PAPA ROACH : “Infest”

MONUMENT

Οι Papa Roach είναι μια σεσημασμένη Nu metal συμμορία που οφείλεται για την αναζωογόνηση και εκτόξευση της εν λόγω σκηνής (μαζί με τους Linkin Park βεβαίως βεβαίως) με το λυκαυγές του millennium και για διάφορούς λόγους (κυρίως για το mainstream χαρακτήρα τους), είναι από τα σχήματα που οι “ψαγμένοι” μεταλλάδες αγαπούν να μισούν (θα εξηγήσουμε στον επίλογο).

Με καθυστέρηση αρκετών ετών οι Καλιφορνέζοι rockers, αποφασίζουν να στρατοπεδεύσουν αρχικά στη Θεσσαλονίκη στις 28 Φεβρουαρίου κι έπειτα στην Αθήνα στις 29 Φεβρουαρίου (δελτίο τύπου), με το επίσημο τέλος του Χειμώνα, για πρώτη φορά στην 27χρονη πορεία τους.

Το λιγότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε για αυτό το τεράστιο μέγεθος που οι Papa Roach πρεσβεύουν, είναι να αναλύσουμε την απαρχή της ξέφρενης κι ασυγκράτητης πορείας τους που συνεχίζεται και μακροημερεύει έως τις μέρες μας, και δεν είναι άλλη από το δεύτερό τους στουντιακό πόνημα, το “Infest” (2000).

Για μια επιτυχία που έγινε τρεις φορές πλατινένια και μέσω αυτής το σχήμα απέσπασε 2 Grammy (το Best New Artist και το Best Music Video) συν ένα MTV Video Music Award (επίσης για Best New Artist), είχαν προηγηθεί 7 χρόνια που η ατίθαση σχολική παρέα, αναμόχλευε το ύφος της, προσπαθούσε να κατασταλάξει σε ένα σταθερό κορμό μελών και να διεισδύσει με όποιο τρόπο στα δίκτυα της μουσική βιομηχανίας.

Το πρώτο τους EP “Potatoes for Christmas” ήταν ένα πρωτόλειο εγχείρημα που πέρα από κάποιες καλές (σε πολλά σημεία δυνατές) ιδέες, δεν προμήνυε για κάτι που θα μπορούσε να ξεχωρίσει από το σωρό. Όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει ο Jacoby Shaddix “οι πρώτες μας ηχογραφήσεις ήταν απαράδεκτες, ακουγόμασταν σαν ένα κράμα από Mr. Bungle, Red Hot Chili Peppers και Primus”.

Το ντεμπούτο τους όμως “Old Friends From Young Years” του 1997 αποτελεί μια από τις πλέον περίεργες ή αξιοσημείωτες, αν θέλετε, ντεμπούτο δουλειές για ένα σχήμα τέτοιου βεληνεκούς, μιας και κανείς δε θα μπορούσε να κάνει τη σύνδεση των επιτυχιών που ακολούθησαν όπως τα
“Burn”, “Scars”, ή “Getting Away With Murder”, με το πειραματικό, κι εν μέρει ωμό post – Hardcore. Ένα εμπνευσμένο και δυνατό ντεμπούτο που αργότερα αγαπήθηκε κι από τους fans, οι οποίοι το γνώρισαν καλύτερα αναμορφωμένο σε μια εξαιρετική Fan club edition το 2005.

Αφού χτύπησαν τις πόρτες της Warner, η συνεργασία τους δεν ευδοκίμησε, ο παραγωγός Jay Baumgardner που εκτίμησε ιδιαίτερα τις ικανότητές τους, βοήθησε το σχήμα ώστε να αρχίσει ηχογραφήσεις στα NRG Studios του Hollywood, κι ως κινητήριος μοχλός έδωσε ώθηση ώστε τα μέλη ν’ αναδείξουν τις αρετές τους και να απεμπλακούν από μονοπάτια που φαίνεται ότι τελμάτωναν την προοπτική τους.

Εύκολα και με μεγάλη δόση αλήθειας, το “Infest” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα πρωτοπόρο album, το οποίο ξεχειλίζει από ρυθμό, δύναμη, επιθετικότητα, ένα πόνημα γεμάτο από φρέσκες ιδέες για την εποχή του κι αμίμητη ενέργεια. Δεν έχει ξεπεραστεί, παρότι έχει πολύ-παιχτεί και πολύ-φορεθεί στο μέγιστο βαθμό. Αντίθετα, επηρεάζει και προκαλεί αυχενικές αναταραχές όπου και αν ακουστεί.

Το εναρκτήριο ομότιτλο “Infest” αποτελεί μια ηχητική βόμβα μεγατόνων, το οποίο συνδυάζει όλα τα nu metal στοιχεία της επόμενης 5ετίας κι αποτελεί την απαρχή του προσωπικού μανιφέστου του Jacoby Shaddix, ο οποίος σ’ όλο το album βγάζει τα εσώψυχά του τόσο με τη στιχουργική του, όσο και με τα φωνητικά του. Σ’ αντίθεση μ’ άλλες δουλειές που ακολούθησαν, εδώ ο Shaddix κρατάει τόσο ψηλά την ένταση και το πάθος, εις βάρος της ερμηνευτικής του δεινότητας. Τελικά η συγκεκριμένη “απόφαση” φαίνεται ότι πέτυχε!

