KANSAS: “In The Spirit Of Things”/ Τραγούδια Από Την Πόλη Των Φαντασμάτων

MONUMENT

“There’s a schoolhouse full of broken glass and wounded walls
The rusty swings like derelicts sleeping in the weeds.”

Έντεκα ίντσες βροχής μέσα σε μόλις δυο ώρες στο Hays του Kansas, τον Μάιο του 1951 ήταν η αρχή μιας τεράστιας καταστροφής που ολοκληρώθηκε στα μέσα Ιουλίου, μετά από συνεχείς πλημμύρες για περίπου δυο μήνες. Οι θεομηνίες έπληξαν το Kansas, το Neosho, το Marais Des Cygnes και το λεκανοπέδιο στον ποταμό Verdigris. Οι ζημιές έφτασαν τα 935 εκατομμύρια δολάρια, 17 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 518.000 ξεσπιτώθηκαν. Στις 17 Ιουλίου ο πρόεδρος Truman επιθεώρησε την περιοχή, πετώντας με αεροπλάνο ως το Manhattan, και χαρακτήρισε την καταστροφή ως μια από τις χειρότερες που υπέστη η χώρα από το νερό. Πολλοί άνθρωποι δεν ξαναγύρισαν ποτέ στα σπίτια τους, προτιμώντας να ξεκινήσουν μια νέα ζωή κάπου αλλού.

Το Neosho Falls ήταν μια μικρή πόλη με πληθυσμό περίπου 3000 κατοίκους, όταν η Μεγάλη Πλημμύρα του 1951 το μετέτρεψε οριστικά σε μια πόλη φάντασμα. Το νερό που έφτασε σε ύψος τα 12 πόδια δεν τους έπνιξε όλους, ούτε κατέστρεψε ολοκληρωτικά την πόλη, όμως όσοι έφυγαν δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω. Τα ράφια στα καταστήματα παρέμειναν γεμάτα με εμπορεύματα, ένα πυροσβεστικό όχημα ήταν παρκαρισμένο στο δρόμο, οι κιμωλίες ήταν ακόμα στο παλιό σχολείο. Η κοινότητα που ερήμωσε από τη μοίρα του νερού, παρέμεινε ακατοίκητη από τότε.

Τριάντα χρόνια αργότερα, η περίεργη δεκαετία του ’80 βρίσκει τους Kansas, το γκρουπ που μετέφερε το όνομα της καταγωγής του σε εκατομμύρια σπίτια με τη μουσική του, σε μια περίοδο αλλαγών και νέων δοκιμών. Με τρία από τα ιστορικά μέλη της σύνθεσης που έχτισε τον θρύλο των ‘70s, και μια μουσική εξέλιξη προσαρμοσμένη στα δεδομένα των αλλαγών της εποχής, οι Kansas υπογράφουν στην μεγάλη MCA, και το Νοέμβριο του 1986 κυκλοφορούν το δέκατο άλμπουμ τους, με τον τίτλο “Power”, με μια ικανοποιητική εμπορική αποδοχή. Σχεδιάζοντας το διάδοχό του, συνεργάζονται με τον περίφημο Καναδό παραγωγό Bob Ezrin, με σπουδαίες περγαμηνές στη διαδρομή του, από τις οποίες δεσπόζουν το “Welcome To My Nightmare” του Alice Cooper, και φυσικά το “The Wall” των Pink Floyd.

Η αρχική σύλληψη και ο θεματικός σχεδιασμός του άλμπουμ είχαν να κάνουν με μια χαλαρή εννοιολογική κατεύθυνση αποτελούμενη από τραγούδια για διάφορους ξεχωριστούς χαρακτήρες, και ο Ezrin πρότεινε να τοποθετήσουν τους χαρακτήρες αυτούς στο ίδιο μέρος για να ενισχύσουν έτσι την ιδέα του concept. Στο μεταξύ, ο κιθαρίστας Rich Williams, έχοντας διαβάσει το βιβλίο “Ghost Towns of Kansas, Volume II” του 1979, και ιδιαίτερα το κεφάλαιο για το Neosho Falls, επηρεάζεται βαθιά, προτείνοντας να συσχετιστεί το θέμα του δίσκου με αυτή την πόλη φάντασμα. Τα μέλη της μπάντας επικοινώνησαν με έναν παλιό φίλο από το σχολείο που εργαζόταν πια στην Ιστορική Εταιρεία του Kansas στην Topeka. Καθώς ήταν εξοικειωμένος με πολλές πόλεις που είχαν ερημώσει στην ευρύτερη περιοχή, ενίσχυσε εμφατικά την επιλογή του Neosho Falls.

