DAVID SYLVIAN: “Dead Bees on a Cake”

MONUMENT

(Το “I Surrender” ήταν ξεκάθαρα ένας λογαριασμός της προσωπικής εμπειρίας μου που ένιωσα πως ήταν εύστοχο να μεταδώσω, δεν νιώθω όμως πια άνετα να επιστρέψω σε αυτό το ύφος…).

Η “Μητέρα Meera” ζούσε στο μικρό χωριό του Thalheim. Είχε γεννηθεί στην Ινδία, παιδί μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας και ξεκίνησε να δουλεύει από πολύ μικρή. Ο γιος των εργοδοτών όπου δούλευε σαν οικιακή βοηθός, που ταξίδευε συχνά στον κόσμο ψάχνοντας πνευματική εκπλήρωση, βλέπει στην 11χρονη μικρή μια υπόσταση της εμβληματικής Γλυκιάς Μητέρας και ένα θείο χάρισμα. Η μικρή Καμάλα γίνεται η “Μητέρα Meera” και από το Pondicherry που εγκαθίσταται αρχικά, ταξιδεύει στον Καναδά και μετά στη Γερμανία. Τελικά εγκαθίσταται μόνιμα στο Thalheim, μαζί με τον Adilakshmi, έναν πνευματικό σύντροφο που είχε γνωρίσει στο Pondicherry, όπου αρχίζει να δέχεται επισκέπτες για ευλογία, διδασκαλία και συμβουλές.

Το χωριό βρίσκεται σε μια λεκάνη που περιβάλλεται από δασώδεις εκτάσεις και χωράφια. Ο κώνος της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου ξεχωρίζει από μακριά. Ένα ρέμα που διασχίζει τον πίσω κήπο και σχηματίζει ένα από τα όρια του χωριού, σημαδεύει το σπίτι της Μητέρας Meera. Περνώντας ήσυχα από την πόρτα και περπατώντας με τις κάλτσες, βρίσκεται κανείς στην αίθουσα του κοινού. Είναι αρκετά μεγάλη με κάποιες σειρές από λευκές καρέκλες και ένα καθαρό δάπεδο στο κέντρο για όσους προτιμούν να κάθονται στο πάτωμα με μαξιλάρια. Μέσα στην περίεργη ησυχία ενός συνωστισμένου κοινού ακούγεται το ρολόι της εκκλησίας να χτυπά επτά, την ώρας της εμφάνισης της Μητέρας. Η μικροσκοπική φιγούρα της, τυλιγμένη σε ένα εντυπωσιακό μωβ σάρι με κεντήματα από ασημένιο νήμα, εμφανίζεται στην αίθουσα και τα μάτια της κοιτάζουν το πάτωμα. Βρισκόμαστε στο 1992 και είναι η πρώτη επίσκεψη του David Sylvian στο Thalheim. Ήταν η αρχή ενός κρίσιμου ταξιδιού με σκοπό την αναγέννηση της αγάπης.

Αμέσως μετά την κυκλοφορία του “Secrets Of The Beehive”, το 1987, μια δύσκολη και σκοτεινή περίοδος ακολούθησε για τον δημιουργό. Όντας πάντα ένα ασύχαστο πνεύμα που ζητούσε πυλώνες απαντήσεων για να οικοδομήσει τις γέφυρες της ύπαρξης, ένας άνθρωπος με σχεδόν καταραμένες, βιωματικές ανησυχίες, έπεσε σε μια εκτεταμένη περίοδο βαθιάς κατάθλιψης. Χρησιμοποίησε την ψυχανάλυση για να συμφιλιωθεί με τις παιδικές του μνήμες και να ηρεμήσει την ανάγκη του για ένα πνευματικό δόγμα στο οποίο μπορούσε να στηριχτεί για να προχωρήσει. “Ο ομορφότερος άντρας της pop”, που μόλις μετεφηβικά είχε την πολυτέλεια να κερδίσει ένα σεβαστό μέρισμα καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας με τους Japan, είχε την κατάρα της εσωτερικής φωνής. Όπως απομακρύνθηκε από τα συμβατικά φώτα της δημοσιότητας, αναζητώντας τη δική του έκφραση, έτσι η εσωτερική διαδρομή του παρέμεινε μια επίπονη αγωνία για κάτι που φέρνει νόημα και ειρήνη στο πνεύμα. Είναι η περίοδος που αφήνει πίσω του οριστικά τις χριστιανικές ρίζες του και εξερευνεί διάφορες φιλοσοφίες, στα γραπτά του Αρμένιου μυστικιστή (ελληνικής καταγωγής) George Gurdjieff, στον Γνωστικισμό και στον Ζεν Βουδισμό, με τον Βουδισμό να παραμένει το πρωταρχικό πνευματικό μονοπάτι του.

