reich, για την ηχογράφηση του επερχόμενου “The More The Things Change” που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 1997. Πολλοί θεωρούν ότι ο δίσκος δεν αποτέλεσε κάποια αλματώδη πρόοδο για τον ήχο της μπάντας. Για πολλούς άλλους ο δίσκος αυτός, λόγω των πιο ευθέως hardcore επιρροών του, αποτέλεσε σημείο αφετηρίας. Όπως και να έχει οι MH περιόδευσαν σε Ευρώπη και Αμερική με τους Coal Chamber, Pantera, Marilyn Manson, Type O Negative και ακόμη και τους ίδιους τους Sabbath στα πλαίσια του Ozzfest. Κάποια στιγμή στις αρχές του 1998 ο Flynn δηλώνει ότι η μπάντα απέλυσε τον Mader λόγω προστριβών, που δημιουργήθηκαν από το γεγονός ότι ο Mader ήθελε δικό του manager.

Αντικαταστάτης του είναι o Ahrue Luster που ήταν κιθαρίστας και στο αμφιλεγόμενο “The Burning Red” , που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1999. Οι ΜΗ επιλέγουν για παραγωγό τους τον Ross Robinson, όνομα που ήταν σχεδόν ταυτόσημο με τους Korn και το ανερχόμενο nu metal. Ο δίσκος δίχασε τους οπαδούς της μπάντας λόγω του ότι τα εναλλακτικά ερεθίσματα της, όπως τα rap στοιχεία και η βιομηχανική ατμόσφαιρα, δείχνουν να υπερτερούν των metal καταβολών της. Γενικά, η μπάντα είχε πλέον σοβαρά ζητήματα με την κατάχρηση ουσιών και ιδιαίτερα ο ηγέτης της Flynn, που έπασχε από βουλιμία. Όλα αυτά , βέβαια, δεν εμπόδισαν ούτε  την μπάντα να βγει στο δρόμο και πάλι, ούτε το δίσκο να κάνει πολύ καλές πωλήσεις. 

Το ίδιο πάνω κάτω συνέβη και την περίοδο που οι ΜΗ ηχογραφούσαν και προωθούσαν τον επόμενο δίσκο τους, “Supercharger”, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2001 και παρ’ όλες τις πωλήσεις του δίχασε οπαδούς και τύπο, λόγω του μοντέρνου ήχου που επιμελήθηκαν με τη βοήθεια του παραγωγού Jonhnny K (Disturbed, Soil, VAST). Ο ήχος είναι πιο νευρικός και ευθύς από αυτόν του προκατόχου του, αλλά η μπάντα τείνει σε πιο απλοποιημένες δομές, γεγονός που διώχνει και άλλους οπαδούς της μπάντας. Όπως γίνεται εμφανές ακόμη και από τους στίχους του Flynn, τα ζητήματα εντός και εκτός της μπάντας έχουν γιγαντωθεί.

Το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου κοστίζει στην μπάντα τόσο σε ψυχολογικό φόρτο όσο και σε περιοδείες. Συνέπεια των παραπάνω ήταν η αποχώρηση του Luster και η προσωρινή του αντικατάσταση από παλιότερο συνεργάτη του Flynn στους Vio-Lence , τον Phil Demmel, ο οποίος παραμένει μέχρι και σήμερα. Μετά από ένα εύστοχο live album (“Hellalive”) και λόγω της  ολοένα μειούμενης δημοτικότητας της, η μπάντα έμεινε το 2003 άνευ συμβολαίου, πράγμα που έθετε ζήτημα ύπαρξης για την καθεαυτή ύπαρξη της, ώσπου ανανέωσε αυτό που είχε με την Roadrunner τα προηγούμενα χρόνια. Με νέα ορμή οι MH μπαίνουν στο studio και κυκλοφορούν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους το “Through the Ashes of the Empires”, ένα δίσκο που, κατά τους δημιουργούς του, είναι το ύστατο κωλοδάχτυλο προς τους απανταχού πολέμιους των MH. Οι McClain και Flynn διατείνονται ότι κύριες επιρροές τους για το δίσκο είναι οι Rush και οι Metallica και ότι ο δίσκος είναι μία επιστροφή στις παλιές φόρμες, καθώς επαναφέρουν τους Collin Richardson και Andy Sneap των πρώτων δύο δίσκων πίσω στη μίξη και παραγωγή αντιστοίχως . Τω όντι, ο δίσκος είναι αρκετά πιο δυνατός και μεταλλικός από τις προηγούμενες δύο δουλειές τους και τους επαναφέρει σε τροχιά μαζί με τα τότε ανερχόμενα metal συγκροτήματα, όπως οι Killswitch Engage και οι  God Forbid, με τους τελευταίους από τους οποίους  επισκέφτηκαν τη χώρα μας το χειμώνα του 2004.