Τους πήγε στους καταρράκτες Neosho. Η μικρή πόλη στο κέντρο του Kansas ήταν κάποτε ακμάζουσα, αν και στην πραγματικότητα τόσο εκτός του δρόμου. Αν κάποιος δεν ήξερε που ακριβώς βρισκόταν, δεν θα την έβρισκε. Βγαίνεις από τον κεντρικό αυτοκινητόδρομο, περνάς από χωματόδρομους, διασχίζεις τα χωράφια και ξαφνικά βρίσκεσαι μπροστά σε αυτή την πόλη. Περπατώντας στους δρόμους της, βιώνουν αυτή την απόκοσμη αίσθηση που ξεκινά από το γεγονός πως τα περισσότερα κτήρια και σπίτια, φτιαγμένα από τούβλα και κονίαμα, εξακολουθούν να είναι σε πολύ καλή κατάσταση. Το δημαρχείο έχει ακόμα το πιάνο του, η τράπεζα το χρηματοκιβώτιο, μπροστά στο σχολείο είναι παρκαρισμένο το σχολικό λεωφορείο: νομίζεις πως θα ακούσεις τα παιδία να γελούν, να παίζουν, να τρέχουν πάνω κάτω στις σκάλες. Το Neosho Falls είχε 2000 με 3000 κατοίκους, και το 1988 υπήρχαν κάποιοι απόγονοι που ζούσαν στα περίχωρα, όχι όμως εντός των ορίων της παλιάς πόλης.

Ο Steve Walsh και ο Phil Ehart θυμούνται έναν γέρο με τρακτέρ που πετάχτηκε ξαφνικά στην ερημιά και τους ρώτησε αν μπορούσε να τους βοηθήσει, για να καταλήξει να τους αφηγείται ιστορίες και στιγμιότυπα από την παλιά ζωή στην πόλη.

Ψάχνοντας στους σωρούς των αρχείων που προμηθεύτηκαν από την Ιστορική Εταιρεία του Kansas, διαπίστωσαν πως το Neosho Falls είχε στείλει πολλούς νέους της για εκπαίδευση και μετά στον πόλεμο της Κορέας που συνέβαινε τη στιγμή που η μεγάλη πλημμύρα έπληξε την πόλη. Το γεγονός πως η ζωή των ανθρώπων μπορεί να αλλάξει μέσα σε μια στιγμή, να γυρίσεις ζωντανός από έναν πόλεμο για να ανακαλύψεις πως έχασες το σπίτι σου και την προηγούμενη ζωή σου, γίνεται ο στόχος που θα διευρύνει το θέμα μιας φυσικής καταστροφής. Το φάντασμα του πολέμου είναι μια περίεργη σκιά που παραμονεύει σε όλη τη διάρκεια του δίσκου.

Ο Bob Ezrin δούλεψε για περίπου ένα εξάμηνο μαζί με το γκρουπ στην Atlanta. Είχαν πια ένα θέμα και την συνολική ιδέα μιας ιστορίας που ήθελαν να πουν, όμως στην πραγματικότητα έπρεπε να ειπωθεί με τη μορφή ενός μιούζικαλ. Δεν είχαν βέβαια την πολυτέλεια του χρόνου και των χρημάτων για κάτι τέτοιο, όμως επιχείρησαν να εξαντλήσουν τις δυνατότητες που είχαν πάνω σε αυτό το σκεπτικό. Είχαν αρχίσει να διαισθάνονται πως η εποχή ήταν σκληρή και περίεργη για παλιότερα ονόματα, όση επιτυχία κι αν είχαν στο παρελθόν.

Το “In The Spirit Of Things” για πολλούς από τους φίλους της μπάντας θα είναι για πάντα το δεύτερο άλμπουμ χωρίς τον Kerry Livgren, το δεύτερο άλμπουμ με τους Steve Morse και Billy Greer, το δεύτερο άλμπουμ από την επιστροφή του Steve Walsh, και συνολικά μοιάζει να είναι το δεύτερο άλμπουμ μιας άλλης εποχής για τους Kansas. Αναμενόμενα ενταγμένο στα ηχητικά πρότυπα των τεχνολογικών εξελίξεων της δεκαετίας του ’80, εμφανώς αποστασιοποιημένο από την πιο σύνθετη κατεύθυνση των 70’s, όσο και αν για πολλούς ήταν αιρετική η χρήση του ονόματος χωρίς τις παλιές περιπλανήσεις και το βιολί, σημασία είχε στο τέλος της ημέρας αν ο δίσκος είχε πραγματικά να δώσει κάτι σε όσους συνέχιζαν το ταξίδι μαζί τους. Αναμφισβήτητα, μια απαραίτητη προσθήκη για τους εθισμένους στη φωνή του Walsh, που μοιάζει να αποκαλύπτεται λίγο περισσότερο συνολικά χωρίς τη σκιά του Livgren, αλλά επίσης μια όμορφη συλλογή τραγουδιών με το ραδιοφωνικό άγγιγμα της εποχής και μια ισχυρή αίσθηση hard rock/AOR. Η συνδρομή και η σφραγίδα του Morse είναι ιδιαίτερη και σημαδεύει το πέρασμά του.