Το αμάλγαμα RATM και RHCP που σήμανε την αρχή, ακολουθείται με την πλέον πιασάρικη, γκλαμουράτη, ανεβαστική και ολόφρεσκια πρόταση το θρυλικό “Last Resort”. Ο βιωματικός και πρωτότυπος τρόπος που αποτυπώθηκαν οι στίχοι, το περίεργο ραπάρισμα και πάνω από όλα οι κιθαριστικές δομές (με τα μνημιώδη riff) που συνέδεσαν τα παραπάνω, σηματοδότησαν ένα track – σφραγίδα για τον εναλλακτικό metal ήχο. Δύσκολα θα βρούμε Dj, που να μην έχει συμπεριλάβει στις λίστες του το εν λόγω track, κι επίσης πιο δύσκολα fan του σκληρού ήχου (κι όχι μόνο!), που να μην έχει χτυπηθεί στο άκουσμά του!

Το δεύτερο single του Infest, μετά το “Last Resort”, μπορεί να μην έχει τη δυναμική και την αίγλη του πρώτου, εντούτοις ο μοναδικός τρόπος που συνδυάζεται το γκρουβάτο ξεκίνημα, με το ενέργεια που έπεται, καθώς και τη βιωματική στιχουργική του, συγκαταλέγουν το “Broken Home” σε μία από τις δυνατότερες στιγμές τους. Εξαιρετική δουλειά έχει γίνει στο video clip του τραγουδιού, το οποίο καθήλωσε και ταυτόχρονα εξέφρασε εκατομμύρια έφηβους ανά την υφήλιο.

Δεν είναι εύκολο πράγμα, μετά από ένα τόσο ηχηρό χτύπημα από τα singles που προηγήθηκαν, να ξεχωρίσουν αρκετές στιγμές από το “Infest”, όσο δυνατές κι αν ήταν, δε μπορούσαν να ξεπεράσουν τον αρχικό πήχη. Αυτοί είναι οι κανόνες “λογικής” της μουσικής βιομηχανίας. Βέβαια τα εκατομμύρια αντίτυπα που πωλήθηκαν εμπότισαν τους fans με όλη την προοπτική και την κουλτούρα που οι Papa Roach είχαν ως απώτερο στόχο και πλαισίωσαν επάξια κι επ’ ουδενί αδιάφορα το όλο έργο.

Προσωπικά βρίσκω στα “Dead Cell” και “Snakes”, χαρακτηριστικά δείγματα της nu-metal σκηνής και παρά τα κλισέ που αναδύονται πλέον, είναι ευχάριστα έως ενδιαφέροντα ακούσματα. Ενώ τα “Between Angels and Insects” και “Thrown Away”, ίσως αποτελούν τα πιο αδικημένα “τέκνα” των Καλιφορνέζων, μιας και θα μπορούσαν να σταθούν επάξια σ’ οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη δουλειά τους, όντας θέματα “γροθιά στο στομάχι” για τις αμερικανοτραφείς δυτικές κοινωνίες, τα οποία διαπνέονται από βαριά riff, σταθερή (ανεπαίσθητη) μπασσογραμμή και στιβαρό κι εκκωφαντικό drumming.

Κατά πολλούς ο τρόπος που αγγίζουν κοινωνικά ζητήματα είναι επιδερμικός κι επιφανειακός, και κατά άλλους ανήκουν στη σφαίρα των σχημάτων που δισκογραφικές εταιρίες προώθησαν ως αντίβαρο στους επαναστάτες, αντιδραστικούς κι αντισυμβατικούς RATM, οι οποίοι ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους εκείνη την περίοδο. Οι θεωρήσεις αυτές πέρα αποπροσανατολιστικές ως προς τη διαλεκτική για τη μουσική εξέλιξη, δημιουργούν έναν αχρείαστο συμπλεγματικό ελιτισμό, μιας και η καλλιτεχνική πορεία των Papa Roach κι η διαχρονικότητα της τέχνης τους έρχονται να αποστομώσουν όσους αγάπησαν να τους μισούν.

Το “Infest” αποτέλεσε σημείο αναφοράς για χιλιάδες σχήματα που ξεπετάχτηκαν εκείνη την περίοδο και ο απόηχός του μέχρι τις μέρες δεν έχει ατονήσει, αντιθέτως. Όπως ο χρόνος κατέδειξε, δεν αποτέλεσε μια αναλαμπή για τους Papa Roach, και σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε ως one-hit wonder μπάντα, αφού η δυναμική τους ξεδιπλώθηκε μ’ εμφατικό τρόπο τα χρόνια που ακολούθησαν.

Είναι πραγματικά μεγάλη ευκαιρία για πρώτη φορά στη χώρα μας, να απολαύσουμε ένα τεράστιο σχήμα, που θα μπορούσε να κοσμεί ως headliner οποιοδήποτε event ανά την υφήλιο και θα είμαστε εδώ να αποδώσουμε τον απόηχο αυτής της μεγάλης συναυλίας που ανοίγει το 2020. Έως τότε, το “Infest” όπως και η υπόλοιπη δισκογραφία των Papa Roach, θα παίζει στα ηχεία μας ως ζέσταμα για τις 28 και 29 του Φλεβάρη.


Παναγιώτης Σπυρόπουλος
About Παναγιώτης Σπυρόπουλος 201 Articles
Γεννήθηκε στα τέλη του 70 στα Δυτικά της Αθήνας, πιο αργά ή πολύ νωρίτερα από ότι θα ήθελε - δεν έχε καταλήξει ακόμα! Ακροβατώντας ανάμεσα σε οικονομετρικά μοντέλα, φιλοσοφικούς αναστοχασμούς, πολιτικούς προβληματισμούς, κοινωνικές και διατροφολογικές ανησυχίες, η μουσική αναζήτηση είναι το δίχτυ ασφαλείας στο matrix της καθημερινότητας. Fan του σκληρού ήχου, λάτρης της κλασικής μουσικής, παθιασμένος με τα blues. Αναζητά την αιτία ζωής του, πριν κάποιοι άλλοι διαγνώσουν την αιτία θανάτου του• είναι σε καλό δρόμο για το δεύτερο.