CHERUBS: “2 Ynfynyty”

Ήμουν πάντα της απόψεως ότι δεν είναι και πολύ σώφρον να περιμένεις από μπαρμπάδια να σώσουν τη σύγχρονη μουσική, κοινώς όχι άλλες επανασυνδέσεις και αποχαιρετιστήριες τουρ.

Αλλά τα τελευταία χρόνια διαψεύδομαι συστηματικά, αν και αυτό που θεωρείται ρετρό για πολλούς σήμερα, για μένα, κάποτε, ήταν ζωντανό και συνέβαινε ενώπιον μου. Καλά, βέβαια, αυτό αποτελεί σχήμα λόγου  για το τρίο των Cherubs, από το πολύ προχωρημένο μουσικά Austin του μακρινού Texas, που κλείσανε το μαγαζί το 1994, μετά από δύο LP και κάτι ψιλά και πάνω στο ζενίθ της καλλιτεχνικής πορείας τους.

Για την παρούσα κυκλοφορία τους, που έρχεται μετά από 20 συναπτά έτη από τη διάλυση τους να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, το γκρουπ έχει διαλέξει ένα πολύ καλό team συνεργατών, με τον  Mike McCarthy (Spoon, Trail of Dead) στο σκαμνί της παραγωγής και τον Howie Weinberg (Nirvana, Slayer) σε χρέη mastering. Το ερώτημα για τους αμύητους είναι: “τι πρόκειται να ακούσω;”. Μη φοβάσαι αγαπητέ αναγνώστη, γιατί  το αξιόπιστο και έμπειρο χέρι του Καλλίνικου θα σε καθοδηγήσει μέσα σε αυτήν την οργιώδη πανδαισία ήχου και θορύβου. Η λέξη “θόρυβος” είναι ουσιώδους σημασίας επί του παρόντος, γιατί το γκρουπ είναι συγγενές προς μπάντες όπως οι συντοπίτες τους και ψυχασθενείς Butthole Surfers του αγαπητού ψυχάκια Gibby Haynes (τι θα πει δεν τον ξέρετε, το όνομα του έχει αναχθεί σε μονάδα μέτρησης… ναρκωτικών), τους Jesus Lizard του επίσης απρόβλεπτου David Yow, τους Helmet, τους Sonic Youth, τους Helmet, τους Melvins και ακόμη και τους Nirvana στα πιο δυνατά, φασαριόζικα ξεσπάσματα τους. Εντάξει, οι άνθρωποι είναι πλέον και κάποιας ηλικίας, οπότε δεν υποπίπτουν στις ακρότητες του παρελθόντος, βλέπε Big Black, Scratch Acid  και ίσως να χαλαρώσανε λιγουλάκι σε σχέση με το τελευταίο τους studio πόνημα, Heroin Man (καταλαβαίνετε τώρα…), που κυκλοφόρησε πριν 21 χρόνια!

Συνεχίζετε και έχετε απορίες μάλλον, ε; Σε πολλούς, αυτό που κάνει το εν λόγω συγκρότημα ίσως να ακούγεται ως ακαθόριστος ήχος, αλλά πιστέψτε με υπάρχει πάντα απώτερο σχέδιο και αυτό ίσως να αποτελεί βάση για πολλά γατάκια που εμφανίστηκαν λίαν προσφάτως, όπως οι Kylesa, Unsane και άλλοι παρόμοιοι.

Ο ήχος είναι υπερ-μπάσος και το μπάσο παίζει αρκετά σημαντικό ρόλο στην όλη (υπερ)ηχητική δομή που έχουν στήσει οι Cherubs, καθώς σε χτυπάει ανηλεώς κατάστηθα. Οι κιθάρες τσιρίζουν και παράγουν ότι παραφωνία μπορεί να χωρέσει η ανθρώπινη φαντασία, ξεπερνώντας  την συχνά, συνεπώς μην περιμένετε κανένα πεντατονικό σόλο. Οι φωνές είναι τελείως παραμορφωμένες και από άποψη εκτέλεσης ακολουθούν τα κατά Kim Gordon διδάγματα, με την ειδοποιό διαφορά ότι δεν έχουμε riot grrls, αλλά υψίφωνους άντρες που γκαρίζουν. Κοινώς, οι συνθέσεις είναι εν γένει φωνακλάδικες και αποδομημένες, αλλά οι Cherubs φαίνεται ότι έχουν ρίξει λίγο νερό στο κρασί τους και μαζί με αυτό και τους τόνους τους, κάνοντας και κάποιους μελωδικούς συμβιβασμούς, σε κομμάτια όπως τα “Sunday Mondays”, “Cumulo Nimbus” και “Monkey Chow Mein”.

Είναι απόπειρα επαναφοράς στα πράγματα; Είναι τα χρόνια που βαραίνουν και αφαιρούν το μένος της οργισμένης νεολαίας; Το πόσο σχετικοί με το σήμερα είναι οι Cherubs είναι δύσκολο να το κρίνω, γιατί σίγουρα η μουσική τούτη είναι διαχρονική, απ’ ό,τι φαίνεται. Άξιζε τον κόπο; Ίσως, θα έλεγα, σε σχέση με όλα αυτά τα σκατά που κυκλοφορούν τελευταία.