FIVE HORSE JOHNSON

Υπάρχουν από το 1995 και κατά καιρούς βομβαρδίζουν το σύμπαν με όμορφες κυκλοφορίες, όπως η πιο πρόσφατη τους “The Taking of Black Heart”, μία ελεγεία προς τιμήν της αμερικάνικης Άγριας Δύσης. Μαγεμένος από τους ήχους των οπλών των αλόγων στα σύνορα του Μεξικό επικοινώνησα, εκ μέρους του Rockway με τον frontman της μπάντας, Eric Oblander.

Γεια σου, Eric και σε ευχαριστώ για τη συνέντευξη! Από ότι ξέρω είναι η πρώτη φορά που μιλάς με τον ελληνικό Τύπο, οπότε θα ήθελα να κάνεις μια μικρή παρουσίαση των Five Horse Johnson.
ΟΚ! Είμαστε ένα τσούρμο παλιοί punk rockers και μεταλλάδες από το Toledo του Ohio και το Detroit του Michigan, οι οποίοι βρήκαμε ένα κοινό δεσμό και γνωριστήκαμε σε διαφορετικές περιπτώσεις. Επίσης, βρήκαμε έναν τρόπο να βγάλουμε όλη μας τη “βλαχιά” παίζοντας δυνατή rock και blues μουσική, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρατήσουμε την punk νοοτροπία και να βγάλουμε την δύναμη και το συναίσθημα της punk και metal μουσικής.

Υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από το όνομα σας;
Ο Brad (σ.σ. κιθάρα) είχε στο νου του το όνομα χρόνια πριν δημιουργηθεί η μπάντα. FIVE HORSE JOHNSON είναι το όνομα μια μικρής εξωλέμβιας μηχανής για βάρκες, αλλά εκείνου του έμοιαζε σαν το όνομα κάποιου μυστηριώδους bluesman. Όταν ο πατέρας μου άκουσε το όνομα της μπάντας είπε “Ωχ! Κάνει απίστευτο θόρυβο και δε σε πάει και πολύ μακριά!”.



Το The Taking of Black Heart” είναι η έβδομη σας επίθεση, 6 χρόνια μετά το “The Mystery Spot”. Γιατί υπήρξε τόσο μεγάλο κενό μεταξύ των;
Περιοδεύουμε σταθερά από το 2000, αλλά δεν είναι πολύ εύκολο να κρατηθεί κάποιο πρόγραμμα και η ζωή έχει και τις αναπάντεχες στιγμές της. Όταν βγήκε το “The Mystery Spot”, η γυναίκα μου και εγώ κάναμε παιδί και εγώ αποφάσισα πως ήταν καλή στιγμή να ξαναγυρίσω στο σχολείο. Ο Steve έχει σταθερή δουλειά και από ότι ξέρεις ο Jean Paul έχει και τη δική του μπάντα (σ.σ. Clutch). Οπότε καταλαβαίνεις…

Τι ατμόσφαιρα επικρατούσε στις ηχογραφήσεις; Πως προέκυψε η συνεργασία με τον Robin Zander (σ.σ. Cheap Trick); Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που προσδοκούσατε;
Αυτό ήταν το “ευκολότερο” και πιο διασκεδαστικό album που έχουμε κάνει ως τώρα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι είναι. Ίσως επειδή ο χρόνος προετοιμασίας ήταν περισσότερος από ότι συνήθως ή ίσως λόγω του παραγωγού μας J Robbins, που είναι πολύ χαλαρός και ευδιάθετος τύπος. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά περάσαμε τέλεια. Χάρη στον φίλο μας και ηχολήπτη των Cheap Trick, Bill, καταφέραμε να πείσουμε τον Robin να τραγουδήσει σε ένα από τα τραγούδια του δίσκου. Αποφασίσαμε λοιπόν, να κάνουμε διασκευή το “You’re my Girl” των Faces και ο Brad σκέφτηκε ότι θα ήτανε φοβερό να ζητήσουμε τη βοήθεια του Robin Zander. Του στείλαμε ένα demo και απάντησε θετικά, κατουρηθήκαμε με τη χαρά μας, αλλά το παίξαμε cool και απλά τον ευχαριστήσαμε.