Χρησιμοποιώντας τον διαχωρισμό του βινυλίου, η πρώτη πλευρά του άλμπουμ είναι μοιρασμένη σε τραγούδια των Walsh/Morse, που ουσιαστικά κατέχουν τη συνθετική μερίδα του λέοντος με το σιγοντάρισμα του Ezrin, και άλλα τρία τραγούδια εξωτερικών συνεργατών. Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με την τελευταία συνθετική ενίσχυση τέτοιου είδους στο “Stand Beside Me” και μετά το δίδυμο Walsh/Morse κορυφώνει την αναπλαστική δύναμη του δίσκου.

Με την έναρξη του υποβλητικού “Ghosts” η ξενάγηση στις εικόνες της εγκατάλειψης μας μεταφέρουν δίπλα στον αφηγητή που αναλαμβάνει να μας εξοικειώσει με την επιστροφή των φαντασμάτων στο σπίτι τους, ψάχνοντας τη δεύτερη ευκαιρία να ονειρευτούν ξανά. Οι σκουριασμένες κούνιες, η φωτογραφία μιας τάξης αποφοίτησης σε μια έρημη αίθουσα είναι λεπτομέρειες που ξεδιπλώνουν την εικόνα της “Neosho Falls”. Στον ύμνο του “One Big Sky”, η χορωδία στο ρεφρέν μοιάζει να δίνει μια περίεργη αίσθηση ματαιότητας σε ένα αντιπολεμικό τραγούδι που έχει την αφετηρία του στα γεγονότα της Κορέας και ακούγεται σαν μια παρέλαση διαμαρτυρίας. Μέσα στην ελαστικότητα του concept, η αρχική ιδέα των ιστοριών για διάφορους χαρακτήρες μοιάζει να εφαρμόζει σε τραγούδια όπως το σπουδαίο “Inside Of Me”, με τις έντονες αλλαγές αποχρώσεων.

Μέσα στην ευρύτητα της κορνίζας μιας πόλης στο χείλος της καταστροφής, εύκολα χωρούν απογοητευμένοι εραστές σαν αυτόν του “One Man, One Heart”, ή η οργισμένη γυναίκα του “House On Fire”. Το “The Preacher” στο οποίο παραμονεύει μια ισχυρή gospel εντύπωση, ακούγεται σαν μια θρησκευτική προτροπή και ευλογία για τον πόλεμο, χρησιμοποιώντας παραβολικά τον μύθο του Ηρακλή με τη ζώνη της Ιππολύτης.

Το συγκλονιστικό “Rainmaker” είναι η κορυφή του άλμπουμ και ένα από τα πιο εύστοχα τραγούδια από κάθε άποψη στη διαδρομή του γκρουπ. Ο υπέροχος πλάγιος τρόπος να περιγραφεί η καταστροφή της πλημμύρας μέσα από την ιστορία ενός τυπικού τσαρλατάνου από αυτούς που συχνά γύριζαν στις γιορτές και τα πανηγύρια στο τέλος της δεκαετίας του ’40, αποκτά την ένταση αρχαίας τραγωδίας. Ο τυπικός, ασήμαντος, περιπλανώμενος απατεώνας “βροχοποιός” απλά τυχαίνει να βρίσκεται στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Η σύμπτωση είναι τραγική καθώς σίγουρα ο χορός του δεν προκάλεσε την Μεγάλη Πλημμύρα, όμως η ανθρώπινη ασημαντότητά του δεν τον αφήνει να ξεφύγει από την αγωνία, και την αίσθηση της ευθύνης. Η ειρωνεία γίνεται πραγματικά σκληρή καθώς μια ασήμαντη απόπειρα τυπικής εξαπάτησης της πόλης μέσω ενός χορού της βροχής καταλήγει σε μια σειρά από τρομερές καταιγίδες που εξαφανίζουν την πόλη. Η εξέλιξη του τραγουδιού μουσικά είναι εκπληκτική, από τη φωνητική αγωνία του Walsh, στην οργανική περιγραφή της καταστροφής, ένα ιδανικό prog rock κεφάλαιο που συγκίνησε και τους πιο δύσπιστους οπαδούς.

