NEED

INTERVIEW

Η σχέση μου με τους Need σχεδόν προσεγγίζει την αφετηρία του γκρουπ. Από τότε πολύ νερό έχει τρέξει στο αυλάκι της εξέλιξης. Πέρα όμως από μια σειρά σπουδαίων δίσκων που έφερε το πλήρωμα του χρόνου, αυτό που απαραίτητα πρέπει να πιστωθούν είναι πως υπήρξαν από τους βασικούς παράγοντες της αναβάθμισης της εγχώριας σκηνής από τη δική τους θέση. Σήμερα βέβαια, επιβάλλεται πια περισότερο να φωτίσουμε κάποιες λεπτομέρειες του πρόσφατου, εξαιρετικού δίσκου τους (review) και αυτό επιχειρούμε στη συνομιλία μας με τον George Ravaya.

Είναι προφανές πως βρισκόμαστε μπροστά στην ολοκλήρωση της τριλογίας και το κλείσιμο ενός κύκλου. Πως θα μπορούσε να προσδιορίζεται το τέλος που κατέχει άλλωστε και τον τελευταίο λόγο στον τίτλο του άλμπουμ;
Θα μπορούσε να προσδιορίζεται ως παύση ή και ως σκοπός αναλόγως με το πώς το βιώνει κανείς. Κλείσιμο είναι σίγουρα.

Ουσιαστικά η διαδικασία της δημιουργίας αυτής της τριλογίας αποτελεί στο σύνολό της την δεύτερη περίοδο του γκρουπ. Κοιτάζοντας μέσα από την εξέλιξη σε αυτό το διάστημα ποιες προσωπικές αλλά και συλλογικές διαφορές διακρίνετε σήμερα πια;
Διακρίνω πολλές σίγουρα αλλά αν σκεφτείς ότι είμαι υποκειμενικός παρατηρητής των αλλαγών αυτών μου είναι δύσκολο να τις προσδιορίσω επακριβώς. Σίγουρα η μπάντα προχωράει, εμείς μεγαλώνουμε και αλλάζει το φίλτρο μέσω του οποίου βλέπουμε τη μουσική αλλά και τους εαυτούς μας εν τέλει. Η νεανική παρόρμηση έχει υποχωρήσει τόσο ώστε να μας δίνει μια κατά τη γνώμη μου καλύτερη και σαφέστερη εποπτεία του υλικού και της δημιουργίας, αλλά όχι τόσο ώστε να στεγνώσει το αποτέλεσμα. Κι αυτό είναι παρήγορο.

Ηχητικά στο νέο άλμπουμ μοιάζουν να εξυπηρετούνται ιδανικά οι διαφορετικές δυναμικές και εντυπώσεις με το ηχογραφημένο αποτέλεσμα. Ποια στοιχεία είναι αυτά που τελικά οδήγησαν σε ακόμα πιο επιθυμητά αποτελέσματα;
Είναι νομίζω αποτέλεσμα αυτού που σου είπα παραπάνω. Απαλλασσόμαστε νομίζω σιγά-σιγά από το άγχος του αποτελέσματος. Τα τεχνικά της ηχογράφησης τα λύνει με μαεστρία ο Έκτορας Τσολάκης κι μένει να διαλέξουμε πολύ συνειδητά πια την οπτική ή την ακουστική αν θέλεις του δημιουργήματος πολύ πιο ψύχραιμα. Ενδεχομένως αποτέλεσμα των χρόνων που τριβόμαστε με την ηχογράφηση αλλά και μεταξύ μας ως μπάντα και φυσικά ο καθένας ξεχωριστά με το όργανό του.

Έχοντας την εντύπωση πως έχετε προσεγγίσει ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά μια σπουδαία ισορροπία ανάμεσα σε σύνθετα, απαιτητικά θέματα και μεγάλες διάρκειες αλλά και προσιτές, δυνατές μελωδίες, αισθάνεστε την ίδια ικανοποίηση και ποιες διαδικασίες έφεραν αυτή την αρμονία;
Δεν ξέρω αν ψάχτηκε ενσυνείδητα η ισορροπία που περιγράφεις. Σίγουρα ξέρω πως προσωπικά ήθελα να ‘μαστε σαφέστεροι χωρίς επ’ ουδενί να νερώσουμε αυτό που θέλουμε να πούμε καλλιτεχνικά. Το σαφέστερο βέβαια, μπορεί να χρειαστεί να γίνει προσιτό αλλά και άλλες φορές απολύτως απρόσιτο και χαοτικό μουσικά. Το υλικό μας οδηγεί κάθε φορά τι να διαλέξουμε τι απ’ τα δυο. Αν είμαστε ικανοποιημένοι; Για την ώρα θα πω ναι.

Διανύοντας μια δυστοπική εποχή που κατά ένα περίεργο τρόπο ευνοεί τη γενική διάθεση του δίσκου να μεγαλώσει στον ακροατή, πόσο μπορούν να συναντιούνται τα πραγματικά θέματα του δίσκου με τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης, έχοντας το μυαλό μας τη διαφθορά, την εκμετάλλευση, την καταπίεση, τους κάθε είδους περιορισμούς;
Μπορούν να συναντιούνται όσο ο καθένας το επιτρέπει στον εαυτό του να συμβεί. Το πώς ενώνει ο καθένας το υλικό στο μυαλό του και την ψυχή του, ενδεχομένως, είναι καθαρά προσωπικό ζήτημα. Πάντως ο δίσκος δεν είναι κοινωνική καταγγελία ούτε στείρα καταγραφή γεγονότων. Τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω. Αν μπορεί να λειτουργήσει εξιλεωτικά μέσα στο σκοτάδι που ζούμε, προσωπικά θα με χαροποιούσε πολύ.

