TEAR OUT THE HEART: “Dead, Everywhere”

Θυμάμαι ότι όταν ήμουν πιτσιρικάς, τα φιλαράκια μου λέγανε στα πλαίσια της ταμπελοποίησης, ότι το “Chaos A.D.” των Sepultura (που παρεμπιπτόντως τα φρικιά της περιοχής μου το θεωρούσαν ξεπουλημένο σα δίσκο) είναι metalcore. 

Τώρα πώς έφτασε η, κατά τα άλλα συμπαθής Victory, να προωθεί μπάντες όπως οι Tear Out The Heart, το metalcore κουιντέτο από το St. Louis του Missouri, είναι μάλλον σημείο των καιρών.

Αυτό που δεν μπορώ να αντιληφθώ είναι γιατί όλες αυτές οι μπάντες επιμένουν να αναμασούν τις ίδιες και τις ίδιες φόρμες, εφόσον ο επόμενος δίσκος των Enter Shikari θα είναι και πάλι κάποια έτη φωτός μακριά από οτιδήποτε αντίστοιχο έχει κυκλοφορήσει τον τελευταίο καιρό.

Πάλι ακούω τα ίδια τραχιά και beat-down riff, πάλι ακούω τις ενδιάμεσες ηλεκτρονικές λούπες, σκισμένα φωνητικά να διαδέχονται τελείως επεξεργασμένα και συνθετικά, μελωδικά, φωνητικά, trigger στα drums, περίπλοκα (και καλά) σουηδικής προελεύσεως κιθαριστικά περάσματα, yada yada yada. Αυτό δε, που ενοχλεί περισσότερο είναι και η έντονη προβολή του ανδρισμού (λέγε με machismo) συνδυασμένη με την υποτιθέμενη hardcore ειλικρίνεια και ηθική (πιστεύω ακράδαντα ότι ο Ian McKaye θα είναι στα πρόθυρα της αυτοκτονίας) και όλα αυτά διανθισμένα με το πόσο ευαίσθητοι, πονεμένοι και ευπαθείς (εικόνες επίσης hxc προελεύσεως) είναι οι συγκεκριμένοι μουσικοί, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη θεματολογία και ακόμη και το ίδιο το όνομα του γκρουπ, και εν κατακλείδι τα παραπάνω αποτελούν ένα αρκετά έντονο σκωτσέζικο ντους ως προς τη συνολική εικόνα της μπάντας. Από την άλλη, αυτό που κρύβεται πίσω από όλη αυτήν την πολιτική ορθότητα, είναι φράντζες, μπράτσα γυμναστηρίου, ντεκαπάζ και τατού, όπως επίσης και το κυνήγι του πιασάρικου τραγουδιού και, κατ’ επέκτασιν του χρήματος (άλλως του αμερικάνικου ονείρου), από ανθρώπους που είναι, τουλάχιστον από μουσικής απόψεως, συντηρητικοί.

Στα παραπάνω προσθέτω και τη υπέρμετρη φιλοδοξία του να έχεις αυτές τις συνθετικές δυνατότητες και να πλατειάζεις άνευ λόγου και αιτίας επί 14 συναπτά τραγούδια, καθώς οι συνθέσεις είναι υπερφίαλες και χωρίς αντίκτυπο προς το μέσο αυτί. Την εποχή που ακόμη και η εναλλαγή φωνητικών θεωρείται δεδομένη, αν όχι παρωχημένη, ο frontman Tyler Konersman σκίζει τις φωνητικές του χορδές αφήνοντας τις μελωδικές γραμμές στον μπασίστα Isaac Etter, όχι, βέβαια, πως αυτό σώζει την κατάσταση. Και η μπάντα βρίσκεται ήδη στο δεύτερο δίσκο. Εν τέλει τι απομένει; Τίποτα!