Το σύντομο instrumental “T.O. Witcher”, που δάνεισε ο Morse από την εποχή του στους Dixie Dregs, μας σπρώχνει μαλακά στο φινάλε του “Bells Of Saint James”, ενός από τα πιο αγαπημένα τραγούδια στην ευρύτερη οικογένεια των ακροατών του γκρουπ. Ο ανώνυμος στρατιώτης του τραγουδιού έχει λάβει ένα γράμμα που σφραγίζει το τέλος μιας αγάπης και μονολογεί για την ματαιότητα ενός πολέμου σε μια ξένη γη, σε μια πατρίδα άλλων, πολεμώντας και σκοτώνοντας για άλλους. Ακούγοντας στο μυαλό του τις γνώριμες καμπάνες του Saint James ονειρεύεται την επιστροφή στην πατρίδα. Τον περιμένει όμως μια πόλη φάντασμα και ο ίδιος μοιάζει να μεταμορφώνεται στη συνείδησή μας στον αφηγητή του “Ghosts”, που άνοιξε την ξενάγηση της ιστορίας, κλείνοντας έτσι τον κύκλο “στο πνεύμα των πραγμάτων”.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1988 και έλαβε μηδενική υποστήριξη από την MCA. Ήταν εποχή αλλαγών και η εταιρεία ξεφορτωνόταν ονόματα όπως ο Elton John και ο Glenn Frey, και οι Kansas είχαν την ίδια μοίρα. Η εμπορική καθίζηση σχεδόν τους διέλυσε και έκαναν επτά χρόνια να ξαναβγάλουν άλμπουμ, ενώ ο Steve Morse αποχώρησε. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά στην καριέρα τους που επιχείρησαν ένα concept άλμπουμ.

Το πέρασμα του χρόνου απομάκρυνε αισθητά την πραγματική αξία του δίσκου από τις συμπληγάδες των δυσαρεστημένων τυπικών ακροατών του γκρουπ και την απαξιωτική αντιμετώπιση του κοινού και της εταιρείας τους. Όσο και αν υπάρχει μια σκόπιμη περιφρόνηση σε εκείνη την εποχή και από τους ίδιους, και αναφέρομαι στους Rich Williams και Phil Ehart καθώς είναι οι μοναδικοί που έχουν διανύσει όλη τη διαδρομή από το ξεκίνημα, ένα μεγάλο μέρος του κοινού τους εκτίμησε πια από απόσταση τόσο το θέμα όσο και τα τραγούδια του “In The Spirit Of Things”. Και αν ο αφορισμός των αφοσιωμένων στις prog διαδρομές τους ακροατών, καλά κρατεί ως σήμερα, δεν είναι πια λίγοι πια και εκείνοι που το τοποθετούν ανάμεσα στα αγαπημένα τους. Η αλήθεια είναι πως το σκοτεινό του θέμα και η μουσική επιδίωξη της κατεύθυνσης, που μοιάζει συχνά να κυνηγά κάποιο εν δυνάμει single, συναντιούνται και ισορροπούν σε μια γέφυρα που αποφεύγει το φτηνό μελόδραμα αλλά έχει και μια προσιτή ακουστική γοητεία. Αυτή την ιδιαίτερη αίσθηση παίρνει από το χέρι ο ελαστικός ορίζοντας του concept, και τα γκρεμισμένα ρομάντζα μαζί με τη σκιά του πολέμου ανακαλούν μια δυνατή περιγραφικότητα που γεμίζει την έρημη πόλη με εντυπώσεις αυτών των φαντασμάτων.

Σήμερα, το Neosho Falls έχει στα περισσότερα μέρη του ακόμα τα σημάδια εκείνης της Μεγάλης Πλημμύρας και της εγκατάλειψης που έφερε. Οι περιορισμένες ενδείξεις κατοίκησης και δραστηριοποίησης έφεραν τη λειτουργία ενός ταχυδρομείου, μιας εκκλησίας, του κτηρίου της κοινότητας, μιας ταβέρνας και μερικών άλλων μικρών τοπικών επιχειρήσεων, ενώ ο αριθμός των κατοίκων πλησιάζει τους πεντακόσιους. Όπως λένε οι ίδιοι, μπορεί να μην έγινε ποτέ ξανά η πόλη της μεγάλης εξέλιξης που ήταν πριν το κακό, αλλά τους αρέσει ακριβώς όπως είναι.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 416 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…