Grand Magus, Battleroar (22/09/2012) Κύτταρο

Με ουδέτερη ψυχολογία σε ότι αφορά τις προσδοκίες μου για το live αυτό του Σαββατόβραδου κατέφθασα έξω από το Κύτταρο για να συναντήσω εκεί μόλις κάποιες δεκάδες οπαδών που περίμεναν να ανοίξουν οι πόρτες.

Η συναυλία ξεκίνησε πολύ θετικά με τους συμπατριώτες μας Battleroar να ανεβαίνουν επί σκηνής 5 λεπτά πριν τις 9 με guest για την βραδιά τον τραγουδιστή των Sacred Steel, Gerrit Mutz. Έχοντας στο setlist τους κομμάτια και από τα 3 τους album αλλά και ένα καινούργιο (“The Poisoned Well”) ζέσταναν για τα καλά το κοινό (που τελικά γέμισε τον κάτω χώρο του club μέχρι το τέλος της εμφάνισής τους). Κερασάκι στην τούρτα η διασκευή στο “War dogs of metal” (Sacred Steel) που όπως ανακοίνωσε ο G. Mutz, ιδιαίτερα εύθυμος εκείνη τη νύχτα, οι Battleroar επέμεναν να το παίξουν!



Ο ίδιος κατάφερε να αποδώσει με επιτυχία το κλίμα των κομματιών με την ξεχωριστή χροιά της φωνής του και δεν σταμάτησε να λέει πόσο εκτιμά την Ελλάδα χωρίς να διστάσει να ομολογήσει ακόμη πως θα εγκατέλειπε μετά χαράς τη Γερμανία για να μείνει Ελλάδα, αλλά και την εμμονή του 9χρονου γιου του με το “The Wrathforge”, ενώ αρκετά γέλια έπεσαν όταν παραδέχτηκε πως φοράει τα σκούρα γυαλιά επειδή δεν βλέπει καλά κι όχι για να δείχνει πιο “cool”. Έδειξε να κερδίζει την συμπάθεια του κόσμου κυρίως με την εκτελεστική του δεινότητα και τον επαγγελματισμό του αφού φάνηκε ότι παρότι guest είχε προβάρει τα κομμάτια σωστά και ανέβηκε στη σκηνή φορμαρισμένος. Δεν ήταν καλύτερος ή χειρότερος από τον Marco (Concoreggi -ex vocals), ήταν απλά διαφορετικός και είχε τρομερό ενδιαφέρον ο τρόπος που ερμήνευσε τα κομμάτια.



Πολύ καλός και ο Α. Σωτηρόπουλος (guitars) και αν και άξιος αντικαταστάτης, δε μπορώ να πω όμως πως πέρασε εντελώς απαρατήρητη η απουσία του Μ. Καραζέρη που αποτελούσε (τουλάχιστον στη δική μου σκέψη) τον πυλώνα (συνθετικό και σκηνικό) των Battleroar μαζί με την άλλη μορφή, τον Κ. Τζώρτζη. Ο δε τελευταίος, με την επιβλητική του παρουσία έκανε σαφές πως οι Battleroar παρά το σημαντικό τους παρελθόν έχουν επίσης ενδιαφέρον παρόν και μέλλον. Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα και στο νέο υλικό που μας παρουσίασαν (“The poisoned Well”), ένα δυνατό κομμάτι με ενδιαφέρον εξέλιξη με παύση στο μέσο με μελωδικά σημεία και μετά πάλι ξέσπασμα (respect στον Α. Παπαδιαμάντη στο ηλεκτρικό βιολί, που μας χάρισε μοναδικές στιγμές σε όλο το set).



Η πιο απολαυστική στιγμή τους  υπήρξε η μεγαλειώδης εκτέλεση του “Battleroar”, αλλά και το απόγειο του λυρισμού στο “Finis Mundi” με το Κύτταρο να έχει ζεσταθεί για τα καλά! Ο ήχος παράδειγμα προς μίμηση, πεντακάθαρος και με διαύγεια και ισορροπία σε όλα τα όργανα. Πραγματικά τέτοιο ήχο δεν ακούς ούτε σε headlining acts. Το ότι περνούσαμε καλά αποδείχθηκε από το πόσο γρήγορα φάνηκε να περνάει η κάτι λιγότερο από ώρα που έπαιξαν. Καταχειροκροτούμενοι αποχώρησαν για να παραδώσουν τη μεταλλική σκυτάλη στους Σουηδούς μάγιστρους του Βορρά.

Battleroar setlist
Hyrkanian Blades
Siegecraft
The Wrathforge
Dragonhelm
The Poisoned Well
Victorious Path
Finis Mundi
Battleroar
War Gods of Metal (Sacred Steel)



Με το πρόσφατο δυνατό album τους “The Hunt” στις αποσκευές (και με τους υπόλοιπους 5 -ακόμη μεγαλύτερους δυναμίτες που προηγήθηκαν) οι ιδιαίτερα αγαπητοί στην Ελλάδα Grand Magus βγήκαν να παίξουν σε ένα “παιχνίδι” που η όλη κατάσταση έδειχνε πως το είχαν κερδισμένο από τα αποδυτήρια.

Περίπου στις 22.15 μετά από την, ευτυχώς σύντομη, διακοπή που μεσολάβησε από τους Battleroar και την προμήθεια των απαραίτητων αλκοολούχων υγρών (σε καθόλου ελκυστική τιμή ομολογουμένως), τα φώτα πέφτουν και ακούγεται η εισαγωγή με το “Αμώνι του Κρομ”, πασίγνωστο πλέον μουσικό θέμα από τον Conan και η ώρα είχε επιτέλους φτάσει και το Κύτταρο είχε σχεδόν γεμίσει (με εξαίρεση το μπαλκόνι στο οποίο είχε αρκετή αραίωση ο κόσμος).



