URIAH HEEP: “Salisbury”

MONUMENT

Υπάρχουν κάποιες μπάντες με τις οποίες όταν “συναντιέμαι” (συνήθως όταν παίζει η playlist 2875 ωρών τυχαία στο VLC) μου έρχεται αυθόρμητα η εικόνα της Ντίνας Κώνστα ως Ντένη Μαρκορά να μονολογεί νοσταλγικά “…καφενείο, από εκείνα τα παλιά…τα ωραία…”. Από αυτήν εδώ την στήλη έχουμε ασχοληθεί ουκ ολίγες φορές με τέτοια “καφενεία” και με ένα τέτοιο θα ασχοληθούμε και σε αυτό το τεύχος. Το “χαμαιτυπείο” αυτή τη φορά θα είναι “μαγικό” κατά κάποιο τρόπο μιας και οι “ιδιοκτήτες” οικειοποιήθηκαν τον τίτλο “μάγοι” του ευρύτερου rock της δεκαετίας του ’70. Ο λόγος για τους Βρετανούς προπάτορες του heavy / progressive metal Uriah Heep. Και ειδικότερα για το δεύτερο και αριστουργηματικό album τους “Salisbury”.

Η πρώτη επαφή του γράφοντα με την μπάντα ήταν οπτική. Όχι, δεν τους είχα δει ζωντανά, δεν ήξερα καν τι είδος μουσικής έπαιζαν. Η εικόνα όμως ενός album στη βιτρίνα του τοπικού δισκάδικου το οποίο ήταν χαρακτηριστικό σημείο της τρίχρονης πορείας μου προς το σχολείο κάθε πρωΐ, είναι από αυτές που μένουν ανεξίτηλα στη μνήμη και ήταν η αρχή της μουσικής συμβίωσης με αυτή την – επιδραστικότατη όπως αποδείχτηκε από τη μελλοντική τριβή – παρέα μουσικών. Ένα κατακόκκινο εξώφυλλο με ένα logo με το περίεργο όνομα Uriah Heep και στο κάτω μέρος ένα ανεξήγητο κυριλλικό “Cam B Μockbe”. Με θυμάμαι με μια διαρκή απορία κάθε φορά που έπεφτε το βλέμμα μου πάνω του “Τι έγινε; Βγάζουν και οι κομμουνιστές δίσκους; Ποιός ξέρει τι είναι αυτό πάλι;…” και διάφορες άλλες ανίδεες / παιδικές σκέψεις περνούσαν από το νου μου.

Καθώς εντρυφούσα όλο και πιο πολύ στο rock και με το διαθέσιμο υλικό ακρόασης (είτε από φίλους είτε απλά γιατί… αυτά είχε το δισκάδικο!) να ανήκει εξ ολοκλήρου στις ρίζες του ιδιώματος, μέσα στα πολλά άλλα, ήταν λογικό ότι δεν θα περνούσε πολύς καιρός για να ανακαλύψω αυτό το “εξωτικό φρούτο”. Τελικά, όχι, δεν ήταν Ρώσσοι κομμουνιστές οι τύποι, ήταν Άγγλοι και μάλιστα τελικά “γνωστοί”, καθώς ένα από τα εφηβικά “hit” της εποχής ήταν και ένα κομμάτι που λεγόταν “Lady In Black”, γνωστή μπαλάντα που σε κανένα εφηβικό πάρτυ θα παιζόταν από το κασσετόφωνο και θα χορεύαμε “blues” με κάποιο κοριτσάκι. Αυτό που αντίκρυζα στη βιτρίνα και μου αποσπούσε το βλέμμα ήταν απλώς ένα live τους στη Μόσχα, κάτι που εκείνο τον καιρό θεωρείτο θέμα – taboo λόγω της πολιτικοκοινωνικής κατάστασης που επικρατούσε σε όλον τον κόσμο και η οποία έδειχνε να αλλάζει.

