PLISSKEN FESTIVAL (05, 06/06/2015) Ελληνικός Κόσμος

Day 1

Αφίχθην περί τις 16:30 στον Ελληνικό Κόσμο υπό νεφελώδη ουρανό και αρκετή ζέστη για να δέσει το γλυκό.

Εντόπισα τη φίλτατη Χριστίνα, στο σχετικά άδειο υπαίθριο χώρο, η οποία με καθοδήγησε στην κεντρική σκηνή για να παρακολουθήσω τους Αμερικάνους Strand of Oaks, προσωπικό σχήμα του Timothy  Showalter, που παντρεύουν όμορφα τους αέρινους ήχους του Bruce Springsteen, των U2 και του Neil Young. Καλή αρχή για εμένα τουλάχιστον.

Σε σύντομο διάστημα σπεύδουμε προς τη μικρή υπαίθρια σκηνή για να παρακολουθήσω για λίγο τον ορχηστρικό groovy ορυμαγδό των Afformance, που δε μου κέντρισε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον, οπότε αποφάσισα να λουφάξω σε μια γωνίτσα για να κρατήσω τις δυνάμεις μου.

Επιστροφή στην κεντρική σκηνή με τους Xylouris White, ντουέτο του Γιώργου Ξυλούρη (ή Ψαρογιώργη) με τον περκασιονίστα Jim White των Αυστραλών συγγενών του Nick Cave, Dirty Three. Η αλήθεια είναι ότι όσο και αν αγαπώ τους προαναφερθέντες καλλιτέχνες, άκουγα μόνο ένα βόρβορο από το λαούτο του Ξυλούρη. Μάλλον η μουσική αυτή δεν είναι πρόσφορη για φεστιβαλικές καταστάσεις.

Κατευθύνομαι και πάλι προς τη σκηνή Republic (μικρή υπαίθρια), οπού μετά από σύντομη αναμονή εμφανίζεται η  αποκάλυψη της σημερινής ημέρας, που ακούει στο όνομα The Coathangers, από την μακρινή Ατλάντα. Το uber-sexy τρίο (πρώην κουαρτέτο) παίζει δυνατό garage/punk, έτσι όπως θα έπρεπε, το διασκεδάζει και το βιώνει στο 100%, τουλάχιστον φαινομενικά. Τα κορίτσια τα δίνουν όλα με το θορυβώδες r’n’r τους κάτω από το αττικό συννεφόκαμα και καταλήγουν σε ένα μπαράζ αλλεπάλληλων εναλλαγών στα όργανα ώσπου η frontwoman, Crooked Kid Coathanger, βρίσκεται με ένα υβρίδιο παιδικού παιχνιδιού – φαλλού στα χέρια να παράγει ήχους. Απλά έμεινα με το στόμα ανοιχτό.

Επίσης τίποτα δε με προετοίμαζε για την είσοδο των Καναδών Metz, οι οποίοι με το χρίσμα της μυθικής Sub Pop, κηρύττουν το ευαγγέλιο του ακατάπαυστου θορύβου και της απεριόριστης παραμόρφωσης. Το ανερχόμενο τρίο είναι υπερκινητικοί επί σκηνής και μάλλον σκοπός τους είναι να παράγουν όσο περισσότερο θόρυβο γίνεται. Χαρακτηριστική φυσιογνωμία ο πορωτικός μπασίστας – κλώνος του Bruce Campbell που χοροπηδάει σαν ελατήριο σε όλη τη διάρκεια του set. Ο φίλος, Bill, δίπλα μου λέει ότι οι παραμορφώσεις ξεφεύγουν παραπάνω από αυτές του δίσκου. Κακός ήχος ή άποψη στην παραγωγή, εγώ έμεινα άναυδος δύο φορές σε ελάχιστη ώρα. Έχουμε δρόμο ακόμη…

Σχεδόν ταυτόχρονα οι πολύ καλοί, Σκωτσέζοι Twilight Sad ξεσηκώνουν τη μικρή σκηνή με το ρομαντικό , dark wave ήχο τους και με ένα εκκεντρικό, πλην όμως αποτελεσματικό frontman πού έχει ξεσηκώσει τις κινήσεις του Ian Curtis και τη φωνή του Morissey.