Η γνωριμία του με την Ingrid Chavez, αποτέλεσε μια ξεχωριστή στροφή στο ταξίδι του. Η Αμερικανίδα τραγουδίστρια, συνθέτης, ποιήτρια και ηθοποιός, υπήρξε το “Spirit Child” του Prince στο άλμπουμ “Lovesexy”, ενώ έγραψε και το τραγούδι που κατέληξε να γίνει το “Justify My Love” της Madonna, λαμβάνοντας μια σοβαρή εξωδικαστική “διευθέτηση” για να μην συμπεριληφθεί στα credits του single. Όταν συνδέθηκε με τον Sylvian, συμφώνησε πως θα άρχιζαν να εξερευνούν μαζί εκείνο το πνευματικό μονοπάτι που θα εξασφάλιζε την πειθαρχία και τη φιλοσοφία στην καθημερινή ζωή και εργασία. Άρχισαν να βλέπουν διαφορετικούς δασκάλους, για να έχουν την αυτοσυγκέντρωση και κάποιον που θα εμπνέει συνεχώς την πρακτική και την πειθαρχία. Η επίσκεψη στην Μητέρα Meera ήταν η πρώτη από αυτές τις συναντήσεις και μια μεγάλη κοινή αποκάλυψη για το ζευγάρι. Η βαθιά επιρροή στη ζωή και τις προοπτικές του Sylvian τότε καθρεφτιζόταν στα λόγια του, όταν έλεγε ότι φοβόταν πως δεν μπορούσε πια να πετύχει κάτι καλύτερο από εκείνη την αναγέννηση.

Ο Sylvian είχε αρχίσει να γράφει υλικό μαζί με τη γυναίκα του αρκετό καιρό πριν τη γέννηση της πρώτης τους κόρης. Έφτασε όμως η στιγμή που η Ingrid ένιωσε πως το υλικό δεν ταίριαζε σε αυτή, έτσι κάποια από εκείνα τα τραγούδια βρήκαν τελικά το δρόμο τους για το επόμενο προσωπικό του άλμπουμ. Αυτό που έμελλε να έρθει ήταν ουσιαστικά λουσμένο στο φως της αρμονίας και της ειρήνης του συζύγου, πατέρα και πνευματικά ισορροπημένου δημιουργού που απολάμβανε τη ζωή του στο σπίτι του στη Μινεάπολη, δίπλα στη λίμνη Calhoun.

Μετά από μια περίοδο σύνθεσης και προπαραγωγής στο σπίτι του, ήρθε η στιγμή να ξεκινήσουν οι ηχογραφήσεις. Τον Ιανουάριο του 1996 άρχισε να δουλεύει με τον Ryuichi Sakamoto στο υπόγειο του σπιτιού του, στη Νέα Υόρκη. Έκαναν περίπου τρεις εβδομάδες δουλειάς μαζί, χωρίς όμως κατά έναν περίεργο τρόπο, σπουδαία αποτελέσματα. Συνήθως η συνεργασία τους θα μπορούσε να φέρει άφθονο υλικό σε μόλις 3-4 μέρες, αλλά εκείνη τη φορά, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, η πρόοδος ήταν μικρή. Δυσαρεστημένος, πήρε το υλικό πίσω στη Μινεάπολη και άρχισε να επεξεργάζεται και να δοκιμάζει αυτά που είχε, χρησιμοποιώντας Pro Tools.