Αυτή η μπάντα με το παράξενο όνομα ξεκίνησε αρχικά στο Brentwood (προάστιο στην ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου) από τον κιθαρίστα Mick Box και τον τραγουδιστή David “Byron” Garrick οι οποίοι σχηματίσαν την μπάντα με το όνομα Spice άρχισαν να δίνουν μικρές συναυλίες σε τοπικές pubs και bars φτάνοντας να εμφανιστούν στο φημισμένο Marquee Club του Λονδίνου (με το line up να συμπληρώνεται από τους Alex Napier στα drums, τον Paul Newton στο μπάσο και τον Colin Wood στα keyboards). Εκεί κέντρισαν το ενδιαφέρον του ήδη γνωστού παραγωγού και ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρίας Gerry Bron (Τhe Hit Record Productions Ltd) ο οποίος τους πρότεινε δισκογραφικό συμβόλαιο και τους υπέγραψε για λογαριασμό της κραταιάς τότε Vertigo Records.

Με φιλοδοξία και με πίστη στις συνθετικές τους ικανότητες, απομακρύνθηκαν από την εκτέλεση διασκευών (κάτι σύνηθες για νεοσύστατες μπάντες) και επικεντρώθηκαν στη δημιουργία δικού τους υλικού. Κάπου εκεί επήλθε και η μετονομασία σε Uriah Heep κάποια στιγμή μέσα στο 1969, ένα όνομα δανεισμένο από έναν χαρακτήρα του μυθιστορήματος του Κάρολου Ντίκενς “David Copperfield” (κάτι που ίσως να είχε και σχέση με το γεγονός ότι τη συγκεκριμένη χρονιά συμπληρώνονταν 100 χρόνια από το θάνατο του συγγραφέα και το όνομά του απασολούσε την αγγλική επικαιρότητα). Με τον ερχομό του Ken Hensley στα keyboards ολοκληρώθηκε το puzzle και η μπάντα μπήκε στο studio το καλοκαίρι του 1970 για να ηχογραφήσει το debut της “…Very ‘Eavy …Very ‘Umble”. Αυτά ως πρόλογος γιατί το θέμα μας είναι το επόμενο δημιούργημα, το φαντασμαγορικό δεύτερο album το οποίο είδε το φως της ημέρας τον Ιανουάριο του 1971.

Στο Salisbury λοιπόν, η μπάντα έχει ήδη προκαθορισμένες διαθέσεις για τη δημιουργία πιο πομπώδους, πιο “μεγαλειώδους” rock. Κάτι που θα όφειλε στον Ken Hensley, ένα μάγο των πλήκτρων και με τη σύμφωνη γνώμη του Mick Box ο οποίος έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για μπάντες όπως τους Vanilla Fudge ή τους Procol Harum των οποίων η μουσική ήταν πλήρως εμβαπτισμένη στο hammond. Από την άλλη, χαρακτηριστική ήταν η παραγωγή του Bron ο οποίο κατάφερε να διασταυρώσει ηχητικά την προοδευτική συνθετική άποψη με έναν πολύ βαρύ, ισχυρό proto-metal ήχο, ενισχύοντας το ρόλο του Newton και του νεοεισελθόντα drummer Keith Baker.

Ξεκινώντας από το εικαστικό μέρος, το εξώφυλλο του δίσκου απεικονίζει ένα βρετανικό tank και η λογική σύνδεση βρίσκεται στον τίτλο μιας και το Salisbury Plain, μια περιοχή στο Wiltshire, είναι στρατιωτική βάση εκπαιδεύσεως. Από την άλλη δεν έχει σχέση με τη στιχουργική θεματολογία η οποία για πρώτη φορά εμφανίζεται να ρέπει προς τη φαντασιακή λογοτεχνία, πλήρως λυρική και ποιητική μέσα από την πένα του David Byron.

Μουσικά ο ακροατής θα αντιμετωπίσει αριστουργηματική μουσική με πολύ μεγάλη ποικιλία. Βασικά χαρακτηριστικά του “Salisbury”; Ο σκληρός για την εποχή ήχος της κιθάρας του Mick Box, το τρελαμένο ρυθμικό υπόβαθρο και φυσικά η φωνή του Byron η οποία κινείται σε στρατοσφαιρικά επίπεδα και είναι η αιχμή του δόρατος. Λυρικότατος αλλά ταυτόχρονα πολύ δυναμικός και σε σημεία “αλλοπρόσαλλος” τόσο που να ξεχωρίζει με μιας από το μέσο όρο των τραγουδιστών της εποχής και με τέτοιο εμφατικό τρόπο που κατέστησε την ερμηνεία του επιδραστικότατη σε μια νεότερη γενιά (είναι αδύνατον για παράδειγμα να μην επηρεάστηκε από τον Byron ο Thijs van Leer των Ολλανδών Focus ή ακόμη και ο Klaus Meine των Scorpions – τουλάχιστον κατά την πρώτη περίοδό τους). Επίσης η προσθήκη του Ken Hensley ενισχύει τον progressive χαρακτήρα του δίσκου με τα διάσπαρτα ευφάνταστα παιχνιδίσματα των keyboards που αλλάζουν το κλίμα μέσα στις ίδιες τις συνθέσεις, σαν εμβόλιμα layers ανάμεσα στα μουσικά θέματα.