Περί τις 19:30, έχω στηθεί στην εσωτερική σκηνή Tunnel, για να παρακολουθήσω για πρώτη φορά την εμφάνιση των βορειοελλαδιτών Giomourtzina (Γκιουμουρτζίνα= Κομοτηνή στα τούρκικα). Το ψιλοπαράδοξο τρίο μουσικών, ενώ εμφανίζεται σε μία αμιγώς ηλεκτρονική σκηνή, αναπαράγει εύστοχα το νεορετρό ψυχεδελικό και big beat ήχο άλλων εποχών. Η διάθεση είναι αρκετά trippy, χωρίς , βέβαια, να σημαίνει ότι έλειψαν και τα, υπολανθάνοντα έστω, ξεσπάσματα. Ο χώρος γέμισε και εγώ δηλώνω υπέρ του δέοντος ικανοποιημένος από την πολύ καλή και δεμένη εμφάνιση του γκρουπ.

Αποφεύγω τον κατά 40′ καθυστερημένο Tony Allen, τους αδιάφορους Iceage και τον Beardyman και κάθομαι για λίγα κομμάτια στο εκλεκτικό – ηλεκτρονικό πουλέν της Domino, που ακούει στο όνομα Austra. Όχι άσχημα, αλλά καθότι γεννημένος κάφρος έχω ήδη αποχωρήσει για την κεντρική σκηνή, όπου θα κάνουν την εμφάνιση τους οι θρυλικοί Mudhoney.

Πραγματικά, το μυθικό κουαρτέτο των trolls, αφού έκανε το τελικό soundcheck μόνο του, ενώ ο πάντα χαμογελαστός νιούφης (τρόπος του λέγειν) μπασίστας , Guy Maddison, κάνει χαλαρός PR στην πρώτη γραμμή του κιγκλιδώματος. Η μπάντα πιάνει κυριολεκτικά στον ύπνο το κοινό με το αντικομφορμιστικό άσμα  “Suck You Dry” για να συνεχίσει, κυριολεκτικά χωρίς ανάσα, με ύμνους όπως τα “You Got It (Keep it Outta My Face)” , “Touch Me, I’m Sick”, “Hate the Police” (διασκευή στους Dicks) και πιο πρόσφατα τρολο-hit, όπως το “I Like It Small”.

Ο Dan Peters είναι τρομακτικός πίσω από τα drums, ο Steve Turner είναι cool , όπως πάντα, και ο Mark Arm αγέρωχος, κρατάει γερά τη σκυτάλη του Iggy και των Stooges. Οι γλυκύτατες Coathanger και οι Metz παρακολουθούν πίσω από τη σκηνή το χαμό με έκδηλη χαρά. Όταν η σκόνη κατακάθεται μένουν μόνο μώλωπες και πονεμένοι μύες στο βομβαρδισμένο τοπίο.

Παρακολουθώ κατάκοπος για λίγα κομμάτια του πολύ καλούς rappers, Ratking, που τα σπάνε στη σκηνή Republic. Ο φίλος Έκτωρ μου συνέστησε αυτό το σκληροπυρηνικό hip-hop  τρίο από το Μανχάταν και έπεσε διάνα, καθώς τα τυπάκια ήλθαν, είδαν και αποχώρησαν νικητές. Μακάρι να είχαν και merch μαζί τους…

Στην κεντρική σκηνή το κουαρτέτο των Λονδρέζων Savages έχει πάρει θέση και ξεσηκώνει τον κοσμάκη με το νέο-νέο- κυματικό κιθαριστικό pop και μια άκρως τσαμπουκαλεμένη και επιβλητική frontwoman το πρόσωπο της Jehn Beth (aka Camille Berthomier).

Με μόλις 4 έτη ύπαρξης και ένα LP τα κορίτσια στέκονται επάξια και κάτι παραπάνω από οποιαδήποτε σύγχρονη μπάντα του χώρου. Εγώ πάντως κράτησα απόσταση ασφαλείας μιας και η ίδια η Jehn αποφάσισε να επιδοθεί στο σπορ του crowd surfing, οπότε φαντάζεστε τι προηγήθηκε.

Η τελευταία μπάντα που παρακολούθησα την πρώτη μέρα ήταν οι προοδευτικοί rockers ...And You Will Know Us By the Trail of Dead, από το εξίσου προοδευτικό Austin του Texas.