Η επόμενη απόφαση και κίνηση ήταν η αλλαγή ηπείρων. Αποφάσισε τελικά πως έπρεπε να κάνει ένα δεύτερο σετ από sessions, για να μπορέσει πραγματικά να αναδημιουργήσει τις βάσεις για τα περισσότερα τραγούδια. Σκοπεύοντας να εργαστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και πραγματικά αντιπαθώντας το παραδοσιακό περιβάλλον ηχογράφησης που συνήθως είναι προσανατολισμένο στις ανάγκες του παραγωγού, εγκαταστάθηκε στα Real World Studios που αποτελούσαν εξαίρεση αυτού του κανόνα. Άλλωστε είχε επισκεφτεί το συγκεκριμένο στούντιο αρκετές φορές πριν, και σε αυτό είχαν πραγματοποιηθεί και οι ακροάσεις ντράμερ για την περιοδεία Sylvian/Fripp. Ήξερε εκ των προτέρων πως θα βρισκόταν σε ένα δημιουργικό περιβάλλον με ποιοτικούς τεχνικούς και μέλη του προσωπικού. Αρχικά είχε προγραμματίσει ένα διάστημα δύο ως τριών εβδομάδων, αλλά έμεινε περισσότερο καθώς δούλευε σε μια σειρά ακροάσεων, ψάχνοντας για τον κατάλληλο ντράμερ, μπασίστα και περκασιονίστα. Στο τέλος, κατέληξε στον ντράμερ Ged Lynch και τον μπασίστα John Giblin.

Ο Sylvian έμοιαζε σχεδόν πάντα τόσο συγκεκριμένος και συγκεντρωμένος σε αυτό που ζητούσε. Ο Lynch πέρασε από μια σύντομη ακρόαση πάνω στα τρία αυτά τραγούδια που έπαιξε στο δίσκο, τα “Thalhiem”, “Pollen Path” και “Wanderlust”. Ήταν νευρικός καθώς έστηνε τη στιγμή που ο προηγούμενος ντράμερ μάζευε μέσα σε μια γενική αίσθηση πως τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά. Υπήρχε μια εμμονή με την λεπτομέρεια στον ήχο και ο Lynch δούλεψε με τα φωνητικά, γεγονός που προτιμούσε και ο ίδιος καθώς τα θεωρούσε το βασικό σημείο. Συγκεκριμένα, στο “Pollen Path” ο Sylvian του ζήτησε να παίξει χωρίς να ακούσει το τραγούδι, αποφεύγοντας την προκατάληψη της μορφής του και αυτό ήταν ένα σημαντικό μάθημα για τον ίδιο και την εκτέλεση ενός τραγουδιού.

Ήταν “one take” και διατήρησε αυτή την ζωντανή αίσθηση πως κάτι σέρνεται έξω από τα ηχεία να σου κάνει κακό. Έτσι κι αλλιώς το “Pollen Path” ήταν κάτι ξεχωριστό και περίεργο, πιο τραχύ και ανήσυχο από τις υπόλοιπες συνθέσεις, απαιτεί με έναν αλλόκοτο τρόπο την προσοχή του ακροατή και μοιράζεται με αυτή τη μεταβαλλόμενη αίσθηση, καταλήγοντας σε μια απειλητική αφαίρεση στο δεύτερο μέρος του. Το drumming του ήταν απλό, στεγνό, γήινο αλλά επιθετικό και χρησιμοποιήθηκε το γυάλινο δωμάτιο στο Real World στούντιο που πρόσφερε έναν βαρύτερο ήχο στα τύμπανα. Είναι αυτή η ιδιαίτερη σημασία του τραγουδιού αυτού μέσα σε έναν λυτρωτικό και φωτεινό δίσκο, που το αποκαλύπτει σαν έναν μικρό ύφαλο. Ο τίτλος του, “το μονοπάτι της γύρης” είναι μια αναφορά σε διάλεξη του Αμερικανού καθηγητή λογοτεχνίας Joseph Campbell για την φυλή των Navaho. Η φυλή αυτή είχε πάντα αυτή την υπέροχη εικόνα που αποκαλούσε “μονοπάτι της γύρης”, όπου η γύρη είναι η πηγή της ζωής και η διαδρομή της είναι η διαδρομή προς το κέντρο. Είναι η αποκάλυψη της αίσθησης της θεότητας στην ομορφιά της φύσης. Η σκιά αυτού του τραγουδιού σχηματίζεται από το χάος ενός κόσμου στον οποίο η αντίληψη της ομορφιάς είναι τόσο επιλεκτική και περιορισμένη. Στον Sylvian πάντα άρεσε να αφήνει μια κάποια ευρύτητα στις ερμηνείες των στίχων. Φαίνεται πάντως να υπάρχει ένα είδος απόρριψης ορισμένων από τις βασικές αρχές της σύγχρονης ζωής, και ταυτόχρονα ένα κάλεσμα για επανασύνδεση με τις αλήθειες που ίσως κρύβονται στη μυθολογία και τις τελετές αυτού που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πρωτόγονη κοινωνία.