Αν έπρεπε να διαλέξετε ένα συγκεκριμένο απόσπασμα ή τραγούδι που νιώθετε πως μέσα σε αυτό βρίσκετε μια ειρήνη, την αίσθηση της απόσβεσης που ζητά ο δημιουργός, ποιο θα ήταν αυτό και γιατί;
Για τον εαυτό μου προσωπικά είναι το “Kinwind”. Δεν ξέρω γιατί. Όταν ολοκληρώθηκε πάντως έφυγε ένα μεγάλο βάρος από πάνω μου. Κάπως ησύχασα.

Πως βιώνετε προσωπικά την παντελή απουσία ενδιαφέροντος από την πολιτεία για τον πολιτισμό και τη δύσκολη συγκυρία που βιώνουν οι εκφραστές του αυτή την περίοδο; Υπήρξαν κάποιες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για να γίνει κάποιο βήμα στην αντίθετη κατεύθυνση;
Τη βιώνουμε όπως όλοι. Δεν μπορώ να μιλήσω για συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Το μόνο που θα πω είναι πως είτε με στήριξη είτε χωρίς εμείς κάνουμε αυτό που κάνουμε χωρίς να περιμένουμε κάτι από την πολιτεία. Μακάρι να υπήρχε λίγη παραπάνω υποστήριξη να μας αλαφρώνει λίγο. Αλλά και τώρα που δεν υπάρχει, δεν αλλάζει κάτι σ’ αυτό που κάνουμε.

Αν κοιτάξετε πίσω ως τώρα όλη τη διαδρομή, ποια θεωρείτε ως την πιο δύσκολη συγκυρία για την μπάντα και ποια ως εκείνη που έδειξε πως κάτι σημαντικό άλλαζε προς το καλύτερο;
Πολλές δύσκολες συγκυρίες υπήρξαν και μάλιστα εν αφθονία αλλά προσπαθώ να μην τις θυμάμαι για να μην απογοητεύομαι. Εξίσου σημαντικές είναι και οι θετικές για τη μπάντα συγκυρίες βέβαια. Νομίζω όταν βγήκε το “Orvam” αρχίσαμε να αισθανόμαστε ότι οι Need μεταμορφώνονταν σε διαφορετικό ζώο από αυτό που ήταν όταν ξεκίνησαν.

Με το δεδομένο πως η πραγματικότητα, όποια κι αν είναι αυτή, είναι ισχυρότερη από κάθε χαμένη συνήθεια ή παράδοση, με ποιους τρόπους πιστεύετε πως θα μπορούσε κάποιος να παραμείνει ενεργός και σε επαφή με το κοινό του σε μια παρατεταμένη συνέχεια της κατάστασης που βιώνουμε τώρα; Επίσης υπάρχουν πιθανές ευέλικτες επιλογές που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν έστω και μερικώς την απουσία των συναυλιών;
Δεν ξέρω καθόλου να σου απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση. Αν ξέρει κάποιος να το πει και σ’ εμάς. Για την ώρα κυκλοφορήσαμε έναν δίσκο. Αν μιλήσει στους ανθρώπους που αγαπούν τη μπάντα αλλά και σ αυτούς που την ανακαλύπτουν τώρα τότε δεν θα χαθεί καμία επαφή. Αντιθέτως θα βαθύνει η επαφή. Στο δεύτερο σκέλος απαντώ ξεκάθαρα. Δεν μου αρέσουν οι ευέλικτες επιλογές, μου αρέσουν οι ξεκάθαρες. Και κυρίως μου αρέσουν οι συναυλίες.

Είναι ολοφάνερο πως υπηρετώντας ηχητικά ένα παγκόσμιο ηχητικό ιδίωμα, συνηθίζετε να κοσμείτε με πινελιές εγχώριες το περιεχόμενο. Ποιες είναι οι μορφές του τόπου που διαμόρφωσαν σημαντικά τις σκέψεις και τις κατευθύνσεις σας;
Δεν έχω ιδέα στο λόγο της τιμής μου. Τα εγχώρια στοιχεία εμφανίζονται μόνα τους στη μουσική μας και προκύπτουν μ’ έναν τρόπο από το πουθενά. Δεν μπορώ ειλικρινά να απαντήσω πως. Ούτε τέτοια μουσικά ερεθίσματα είχα μεγαλώνοντας ούτε κάποια καταγωγή που να τα υπαγορεύει. Αθήνα γεννήθηκα, Αθήνα μεγάλωσα, τσιμεντόπαιδο απ’ άκρη σ’ άκρη. Φαίνεται πως η επιρροή του τόπου είναι εξαιρετικά ισχυρή και σε κάθε περίπτωση τραβάει προς τα εκεί και το αυτί και το χέρι μου οπόταν αποφασίζει να μου αποκαλυφθεί.

Έχοντας ανιχνεύσει όπως ήδη όλοι μας από τα συνολικά ερεθίσματα για τα άλμπουμ μια ακόμα μεγαλύτερη αποδοχή και καταξίωση, είναι ξεκάθαρο πως βρίσκεστε μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Τι διαφαίνεται λοιπόν από εδώ και πέρα στον ορίζοντα;
Δεν έχω καθόλου αίσθηση τι μπορεί να διαφαίνεται και ειδικά κάτω από τις παρούσες συνθήκες. Προς το παρόν υπομονή και ησυχία ώστε να ξεκαθαρίσουμε κάποιο επόμενο βήμα και τί μορφή μπορεί πιθανώς να πάρει αυτό. Παρατηρούμε, καταγράφουμε, επεξεργαζόμαστε.

About Γιώργος Γεωργίου 472 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…