Το κουαρτέτο έκανε μία σοβαρή επίδειξη για το πως θα έπρεπε να παίζεται το σύγχρονο rock με τις γωνιώδεις και αρκετά trippy συνθέσεις του. Η φωνή του Conrad Kelly αντηχεί σταθερά και καθαρά στα ηχεία της σκηνής Republic, ενώ η υπόλοιπη μπάντα τον  ακολουθει κατα πόδας με αλάνθαστο ειρμό.

Από μακριά ακούω τους οξείς ψηφιακούς ήχους από το δυνατό set του βετεράνου Squarepusher, καθώς σέρνομαι προς το αυτοκίνητο…

Day 2

Η δεύτερη μέρα του festival ήταν λίγο πιο καταπονημένη ως προς τη φυσική μου κατάσταση και λίγο πιο φτωχή, για τα κριτήρια, μου ως προς το line-up. Έφτασα στο χώρο περί τις 17:00 με κάποιο ζόρι, λόγω ανεύρεσης πάρκινγκ.

Η πρώτη επαφή της ημέρας ήταν οι εκκεντρικοί Pow! Από το San Francisco, που εμφανισιακά θύμιζαν ένα υβρίδιο της Αμερικής των 60’s και του hippy κινήματος, ενώ ηχητικά το indie garage τους στηρίζεται σε ρετρό φόρμες και Moog πλήκτρα, γεγονός που κάνει πιο ρετρό τον ήχο τους, Ιδίως ο frontman τους, Byron Blum, φαντάζει χάρμα στον απογευματινό ήλιο με το μπλε κραγιόν.

Ακολουθώ τη ροή του κόσμου προς την κεντρική σκηνή για να παρακολουθήσω τους Liturgy, το hippster black metal κουαρτέτο όπως είπε και ο ψηλός κύριος που στέκεται δίπλα, από το Brooklyn της Νέας Υόρκης. Αφαιρώντας τα ακραία, τσιριχτά φωνητικά του ιδιώματος και προσθέτοντας τις μακρές συνθέσεις, οι Liturgy δεν προσθέτουν τίποτα στον εν λόγω ήχο, πόσο μάλλον δεν τους ευνοεί ο ζωντανός ήχος με όλες αυτές τις παραμορφώσεις, που βγαίνουν με κακήν κακώς από τα ηχεία.

Ο κήρυκας της σύγχρονη Americana, Steve Gunn, από το  πάντα προοδευτικό Austin, και το καλοκουρδισμένο σχήμα του κρατάνε συντροφιά με κάποια γλυκερά ακουστικά τραγουδάκια της Αμερικάνικης μεθορίου στη σκηνή Republic.

Ταυτόχρονα, ο  ιδιόμορφος Νεοϋορκέζος rapper Pharoahe Monch, γνωστός και ως Troy Donald Jameson, δίνει ρέστα στην κεντρική με ένα team πιστών συνεργατών και ξεσηκώνει τις ιαχές του κόσμου, που σταδιακά συγκεντρώνεται μπροστά του και λικνίζεται στους μπασάτους ρυθμούς της θορυβώδους παραγωγής. Χέρια σηκώνονται και κουνιούνται συγχρονισμένα και οι ρίμες που φτύνει ο Monch (με το μυστήριο co-mc) έχουν ενίοτε πολιτική χροιά. Κάπου στο κλείσιμο του set ακούγονται κάποιο rock ρυθμοί. Μια σωστή εμφάνιση.

Ειλικρινά δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα από την εμφάνιση του Morgan Delt και της μπάντας του.

Κάπου εδώ έχω ένα κενό μνήμης μέχρι που δέχομαι τη σφαλιάρα των πολύ καλών Thee Oh Sees, από το μακρινό San Fran (μαζικά τα έβγαλαν τα αεροπορικά;), που έχουν αρκετά παράδοξο και εντυπωσιακό line up, καθώς απαρτίζονται από δύο drummer, κιθάρα και μπάσο. Οι δύο drummer παίζουν με εντυπωσιακή ακρίβεια και συγχρονισμό, ενώ ο υπερδραστήριος frontman, John Dwyer, εναλλάσσοντας κιθάρα και πλήκτρα, δίνει μία δυναμική ηχητική επιφάνεια στο σύγχρονο r’n’r της μπάντας. Όσο άκουσα από το set τους ήταν ξεσηκωτικό, ενώ άκουσα από άλλους παρευρισκόμενους ότι έριξαν πολύ απότομα τους ρυθμούς τους. Εγώ, πάντως, δηλώνω ικανοποιημένος.