Αν και ήταν η πρώτη φορά που παρακολούθησα live τους, με κέρδισαν από το πρώτο λεπτό, με το που ακούστηκαν δηλαδή οι πρώτες νότες του “Kingslayer”. Ο ήχος κυριολεκτικά έσπερνε με τα dB σε επικίνδυνες στάθμες. Παρότι ένιωθα τρομερή συμπίεση από την ένταση στα αυτιά, ο ήχος παρέμενε πεντακάθαρος και πωρωτικός. Ειδικά η κιθάρα του JB είχε τόσο ζεστό ήχο που απόλαυσα κάθε riff και solo της βραδιάς. Αλλά και το ρυθμικό μέρος είχε όγκο, δύναμη και έκταση. Εκτός από το τρίο επί σκηνής λοιπόν, στους πρωταγωνιστές της βραδιάς πρέπει να καταλογιστεί και ο μάγιστρος της κονσόλας που ανέδειξε το κάθε όργανο μοναδικά (μόνο τα backing vocals του Skinner έχω την εντύπωση πως  θα έπρεπε να είναι λίγο πιο μπροστά).

Η μπάντα χωρίς καμιά υποχώρηση σε επαγγελματισμό και συνέπεια υπήρξε επίσης αυθεντική στο attitude που έβγαζε και στην επικοινωνία με το κοινό. Και μιας και ο λόγος, γι’ακόμη μια φορά ο Έλληνας μεταλλάς έκανε το θαύμα του και έγινε το extra μέλος της μπάντας. Ιδιαίτερη μνεία να κάνω στο σημείο που έπαιξαν το “Hammer of the North” όπου το κοινό απλά δεν σταματούσε να τραγουδά το χορωδιακό σημείο, ακόμη κι έπειτα από αρκετές επαναλήψεις. Στο encore ακούσαμε τα “Valhalla Rising” (προσωπικά δεν θα το επέλεγα για encore) και “Iron Will” (έπος) κι έγινε και ο σχετικός χαμός.



Στην εκπληκτική σκηνική παρουσία του JB Christofferson συντέλεσαν και οι μουσικοί που τον πλαισίωναν, ο Fox Skinner (bass) που έδωσε και αρκετές βοήθειες στα φωνητικά και ο Ludwig Witt (drums) που ειδικά από την μέση και μετά του set έδειξε να το απολαμβάνει και να κάνει headbanging ανά διαστήματα.

Δεν ήταν όμως κι όλα ρόδινα στην βραδιά. Όταν 1 ώρα και 20 λεπτά μετά την εμφάνισή τους μας αποχαιρέτησαν όλοι γύρω μου έμοιαζαν με κάποιον που μένει με το “πουλί” στο χέρι. Αρχικά σκέφτηκα πως θα κάνουν δεύτερο encore αλλά το γεγονός δεν έλαβε χώρα ποτέ. Επίσης το setlist μου φάνηκε ελλιπές (και οι επιλογές περίεργες) και πιθανόν να συμβαίνει σε συνάρτηση με την προηγούμενη παρατήρησή μου. Ήταν και η μοναδική (αλλά σημαντική) στιγμή του live που ένιωσα πως κουβαλάνε  “σταριλίκι”. Δε μπορεί να παίζεις τόσο λίγο, ειδικά από την στιγμή που έχεις πλέξει το εγκώμιο για το πόσο ξεχωριστοί και πραγματικοί metal hearts είναι οι Έλληνες οπαδοί σου, αλλά και από την στιγμή που γνωρίζεις την υφεσιακή κατάσταση της χώρας και πόσα πράγματα μπορεί να έχει στερηθεί ο καθείς μας εκεί μέσα για να παρευρεθεί.



Εύχομαι να αλλάξουν τακτική και να μην επαναλάβουν κάτι αντίστοιχο σε επερχόμενη εμφάνισή τους γιατί τότε πραγματικά θα είναι από τις ελάχιστες φορές που δεν θα έχω τίποτε αρνητικό να καταλογίσω σε μια μπάντα που πραγματικά αξίζει την αναγνώριση και την υποστήριξη από όλους μας. Αυτές οι σχέσεις όμως πρέπει να είναι αμοιβαίες…

Grand Magus setlist
Intro/Conan
Kingslayer
Like The Oar Strikes The Water
Ravens Guide Our Way
Sword of The Ocean
Nine
I, The Jury
The Shadow Knows
Silver Into Steel
The Hunt
Hammer of The North
Encore
Valhalla Rising
Iron Will

photos: Δημήτρης Μαρσέλος

Ιωάννης Φράγκος
About Ιωάννης Φράγκος 350 Articles
Όταν δεν κυνηγάει το crew του Rockway για τα deadline των άρθρων, θα τον βρεις να σπινάρει δίσκους από τους κλασικούς της συμφωνικής μουσικής στους κλασικούς του 80’s Us metal, από το goth rock στο prog rock και metal. Έχει ένα φετίχ να καταγράφει στην κάμερά του μουσικές ιστορίες κι όλο και κάποιο σχετικό project τον περιμένει για επεξεργασία στον υπολογιστή του. Λατρεύει το διάβασμα, τον πλαστικομοντελισμό, τα videogames και το vegan φαγητό.