Τέσσερα χρόνια θα περάσουν μέχρι η μπάντα να κυκλοφορήσει έναν ακόμη, κατά πολλούς, μνημειώδη δίσκο, το “The Blackening”. Πολλοί αναφέρονται στον εν λόγω δίσκο ως ένα new age “Master of Puppets”, καθ’ ότι ο δίσκος στα 60 περίπου λεπτά και 8 κομμάτια του σπρώχνει ακόμη πιο μακρυά τους metal αυτοσχεδιασμούς του προκατόχου του και τονίζει τις επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Rush και οι Maiden. Σίγουρα τα τραγούδια είναι πιο επικού διαμετρήματος, καθώς οι κιθάρες των Flynn και Demmel εναλλάσσονται σε καταιγιστικά riff και lead, κάποια τραγούδια ξεπερνούν τα δέκα λεπτά και γενικά η θεματολογία τους παραπέμπει σε ακόμη πιο metal μονοπάτια. Κατά τον Flynn η μπάντα ήθελε να προσεγγίσει, ως ενός σημείου, την ασυμβίβαστη στάση συγκροτημάτων όπως οι Sepultura. Η περιοδεία για το δίσκο είναι εξίσου επικών προδιαγραφών, καθώς βρίσκει την μπάντα σε θέση support στους one off Heaven and Hell του Dio και στους Metallica, αλλά και σε θέση headliner.

Όταν, μετά από τέσσερα χρόνια η μπάντα βγαίνει από το studio το αποτέλεσμα για μια ακόμη φορά είναι ακόμη πιο μεγαλόπρεπο, με χορωδίες, έγχορδα 7λεπτα και 10λεπτα τραγούδια, Maiden-ικά λεγκάτα, thrash ρυθμούς, αλλά και την επιθυμία της μπάντας να προβάλλει μια λίγο πιο εύπεπτη έκφανση του ήχου των τελευταίων της δίσκων. Το “Unto the Locust” (review) στα 50 “σύντομα” λεπτά του θίγει εσωτερικά θέματα, αλλά και εξωγενείς παράγοντες, όπως η τάση των ανθρώπων να εκμεταλλεύονται τον περίγυρο και το περιβάλλον τους. Κάποιοι, εντούτοις, και πάλι κατηγόρησαν την μπάντα για το κυνήγι του εύπεπτου και εμπορικού, πράγμα που μάλλον ποτέ δεν την πτόησε ή δεν ανέκοψε τη σταθερά ανερχόμενη πορεία της. Στις αρχές του 2013 η αποχώρηση του ιδρυτικού μέλους, Adam Duce, σταθερού συνεργάτη και φίλου του Flynn, σίγουρα κόστισε ψυχολογικά όσο και οικονομικά στην μπάντα, κατόπιν μηνύσεων και αγωγών, από μεριάς Duce, για αθέτηση συμφωνιών και συκοφαντική δυσφήμιση, που, εν τέλει, επιλύθηκαν εξωδίκως. Ο  Flynn δήλωσε ότι ο Duce είχε χάσει το ενδιαφέρον του για την μπάντα προ πολλού και ότι σταμάτησε να είναι τυπικός, πράγμα που προξένησε την ως άνω συμπεριφορά του δεύτερου.