Η διαδικασία της προόδου του άλμπουμ κράτησε σχεδόν τρία χρόνια. Πέρα από τους συνήθεις ύποπτους συνεργάτες του, όπως ο Sakamoto, ο αδερφός του Steve Jansen στα τύμπανα των υπόλοιπων τραγουδιών, και ο τρομπετίστας Kenny Wheeler, η παρουσία των κιθαριστών Bill Frisell και Marc Ribot, και ιδιαίτερα ο avant garde χαρακτήρας του δεύτερου στην slide κιθάρα, πρόσθεσαν μια ιδιαίτερη, διεστραμμένη Americana αίσθηση στην πνευματική του μουσική. Ο περκασιονίστας Talvin Singh με τα tabla ρυθμικά του ενισχύει σημαντικά την αυθεντικότητα των υπνωτικών “Krishna Blue” και “All Of My Mother’s Names (Summers With Amma)”. Πέρα από τη δεδομένη τελειομανία του δημιουργού, δεν αρνήθηκε ποτέ και ο ίδιος πως οι ευτυχισμένες συνθήκες της προσωπικής του ζωής άφησαν συχνά πίσω τη μουσική, παρατείνοντας το μακρύ δρόμο ως την ολοκλήρωση του δίσκου.

Το “I Surrender” ήταν το τραγούδι που έσπασε την σιωπή τόσων χρόνων και ακούστηκε πρώτη φορά σε μια κασέτα 4 τραγουδιών που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1998. Οι εκτελέσεις ήταν πολύ κοντά στην τελική μίξη και το τραγούδι αυτό άνοιγε το άλμπουμ που κυκλοφόρησε επίσημα τον Μάρτιο του 1999. Δώδεκα χρόνια πριν, το “Secrets Of The Beehive” είχε κλείσει με την αναπάντητη ερώτηση “is our love strong enough”, ανοίγοντας το σκοτεινό παράθυρο στο οποίο βυθίστηκε για καιρό ο Sylvian. Η αυτονόητη φωτεινή αίσθηση της χαράς και της δικαίωσης, σε ένα τραγούδι που αρχικά έγραψε για την επόμενη δουλειά της γυναίκας του, αλλά τελικά τον ενέπνευσε επηρεάζοντας σημαντικά την κατεύθυνση του άλμπουμ, έρχεται με τη μορφή της κατάρρευσης από την κούραση της προηγούμενης ζωής. Η παράδοση του δημιουργού που βαφτίζει και το τραγούδι δεν είναι μια εύκολη απόφαση και διαδικασία, είναι μια επιλογή που επιβεβαιώνεται με συνέπεια κάθε στιγμή, είναι πολύ δύσκολο να παραδώσεις τη δική σου θέληση σε μια υψηλότερη δύναμη ή σε έναν άλλο άνθρωπο. Είναι αναμφισβήτητα ένα τραγούδι εναλλακτικής αφοσίωσης και αγάπης, έναν τραγούδι για την σύντροφο αλλά και για τον θεϊκό ή πνευματικό δάσκαλο, μια τακτική που επαναλαμβάνεται συχνά στα τραγούδια του “Dead Bees…” . Μια σειρά από προσωπικές εμπειρίες σημαδεύουν τις εικόνες και τις φράσεις του τραγουδιού ενώ η εμμονή του με τους κινηματογραφικούς ουρανούς επιδιώκει τη σύνδεση με το ουράνιο και το μυστηριώδες.