Να δούμε και λίγο και τα κομμάτια που απαρτίζουν το album; Ακουμπώντας η βελόνα το βινύλιο ακούγονται τα πρώτα heavy riffs του “Bird Of Prey” και τα εν είδει οπερατικά φωνητικά του Byron κάνουν άμεσα την εμφάνισή τους. Στακάτο κομμάτι που στο φινάλε του φέρνει κάτι από την “χίπικη” τεχνοτροπία που έτσι κι αλλιώς εκείνους τους καιρούς ήταν ακμαιότατη στο σύνολο του τότε rock ύφους. Η πρώτη λυρικότατη στιγμή είναι αναμφίβολα το “Τhe Park”, μια ακουστική σύνθεση στην οποία κυριαρχεί το hammond του Hensley (ο οποίος και έχει το σημαντικότερο μερίδιο στη δημιουργία του album μιας και τρία από τα έξι κομμάτια είναι δικά του ενώ συνυπογράφει τα υπόλοιπα) και η απαλή, κρυστάλλινη φωνή του Byron στο κλιμακωτό ρεφρέν, μια πρώτη ένδειξη ότι ακόμη και οι rockers “ησυχάζουν” όταν πρέπει, δίνοντας χώρο στο συναίσθημα. Μια από τις πιο εξαιρετικές στιγμές είναι το “Time To Live” που εντάσσεται πλήρως στο χώρο του hard rock της εποχής. Αμεσότατο κουπλέ, γέφυρες που γειτνιάζουν με την τεχνοτροπία των Pink Floyd του Syd Barrett, εξαιρετικά solos από τον Box και έναν Byron που παλινδρομεί ανάμεσα στον rock ορθολογισμό και τις παθιασμένες κραυγές που τον χαρακτήρισαν μια για πάντα.

Η πρώτη πλευρά κλείνει με ένα αιώνιο “hit”. Και αναφέρομαι στο προαναφερθέν “Lady In Black” το οποίο κυριάρχησε στα single charts της εποχής για αρκετό καιρό και έμεινε στη συλλογική μνήμη ως μια από τις καλύτερες μπαλάντες ολόκληρου του ρεύματος. Με ένα βασικό δομικό riff που επαναλαμβάνεται, το φωνητικό ensemble όλων των μελών της μπάντας ως ρεφρέν και τις αιθέριες soundtrackικές ατμόσφαιρες του Hensley, το “Lady In Black” ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία των Heep και ουσιαστικά τους “έμπασε” στο δισκογραφικό χάρτη, καθιστώντας τους πλήρως αναγνωρίσιμους ως μπάντα.