Είναι το “The Taking of Black Heart” ένα concept album; Τι ή ποιος είναι η Μαύρη Καρδιά; Ποιος είναι ο ήρωας της ιστορίας;   
Ναι, κατά κάποιον τρόπο είναι. Είναι ένας είδος καλή παλιάς Αμερικάνικης ιστορίας της Δύσης.  Είναι η ιστορία ενός σκληρά εργαζόμενου ανθρώπου που μετατράπηκε σε πληρωμένο δολοφόνο και του αλόγου του που λέγεται Μεξικό, ο οποίος έχει προσληφθεί από έναν πολύ πλούσιο και κακό άνθρωπο για να σκοτώσει μια γυναίκα που τον σνόμπαρε και να επιστρέψει με την καρδιά ως απόδειξη ότι έφερε εις πέρας την αποστολή του… δε θα έλεγα πως είναι οικογενειακή ιστοριούλα!

Πανέμορφο εξώφυλλο. Τι σημαίνει το λάσο; Τα καταφέρνει ο καβαλάρης να ξεφύγει πέφτοντας στον ποταμό στο τελευταίο τραγούδι;
Ειλικρινά, δεν ξέρω πως τελειώνει η ιστορία, ή πως ακριβώς δένει με το εξώφυλλο. Ο Mark Dancey και εγώ σχεδιάζαμε ένα concept album και ένα αντίστοιχο εξώφυλλο και αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Ποτέ δεν ασχοληθήκαμε με το τέλος της ιστορίας. Όμως, οι τίτλοι των τραγουδιών σου ζωγραφίσουν ένα είδος χάρτη.



Πως σου έρχονται οι ιδέες για τους στίχους;
Αυτή τη φορά, ο Brad και εγώ δουλέψαμε παρέα πάνω στην ίδια ιδέα και ιστορία. Συνήθως, η έμπνευση έρχεται από χωρισμούς, πιοτό, γυναίκες, πιοτό, αδικία, πιοτό, λύπη, πιοτό, γυναίκες και πιοτό. WASH AND REPEAT.

Ποια είναι η διαδικασία σύνθεσης των τραγουδιών των Five Horse Johnson;
Ο Brad ή ο Phil, τις περισσότερες φορές, φέρνουν κάποιο riff και όλα τα άλλα φτιάχνονται γύρω τους. Καμιά φορά ονομάζω κάποιο κομμάτι, απλά για να μη τα μπερδεύουμε και το όνομα κολλάει για πάντα. Και καταλήγει να γίνει τραγούδι. Στην προκειμένη περίπτωση ο Brad και εγώ κάναμε τα πάντα.



Ένα από τα σήματα κατατεθέν της μπάντας είναι η φυσαρμόνικα σου. Τι σε έκανε να τη βάλεις για πρώτη φορά στο στόμα σου; Ποιο μουσικοί επηρέασαν το παίξιμο σου;
Όταν ήμουν 25 χρονών, έσπασα το πόδι μου. Ήμουν καθηλωμένος και δεν μπορούσα να περπατήσω. Ο πατέρας μου, που είναι Blues μουσικός, μου έδωσε μερικές φυσαρμόνικες και μια στοίβα γαμάτα Blues CDs από τύπους σαν τους Little Walter, Paul Butterfield και Jr. Wells για να παίζω μαζί με τη μουσική τους όσο ήμουν με το πόδι στο γύψο. Μου έμεινε από τότε και άρχισα να παίζω με φίλους σε clubs. Και συνέχισα. Και ακόμη συνεχίζω.

Πως είναι να έχετε στο συγκρότημα ένα τόσο καλό drummer, όπως ο Jean Paul Gaster;
Το να παίζεις με τον JP είναι τόσο γαμάτο όσο ακούγεται. Κάνει τη ζωή μας πολύ πιο εύκολη και όμορφη και γαμάτη, στα live, στο studio, στο van, στα εστιατόρια, παντού. Είναι κυριολεκτικά ο καλύτερος. Και κανείς δεν μπορεί να δώσει ώθηση στο γράψιμο και την ηχογράφηση των κομματιών, όσο ο JP.