Μουσικά το τραγούδι κινείται πάνω σε μια αισθαντική, αέρινη funky βάση με την αίσθηση μιας φωτεινής μπαλάντας, στολισμένο από αποσπασματικές εξάρσεις σεμνής ηχητικής χαράς, όπως το ιδιαίτερο σόλο φλάουτο του Lawrence Feldman, και η μαγική παρέμβαση του Kenny Wheeler με το κόρνο του. Η ενορχήστρωση του Sakamoto μοιάζει να απλώνει την προσωπική φύση του τραγουδιού σε μια κινηματογραφική οικουμενικότητα.
Μέσα από τον σπόρο του αρχικού τραγουδιού και με την στήριξη των σημαντικών μουσικών που επιλέχτηκαν, ο Sylvian ανοίγει τη διαδρομή σε blues, folk, ethnic, ambient και jazz σελίδες που επιδέξια συμπράττουν ή ανοίγουν χώρους στα σωστά χρώματα. Χάρη σε αυτή την εύπλαστη δεξιότητα, ένα άλμπουμ τόσο ευρύ και διαφορετικό, ακούγεται να συνδέεται τόσο σφιχτά, ξεδιπλώνοντας τα διπλά πνευματικά του υπονοούμενα. Το λυρικό “Thalheim” από τις πρώτες του γραμμές υποδηλώνει αυτή την αλληλεπίδραση της αφοσίωσης στη Μητέρα Meera αλλά και στη γυναίκα του, περιγράφοντας την λυτρωτική αίσθηση που αποκαλύφθηκε και από τις δυο σχέσεις.

Βέβαια η τελευταία κουβέντα ανήκει πάντα αποκλειστικά στην δύσκολη εσωτερική φωνή του δημιουργού που καταλήγει σε ένα ιδιαίτερο ζευγάρι τραγουδιών να κλείσει τον δίσκο. Στο πρώτο τραγούδι, το “Praise” η Ινδή ιερή γυναίκα Shree Maa τραγουδά έναν ύμνο αγνής αγάπης, ένα τραγούδι που εκφράζει τη λαχτάρα για το θεϊκό και την εκτίμηση του θεού, σε μια ηχογράφηση που έγινε όσο αυτή έμεινε στο σπίτι τους στη Μινεάπολη.

Στο υποβλητικά γαλήνιο “Darkest Dreaming” κινούνται αθόρυβα τα σκοτεινά ρεύματα της ζωής που θρέφουν πάντα την αμφιβολία και μια αίσθηση μοναξιάς και απομόνωσης, και ο άνθρωπος ψάχνει με αγωνία αυτό που μόλις πριν εξυμνήθηκε στο “Praise”, μια αίσθηση επαφής, ένωσης, επικοινωνίας, ταύτισης με μια άλλη συνείδηση, με μια σχεδόν new age μουσική προσέγγιση. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε ο Sylvian σεβόμενος απόλυτα την άποψη του Tarkovsky, πρέπει κάποιες στιγμές να εστιάζεις στη σκιά για να τονίσεις το φως.

Ο γάμος του Sylvian με την Ingrid Chavez κράτησε 12 χρόνια. Τέλειωσε με μια φιλική, συναινετική καταστροφή. Ο δημιουργός επιχείρησε να εξαγνιστεί καλλιτεχνικά μέσα από το δύστροπο, και σχεδόν σοκαριστικό για πολλούς ακροατές του, “Blemish”, του 2003. Ένα γυμνό άλμπουμ επώδυνων σχεδόν αυτόματων καταγραφών άγγιξε κάποια στιγμή όσους επέμειναν, υπενθυμίζοντας τον ωμό πόνο στην κατάρρευση μιας σχέσης στη ζωή τους. Με τα θεμέλια της ομαλότητας να γκρεμίζονται, τις αθώες ζωές των παιδιών να έχουν παγιδευτεί στην κρίση που δεν τους ανήκει, συχνά οι στίχοι μοιάζουν σαν αποσπάσματα ιδιωτικών συνομιλιών που εκτίθενται δημόσια ή σαν επεξεργασίες σκέψεων ενός ξέφρενου μυαλού.

Ίσως η αινιγματική σημασία των ανθρώπων να είναι τελικά πιο σημαντική και επιδραστική από κάθε πνευματική καθοδήγηση και φιλοσοφική συνταγή πειθαρχίας.

(She throws the burning books into the sea.
“Come, find the meaning of the word inside of me”
).\

About Γιώργος Γεωργίου 524 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…