Το 2014, και μετά από ένα ακόμη live album, με τον εύγλωττο τίτλο “Machine Fuckin’ Head Live”,  έφερε τους MH σε νέα στέγη και με νέο μπασίστα στο πρόσωπο του σχετικά άσημου, Jared MacEachern , frontman των Sanctiy. Με νέο συμβόλαιο στην ευρωπαϊκή Nuclear Blast και τον αέρα που έφερε το  νέο μέλος, η μπάντα κυκλοφορεί, κατόπιν κάποιων συλλεκτικών single, το δίσκο “Bloodstone and Diamonds” (review) το Νοέμβριο, ακολουθώντας και πάλι την οδό που χαράξανε με τους προηγούμενος δύο δίσκους και τους κριτικούς να αναφέρονται σε υψηλότερο πήχη για τα δεδομένα της μπάντας, καθώς τα τραγούδια γίνονται όλο και πιο περίπλοκα συνθετικά. Η περιοδεία περνάει από τη χώρα μας και το η μπάντα μας επισκέπτεται για τρίτη φορά εντός ολίγων ημερών.

Οι ΜΗ και κυρίως ο εγκέφαλος της , Robb Flynn, αποτελούν φωτεινό παράδειγμα της αέναης προσπάθειας για επιβίωση, παρ’ όλες τις δυσχέρειες, τα εμπόδια και τους επικριτές που εμφανίζονται άνα καιρούς. Οι ΜΗ υφίστανται εδώ και 24 έτη συναπτά αντιμετωπίζοντας, με πείσμα, τη μουσική βιομηχανία, εξελισσόμενοι  με ή χωρίς κίνητρα ,έχοντας μια σταθερά ανοδική πορεία και κάνοντας μια επιστροφή κυριολεκτικά από τους νεκρούς, πράγμα που λίγοι έχουν πετύχει έως τώρα στην καριέρα τους.

Παραλειπόμενα:

-Το πραγματικό όνομα του Flynn είναι Lawrence Matthew Cardine, καθώς είναι υιοθετημένος. Το όνομα αναφέρεται στο “Left Unfinished” από το TATTOE, όπου ο Flynn φτύνει κυριoλεκτικά βιτριόλι για τους άφαντους φυσικούς γονείς του. Ομοίως, το “Days Turn Blue to Gray” από τον ίδιο δίσκο αναφέρεται στον τοξικομανή πατέρα της συζύγου του Flynn, Genevra. Μάλλον το TATTOE ήταν δίσκος- ξεκαθάρισμα ντουλάπας.

-Μετά από τη φυγή του ο Mader κατέληξε για ένα σύντομο διάστημα στους Soulfly  του Max Cavalera. Σε live o Flynn δήλωσε, αφού έπαιξε το riff του “Roots”, : “Καλύτερά από το νέο κιθαρίστα των Soulfly, ε;”

-Οι Luster και Constanza πέραν του ότι είναι πρώην μέλη της μπάντας είναι και πρώην συγκάτοικοι. Διπλή επιτυχία.

-Ο Luster ήταν οπαδός των Deftones την περίοδο του “White Pony” και ήθελε να κινηθεί η μπάντα προς αυτήν την κατεύθυνση. Όταν οι υπόλοιποι του πρόβαλαν αντίσταση, ο Luster τους είπε ότι απλά θέλει να παραμείνει στην μπάντα  και να πληρώνεται από τους MH για να προωθήσει κάποιο δικό του project. Για κάποιο λόγο κατέληξε στους Ill Nino, τους Deftones του φτωχού…

-Μάλιστα ήταν τέτοιο το μένος του Flynn προς το Luster, που αναφέρεται  μικρά γράμματα ως “additional guitars” στα credits του “Hellalive”, παρ’ όλο που έπαιζε κανονικά στο live.

-Μέχρι και την κυκλοφορία του “The More…” ο Duce εμπορευόταν χημικά ναρκωτικά και διατηρούσε μια αποθήκη, όπου καλλιεργούσε με τεχνητά χασίς. Όταν το εκμυστηρεύθηκε στο Flynn, αυτός έντρομος του είπε ότι θα τους συλλάβει το FBI και θα πεθάνουν στη φυλακή. Για το λόγο αυτό, ο Duce έδωσε την επιχείρηση σε άλλον.

-Ο Duce, όντας 11 χρονών, με τον αδερφό, είχαν σταλεί σε αναμορφωτήριο από τους ίδιους τους γονείς τους.  Επίσης είναι γεννημένος στο Wiebanden της Γερμανίας. Γεννημένο καλόπαιδο.