Η δεύτερη πλευρά απαρτίζεται από δυο μέρη. Το πρώτο κομμάτι “High Priestess” θα έλεγα ότι είναι ένα αμερικανικής κοπής κομμάτι στο οποίο περικλείεται μια μεγάλη γκάμα από styles, περικλείοντας το rock και το blues και με σιγουριά κάποια ψήγματά του έγιναν βασικά στοιχεία συγκροτημάτων που ακολούθησαν όπως οι Queen και οι Thin Lizzy. Αλλά η έννοια της προοδευτικότητας αποθεώνεται με το 16-λεπτο ομότιτλο track, το “Salisbury” το οποίο καταλαμβάνει ολόκληρη την υπόλοιπη πλευρά του βινυλίου, ένα αυτοτελές έργο τέχνης που θα μπορούσε να είναι soundtrack μιας ολόκληρης ταινίας. Με περιπετειώδη δομή, instrumental μέρη που εναλλάσσονται διαρκώς με τα αμιγώς rock θέματα και εκτεταμένη χρήση πνευστών, το “Salisbury” αποδεικνύει την στόφα αυτών των μουσικών. Ο κεντρικός πυρήνας των Hensley, Box και Byron δίνει “ρέστα” όπως λέμε. Αξιοζήλευτη ενορχήστρωση, τεχνικότατη προσέγγιση από όλα τα μέλη της μπάντας, αλλαγές και κλίμα που εγκολπώνει σχεδόν όλες τις rock τάσεις της εποχής, το “Salisbury” είναι από τις πρώτες εκείνες στιγμές του ιδιώματος που δημιούργησαν ολόκληρο το κίνημα του progressive rock το οποίο κυριάρχησε όλη τη συγκεκριμένη δεκαετία και το οποίο ιδιοποιήθηκαν πάμπολλες επίσης θρυλικές μπάντες που ακολούθησαν (όπως για παράδειγμα οι Camel, οι Gong, οι Kansas και τόσες άλλες). Πραγματικό διαμάντι με μια διαχρονική συνθετική φρεσκάδα που δύσκολα θα βρεις σε δουλειές ακόμη και του σήμερα, ένα ασφαλέστατο τεκμήριο στη διαπίστωση ότι οι Uriah Heep δεν ήταν ποτέ “άλλη μια μπάντα της σειράς” αλλά ένα σχήμα που μπόλιασε το rock με τέτοια στοιχεία που το ενδυνάμωσαν τόσο ώστε να εξελιχθεί μετέπειτα στο πανίσχυρο heavy metal που βασίστηκε εν πολλοίς στη βαρύτητα και τις δυναμικές αυτής της τεχνοτροπίας.

Οι Uriah Heep, τουλάχιστον για την επόμενη δεκαετία, ακόμη και με την αντικατάσταση του Byron από τον επίσης θαυμάσιο τραγουδιστή John Lawton, δεν σταμάτησαν να παράγουν αριστουργηματικές δουλειές, με πολλά κομμάτια – ορισμούς ολόκληρων σχολών μουσικής και ψήγματα της δουλειάς τους θα βρεις σχεδόν σε κάθε prog rock κυκλοφορία εώς και τις σύγχρονες μέρες. Ο Byron εγκατέλειψε τα εγκόσμια το 1985 εντελώς κατεστραμμένος από το πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε, το ίδιο και ο ιδιοφυής Ken Hensley ο οποίος μας αποχαιρέτησε μόλις τον προηγούμενο Νοέμβρη του 2020 και στους Heep έχει απομείνει μόνο ο θεόρατος Mick Box ο οποίος συνεχίζει να δημιουργεί ακόμη και σήμερα, κρατώντας το όνομα της μπάντας στην επικαιρότητα και τιμώντας το με σεβασμό προς το ένδοξο παρελθόν της.

Αν και ποτέ δεν έτυχαν της αναγνωρίσεως που τους άξιζε σε σχέση με άλλα groups της εποχής, οι Uriah Heep ανήκουν στους ηθικούς αυτουργούς ολόκληρης της προοδευτικότητας που εμφάνισε το ιδίωμα σε όλες τις εποχές του και αυτό είναι το ακλόνητο credit τους. Οι παλαιοί γνωρίζουν όσο για τους νέους… καλά θα κάνουν να αφιερώσουν λίγο παραπάνω χρόνο στο να τους μελετήσουν αν θέλουν να μάθουν τι εστί rock. Γιατί το rock δεν είναι συλλογή ακουσμάτων, κυρίως είναι συλλογή οριζόντων και τρόπων αντιλήψεως και στα σίγουρα μπάντες όπως οι Heep και albums όπως το “Salisbury” άνοιξαν πολλούς εξ αυτών.

O γράφων σας εύχεται υγεία και υπομονή. Να διαβάζετε το περιοδικό, λαβ όνλι και ζήτω το heavy metal.

(Για τον Τσίφ Παναγιώτη “Dony” Πλεμμένο. Φαλακρός είναι, κρατάει μαστίγιο αλλά είναι καλό παιδί και δεν λέει να του χαλάς χατήρια)

Το άρθρο έχει δημοσιευθεί αρχικά στο έντυπο περιοδικό για retro υπολογιστές Retro Planet.
Facebook: https://www.facebook.com/retroplanetmag
Official Page: https://retroplanetmagazine.blogspot.com/

About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 947 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.