Έχει τίποτα αστείες ιστορίες από τις μέρες που ήσουν στο studio με τους Clutch, όταν συμμετείχες στο “From Beale Street to Oblivion”;
Οι Clutch γράφανε τότε στο Sound City στη νότια Καλιφόρνια. Ο Dave Grohl πρόσφατα έκανε ένα ντοκιμαντέρ για το studio. Είναι πολύ cool και συναρπαστικό μέρος. Πολλά διάσημα και εκπληκτικά albums δημιουργήθηκαν εκεί. Παραγωγός ήταν ο  Joe Barresi. O Joe είχε μόλις τελειώσει ένα Queens of the Stone Age album και είχα την ευκαιρία να παίξω φυσαρμόνικα μέσα από τον ενισχυτή του Billy Gibbons (σ.σ. ZZ Top), που έτυχε να έχει ξεμείνει. Για μένα ήταν μια μοναδική εμπειρία. Ήταν η πρώτη μου φορά στο Λος Άντζελες και ήταν για να ηχογραφήσω με τους Clutch στο Sound City. Καθόλου κακή φάση, θα έλεγα. ΕΠΙΣΗΣ, το μέρος εκείνο είναι στοιχειωμένο. Συν του ότι, εξαιτίας του Neil Fallon, ερωτεύτηκα το φαγάδικο. Πεντανόστιμο!

Τι απολαμβάνεις περισσότερο, το να παίζεις σε φεστιβάλ ή σε μικρά μέρη τίγκα με μεθυσμένους ροκάδες;
Είμαι γενικά, άνθρωπος του εντός. Και τα φεστιβάλ πλάκα έχουν, αλλά θα έκανα ένα τρελό Live se club οποτεδήποτε.



Έχετε σχέδια Ευρωπαϊκής περιοδείας; Θα ήταν πολύ όμορφα να σας βλέπαμε εδώ. Έχεις ακούσει κάποια μπάντα από την Ελλάδα όπως, ας πούμε οι Nightstalker;
Προσπαθούμε να στήσουμε μια Ευρωπαϊκή περιοδεία. Το έχουμε κάνει πολλές φορές, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε φτάσει ακόμα ως την Ελλάδα. Και θα το ήθελα πολύ! Και οι Nightstalker γαμούν κώλους!

Σε ποιους μουσικούς θα ήθελαν να μοιάσουν οι Five Horse Johnson και γιατί;
Ο μόνος τρόπος για να σου το εξηγήσω αυτό και να καταλάβεις τι επηρεάζει τη μουσική μας, είναι να σου πω τι ακούμε όταν είμαστε στο van, εκείνα τα 5 λεπτά τα οποία δεν ακούει ο καθένας από τα ακουστικά του (γέλια). Συνήθως ακούμε Hendrix, Captain Beefheart, James Brown, Kyuss, Muddy Waters, John Lee Hooker, Black Flag, Funkadelic, The Stooges, Miles Davis, MC5, The Damned, Kraftwerk, Public Enemy, Sex Pistols, Clash, John Coltrane και The Bad Brains. Το ενδιαφέρον κομμάτι είναι πως είμαστε όλοι φίλοι εδώ και 25 χρόνια και ακούμε από τότε τα ίδια πράγματα, για αυτό το λόγο πιστεύω πως θα συνεχίσουμε να είμαστε φίλοι για πολλά χρόνια ακόμα.



Αν είχες 3 ευχές να χρησιμοποιήσεις για το συγκρότημα, ποιες θα ήταν αυτές;
Πάντα άκουγα που έλεγαν “πρόσεχε τι εύχεσαι”, οπότε δεν είμαι σίγουρος. Οπότε μάλλον, υγεία, πλούτη και ευτυχία για όλους. Α, και να γίνουμε κολλητοί με τον Burt Reynolds.

Τι μουσική ακούς όταν χαλαρώνεις ή όταν κάνεις σεξ;
Για μένα, η χαλάρωση δεν περιέχει μουσική. Πωρώνομαι πολύ και τσιτώνω ακούγοντας μουσική. Κάτι χαζό στην τηλεόραση θα είναι το soundtrack και στις δύο περιπτώσεις.

Στείλε το μήνυμα σου στον κόσμο, Eric, όποιο και αν είναι αυτό!
Μην είστε μαλάκες! (μτφ. Don’t be a dick)

Σε ευχαριστώ για μια ακόμη φορά!
Και εγώ σε ευχαριστώ, Δημήτρη!

49
About Δημήτρης Μαρσέλος 1914 Articles
Δέσμιος της μουσικής, είλωτας των συναυλιών, εθισμένος στα σκληρά...riffs, διπολικός μεταξύ metal και hardcore punk, έχει κάνει χρόνια τώρα πολιτιστικό crossover και δεν αρνείται κανένα ιδίωμα της rock που του τη σηκώνει...την τρίχα.