Κι έρχεται η ώρα που οι μαυροφορεμένοι φίλοι του fest, συγκεντρώνονται στην κεντρική σκηνή για να παρακολουθήσουν το βαρύ και ασήκωτο συγκρότημα των Βρετανών Electric Wizard, που, δυστυχώς, για σήμερα εμφανίζονται ως τρίο, λόγω απουσίας της Liz Buckingham, κιθαρίστριας και συζύγου του frontman, Justin Oborn.

Οι EW τηρούν απαρέγκλιτα την 70’s παράδοση των Sabbath και, κατόπιν, Cathedral, αλλά αυτός ο χαμηλών συχνοτήτων βόρβορος κουράζει γρήγορα, πόσο μάλλον όταν είναι ανεξέλεγκτος. Παράδοξο το γεγονός ότι δίπλα στέκεται ο Pharoahe Monch και παρακολουθεί την εμφάνιση των Βρετανών.

Λόγω αναμενόμενης καθυστέρησης, οι εγχώριοι Acid Baby Jesus εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα με τους ΕW στη μικρή σκηνή. Με ενισχυμένο line up , σε σχέση με αυτό που θυμάμαι τουλάχιστον, η μπάντα συγκεντρώνει μεγάλη μερίδα του κοινού. Το ταξιδιάρικο, ψυχεδελίζον garage τους δείχνει να βρίσκει στόχο. Όχι εμένα εντούτοις, για αυτό αποχωρώ μετά από δύο τραγούδια.

Κάνω για πρώτη φορά ένα σύντομο πέρασμα από την μεγάλη εσωτερική σκηνή των dj και κατόπιν κάνω σύντομο διάλειμμα στη σκηνή Tunnel και το βετεράνο dj Bad Spencer που μαζεύει τους μύστες των σχετικών πάρτι που διοργανώνονται σωρηδόν σε διάφορα παράδοξα μέρη του κέντρου. 

Και ήρθε η ώρα των αδιαφιλονίκητων headliners της ημέρας, των σκωτσέζων Mogwai, που ανεβαίνουν στη σκηνή με καθυστέρηση 45′. Κυριολεκτικά, από τις πρώτες κιόλας νότες του set, ο αέρας του φεστιβάλ αλλάζει και ο, ούτως ή άλλως, βαθύς και trippy ήχος του γκρουπ αποκτάει άλλη διάσταση.

Η αλήθεια είναι ότι, από άποψη καιρικών συνθηκών, τη γλιτώσαμε πολύ φτηνά, καθώς δε φάγαμε ούτε σταγόνα βροχής, παρόλο που αναμενόταν, αλλά υπεστήκαμε ένα σχετικά δυνατό και ψυχρό αεράκι, που εν μέσω καλοκαιριού είναι καλό. Όπως και να έχει ο Stuart Braithwaite και η παρέα του, προτιμώντας συνθέσεις από όλη σχεδόν την πορεία τους (ίσως με μία ελαφρά κλίση προς το “Mr.Beast” και το πρόσφατο “Rave Tapes”), αναπαράγουν αλάνθαστα τα μακροσκελή κομμάτια τους και πραγματικά δίνουν ένα μαγικό τόνο σε μία , ούτως ή άλλως, όμορφη νύχτα.

Ο κόσμος γύρω μου παρακολουθεί σχεδόν αποσβολωμένος την μπάντα (εκτός από τον κύριο Πανόπουλο που παίζει παιχνίδια μνήμης σε stand αλκοολούχων ποτών και κερδίζει πλούσια δώρα…), να μεταπηδά από το ένα τραγούδι (τρόπος του λέγειν) στο άλλο, με κάποια επίμονα και , ίσως , ενοχλητικά “ευχαριστώ” σε σπαστά ελληνικά του Braithwaite στα διαλείμματα. Οι Mogwai είναι από τους πρώτους διδάξαντες, αν όχι οι πρώτοι διδάξαντες, του ήχου και αυτό φαίνεται με κάθε νότα, που αποπνέει περήφανο, παγωμένο σκωτσέζικο αέρα.

Μάλλον το καλύτερο κλείσιμο για ένα ακόμη επιτυχημένο Plissken. Καιρός να πάω σπίτι…

Photos: Χριστίνα Αλώση