-Το alter-ego του Flynn, όποτε μεθάει, είναι ο Rufus, ένας χαρακτήρας που φοράει  περούκα με μαλλιά αφάνα και χρησιμοποιεί πάνες ενηλίκων, που συχνά αποδεικνύονται χρήσιμες.

– Οι MH πιστεύανε στην αρχή τους ότι η μεγαλύτερη επιτυχία τους θα ήταν να περιοδεύσουν με τους Slayer, όπερ εγένετο. Ωστόσο, γνωστοί για τη μεγαλοστομία τους, οι Kerry King και Flynn, και με αφορμή τα κακεντρεχή σχόλια του King μετά την κυκλοφορία του “Supercharger” , αντάλλασσαν μέσω τύπου “φιλοφρονήσεις “ μέχρι το 2007, που έληξαν οι εχθροπραξίες.

-Το υπέρβαρο “Ten Ton Hammer” γράφτηκε αρχικά σε μία κλασική κιθάρα από τον Flynn. Είπε: “Ήθελα να γράψω κάτι πρωτόγονο σαν το ‘Iron Man’ των Sabbath”.

– Μέρος του “Imperium” έχει γραφεί από το McClain και είναι στηριγμένο στο “Jesus Christ Pose” των Soundgarden.

-To live video του “The Blood, the Sweat, the Tears” γυρίστηκε με χρήματα που δανείστηκε ο Flynn από τη θετή μητέρα του, τα οποία, όπως λέει, τα επέστρεψε με τόκο. Άχου το μωρέ….

– Ο Flynn είναι δηλωμένος οπαδός των Cure και των Coldplay.

– To “Unto the…” ηχογραφήθηκε στο Jingletown Studio των Green Day.

– Τον πρώτο καιρό , οι διοργανωτές δεν ήξεραν με ποιον θα μπορούσαν να βάλουν την μπάντα να παίζει και γι αυτό παίζανε με punk μπάντες, όπως οι Rancid.

-Οι παιδικές φωνές στο “Who We Are” ανήκουν σε παιδιά των μελών της μπάντας.

-Κατόπιν πιέσεως της μητέρας του Flynn να μάθει πιάνο στο σχολείο, αυτός επέλεξε την τρομπέτα.

-Την περίοδο που η μπάντα είχε τελματώσει μετά το “Supercharger” o Flynn δούλευε ως τεχνικός για κιθάρες. Τότε τον προσέγγισαν οι Drowning Pool για να του ζητήσουν να αντικαταστήσει τον εκλιπόντα τραγουδιστή τους , David Williams, λέγοντας του ότι οι ΜΗ ξόφλησαν.

– Οι στίχοι του “Davidian” αναφέρονται στην εισβολή του FBI στις εγκαταστάσεις της αίρεσης του David Koresh στο Waco του Τέξας, που κατέληξε με το θάνατο 85 ατόμων.

– To “Aesthetics of Hate” αναφέρεται σε ένα άρθρο του site Iconoclast με τίτλο:  “Aesthetics of Hate: R.I.P. Dimebag Abbott, & Good Riddance” (=Η αισθητική του μίσους: Αναπαύσου εν ειρήνη Dimebag Abbott και καλά ξεκουμπίδια) που έγραψε κάποιος ονόματι William Grim, υβρίζοντας το θανόντα Dimebag Darell. 

-Παρεμπιπτόντως, οι MH επισκέφτηκαν τη χώρα μας λίγες μέρες μετά το θάνατο του Darell.

-Τελικά και προφανώς το όνομα της μπάντας δεν προέρχεται από τον ομώνυμο δίσκο των Deep Purple. Όταν ρωτήθηκε ο Flynn δήλωσε ότι δεν είχε ιδέα για την ύπαρξη του εν λόγω δίσκου.

– Ο μύθος λέει ότι ο Flynn εγκατέλειψε τους Vio-Lence, αφού αυτός και ο Duce ενεπλάκησαν, άθελα τους, σε καβγά με μέλη συμμορίας της περιοχής.

Οι Machine Head θα παίξουν για όλους εμάς το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα, στο Κτίριο 56 (Ελληνικός Κόσμος). Περισσότερες πληροφορίες ΕΔΩ