OCEANS OF SLUMBER: “Oceans of Slumber”

ALBUM

Είδος: Doom/ Progressive/ Death metal
Δισκογραφική εταιρία: Century Media Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 4 Σεπτεμβρίου 2020

Τρεις αποχωρήσεις (οι δυο κιθαρίστες και ο μπασίστας), μια ανανέωση κατά το ήμισυ δηλαδή, και το όνομα του γκρουπ στην πινακίδα του τέταρτου άλμπουμ, αρκούν και περισσεύουν για να δελεάσουν όλους αυτούς που κλείστηκαν στο σκοτεινό ντουλάπι του “The Banished Heart”.

Η εντύπωση πως το πρωταγωνιστικό δίδυμο του ντράμερ/αρχηγού Dobber Beverly, και της ερμηνεύτριας/γενικής πρωταγωνίστριας των χρωμάτων του πόνου, Cammie Gilbert, έκανε από τότε μια σιωπηλή συμφωνία να σκάψει στο τούνελ των ψυχών τους και να χαθεί όσο βαθύτερα γίνεται, δεν έχει αλλάξει.

Το κοινό έδαφος των δυο τους προσδιορίζει ξεκάθαρα την εξέλιξη, τη διαδρομή σε νέες παγίδες του σκοταδιού που θα απαιτήσουν τις δικές τους περιγραφές. Όσοι περιμένουν σε αυτή τη νέα μεταστροφή μια πιο ευθυτενή προσέγγιση και έναν πιο οικουμενικό ήχο, ας το ξεχάσουν. Οι διαφορές των νέων Oceans Of Slumber βρίσκονται συνήθως στην καταπληκτική ικανότητα αφομοίωσης διαφορετικών εντυπώσεων και αισθημάτων μέσα στην ίδια σύνθεση. Ταυτόχρονα, ο αρχηγός έχει διατηρήσει το χαρακτηριστικό overdrumming του, σφραγίζοντας με τον χαρακτήρα του την ρυθμική υφή του άλμπουμ, ενώ δεν λείπουν και τα death metal εδάφια, που δεν διστάζουν να αρπάξουν τα ηνία του πρωταγωνιστή σε πιο επιθετικές συνθέσεις, όπως τα “The Adorned Fathomless Creation”, και “Total Failure Apparatus”. Άλλωστε από το πολυπρόσωπο “Soundtrack To My Last Day” που μας υποδέχεται, οι aggressive εκρήξεις στο μέσο του ξεκαθαρίζουν πως η παλέτα θα είναι ευρεία. Πάνω από την ευεργετική επιμονή του Beverly, η Cammie ακούγεται σαν τη φωνή μιας θλιμμένης σοφής θεάς της παγκόσμιας μυθολογίας που θα σου γνωρίσει όλα τα χρώματα μιας άγνωστης, πικρής γης.

Θα ήταν εύκολο και τόσο ανθρώπινο να αναλωθεί κανείς σε αυτό το απίστευτο δώρο, το υπέροχο όπλο μιας φωνής που σε παρασύρει να ανοιχτείς σε νέες μουσικές προκλήσεις σαν δημιουργός και σαν ακροατής. Ταυτόχρονα όμως έχεις έρθει αντιμέτωπος με μια συνθετική αρχιτεκτονική που σε αφήνει έκπληκτο. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι μάλλον το “Pray For Fire”, μια απίθανη συνύπαρξη εντυπώσεων, ένα μαεστρικό κυνήγι των αντιδράσεων του ενστίκτου που θα μπορούσε να καταλήξει εύκολα σε μια άστοχη καταστροφή, για να συναντηθεί όμως τελικά με τον τίτλο μιας από τις κορυφαίες συνθέσεις της καριέρας τους. Το περιεκτικό και πετυχημένο ταξίδι των επτάμισι λεπτών του δίνει και μια αντιπροσωπευτική εικόνα των πιο απαιτητικών τραγουδιών του δίσκου, όπου η έντεχνη προσέγγιση, η επιθετικότητα μιας αγωνιώδους οργής και τα αργά βήματα του ολέθρου αγκαλιάζονται πειθαρχημένα, ή πιο δίκαια για τα συναισθήματα, εμπνευσμένα.

Σε τραγούδια όπου η προφανής δύναμη της αγωνίας και του πόνου οδηγούν σε πανούργα ελκυστικές μελωδίες, όπως τα “A Return To The Earth Below”, “To The Sea”, “The Colors Of Grace”, με τη λυρική συμμετοχή του Mick Moss των Antimatter, η κυριαρχία της Cammie απλώνεται από τα ξόρκια για την απελευθέρωση της ψυχής μέχρι την ειλικρινή αγωνία για τη μάχη με το σκοτάδι, καθιστώντας την κορυφαία ερμηνεύτρια της εποχής μας.

Πάνω από όλα αυτά, η πιο σημαντική ευστοχία του δίσκου είναι η καταπληκτική του ομοιογένεια μέσα στο πλήθος των εργαλείων που χρησιμοποιεί, doom, progressive, death, aggressive, alternative rock, ακόμα και neoclassical, όπως στο instrumental “September (Those Who Come Before)” (το δεύτερο instrumental του δίσκου, “Imperfect Divinity” προσεγγίσει μια περισσότερο ambient αισθητική, χωρίς να υστερεί σε υποβλητικότητα). Περιχαρακωμένος από σκοτεινούς όγκους, δεν είναι σε καμιά περίπτωση το άκουσμα που θα επιλέξεις μια ηλιόλουστη μέρα στη διαδρομή προς τη θάλασσα, εκτός αν θέλεις να προκαλέσεις έκλειψη ηλίου. Ίσως και αυτή η πετυχημένη αίσθηση εγκλωβισμού και απομόνωσης να μην μου έδωσε τελικά και το περιθώριο να νιώσω αισθητά τη μακριά διαδρομή των 72 λεπτών που σφραγίζονται με την απόλυτα ευθυγραμμισμένη απόδοση στο “Wolf Moon” των “Type O Negative” στο φινάλε του.

Πέρα από τη συμπαγή αίσθηση και την αφομοίωση των τριών νεοφερμένων μελών, η τελική υφή της μίξης του ήχου του Dan Swano συνηγορεί ακόμα περισσότερο στην τελική εντύπωση του τέταρτου δίσκου των Τεξανών: ένας πελώριος σκοτεινός όγκος που όσο περισσότερο τον περιεργάζεσαι τόσο ανακαλύπτεις διαφορετικές υφές και αποχρώσεις.

Χωρίς την βοήθεια της επανάληψης και κόντρα στο παρατεταμένο φως της εποχής έχει ήδη σκαρφαλώσει πολύ ψηλά στις προσωπικές προτιμήσεις της χρονιάς. Γιατί δεν είναι η θεατρικότητα, η ποιητική έκφραση και η ευελιξία αυτής της μεγάλης φωνής που προσφέρει αυτό το άμεσο εκτόπισμα, αλλά η ειλικρινής πάλη και αγωνία μιας καταραμένης ψυχής. Μιας σκοτεινής, νότιας ψυχής που ψάχνει τη θεραπεία στη μουσική της.

Website: https://oceansofslumber.com/
Facebook: https://www.facebook.com/oceansofslumber/

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 431 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…