DEF LEPPARD: “On Through the Night”

Γυρίζω πολλά χρόνια πίσω. Τότε που στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο δεν είχαμε καθόλου φράγκα και όποτε ένας συμμαθητής αγόραζε έναν δίσκο, μόλις το παίρναμε είδηση, τρέχαμε με μια κασέτα στο χέρι για να μας γράψει τα τραγούδια και να μορφωθούμε και εμείς οι φτωχοί.

Ένας λοιπόν συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο μου έδωσε δυο -κατά την γνώμη του- πολύ καλούς δίσκους να ακούσω. Ο ένας ήταν το “Back In Black” των AC/DC και ο άλλος με ένα εντυπωσιακό εικαστικό στο εξώφυλλο. Μπλε με φόντο ένα γεμάτο κίτρινο φεγγάρι και σε πρώτο πλάνο ένα φορτηγό που κουβαλούσε ένα μυστηριώδες σκεπασμένο φορτίο, και μόνο ο λαιμός της κιθάρας που εξείχε πρόδιδε το πόσο βαρύ ήταν το φορτίο του. Τίτλος του δίσκου “On Through The Night” των Def Leppard.

Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε και όμως αυτόν τον δίσκο τον αγαπώ το ίδιο. Είναι από τους λίγους δίσκους που ακούω και ξανακούω με την ίδια λαχτάρα. Όχι για να ανακαλύψω καινούρια πράγματα αλλά για να αφεθώ στην γνώριμη μαγεία της δομής του. Ο δίσκος δεν ήταν η πρώτη δισκογραφική απόπειρα των Leppards (είχαν προηγηθεί το ομώνυμο EP το 1979 και δύο bootlegs: το First Strike και το Warchild). Άλλωστε μερικά τραγούδια από εκείνο το EP και τα bootlegs συμπεριλήφθηκαν σε αυτό το εκπληκτικό LP σε διαφορετική εκτέλεση. Το συγκρότημα παρόλο το νεαρό της ηλικίας του (μέσος όρος ηλικίας γύρω στα 18), έδειχνε τότε δεμένο και γνώριζε πως να αφομοιώνει με σεβασμό την δουλεία των παλιότερων συγκροτημάτων και να την μεταμορφώνει σε κάτι φρέσκο. Μην ξεχνάμε πως οι Leppards ήταν  ένα από τα πρώτα γνήσια συγκροτήματα του NWOBHM μαζί με τους πρώιμους Iron Maiden, Saxon, Diamond Head, Samson κτλ.

Το “On Through The Night” κυκλοφόρησε στις 14 Μαρτίου του 1980. Πολλοί οπαδοί τότε είδαν με στραβό μάτι την διάθεση του γκρουπ να προσεγγίσει και να κερδίσει το αμερικάνικο κοινό προσφέροντας του τραγούδια σαν το “Hello America” και περιοδεύοντας κυρίως στην Αμερική με σχήματα σαν τον Pat Travers, Ted Nugent και τους AC/DC. Η αποδοχή που τους επιφύλαξε το βρετανικό κοινό στο Reading Festival (όπου εμφανιζόντουσαν και οι Iron Maiden) ήταν απογοητευτική πετώντας τους κουτάκια μπύρας. Αυτός ο δίσκος έγινε πλατινένιος στις 9 Μαΐου του 1989 από την RIAA (Recording Industry Association of America)και σκαρφάλωσε στην θέση 51 του Billboard200 και στην θέση 15 του UK Albums Chart αντίστοιχα. Το δυναμικό “Rock Brigade” που ανοίγει τον δίσκο δείχνει την διάθεση του σχήματος  για  καινούρια και φρέσκα πράγματα. Στακάτος ρυθμός, ευκολομνημόνευτες μελωδίες, ωμές κιθάρες, ογκώδη παραγωγή και μια θρασύτατη “πάρτα στα μούτρα” φωνή.

Η φωνή του Joe Elliott δεν είναι τεχνική ούτε γρανιτένια όπως ενός Gillan, ενός Plant ή ενός Dickinson, αλλά είχε τότε έναν τσαμπουκά που σε έκανε να πιστεύεις πως έτσι μόνο μπορούσαν και έπρεπε να τραγουδηθούν αυτά τα τραγούδια.  Η κιθαριστική συνεργασία των Steve Clark και Pete Willis είναι αριστουργηματική θυμίζοντας τις κιθαριστικες δισολίες των Thin Lizzy. Να μην παραλείψω να αναφέρω πως σαν single κυκλοφορήσαν τα “Rock Brigade”, “Wasted” και “Hello America”, με το “Wasted” του single να είναι διαφορετικά εκτελεσμένο από αυτό του LP. Η συνέχεια με το “Hello America”  απλώς υπαγορεύει στον εγκέφαλο σου το τι πρόκειται να επακολουθήσει, συνεχίζοντας στο ίδιο ύφος. Η αλήθεια είναι πως η παραγωγή του Tom Allom ανέδειξε το κάθε όργανο τους συγκροτήματος και έδεσε όλα τα τραγούδια με αριστουργηματικό τρόπο δίνοντας τον απαιτούμενο όγκο, πράγμα φυσικό και αναμενόμενο έχοντας διατελέσει και παραγωγός των Judas Priest.

Και πραγματικά εκεί που είσαι έτοιμος να δεχτείς και τον τρίτο καταιγισμό, εκεί σου σερβίρουν το υπέροχο “Sorrow Is a Woman”. Μια ήρεμη αλλά όχι γλυκερή μελωδική γραμμή με εξάρσεις σκληρής κιθάρας και δυναμικούς ρυθμούς από τον Rick Savage στο μπάσο και τον Rick Allen στα ντραμς. Μια δυναμική μπαλάντα με όλη την σημασία της λέξης. Γενικά δεν είμαι οπαδός της μπαλάντας, αλλά στην περίπτωση αυτή έχω σηκώσει τα χεριά ψηλά και απλά υποκλίνομαι στο μεγαλείο του τραγουδιού. Αριστούργημα! Το τρίτο κομμάτι έρχεται να σου πει πως η ώρα της μπαλάντας έχει τελειώσει και  πρέπει να αναλάβουν τα ηνία με το γνωστό τρόπο παρουσιάζοντας το “It Could Be You”. Ισοπεδωτικό, γεμάτο ενεργεία, αφοπλιστικό και με σωστές δόσεις φαντασίας. Για το “Sattelite” λίγα πράγματα έχω να πω. Το γύρισμα κοντά στο 02.00 τα λέει όλα. Όπως και το σόλο που ακολουθεί. Τι να πεις και τι να μαζέψεις! Τα έχει πάρει όλα και έχει φύγει! Πιστεύω πως αυτό το τραγούδι χτίστηκε γύρω από το σόλο της κιθάρας και το όλο τραγούδι είναι εξέλιξη του. Έτσι απλά!

Την πρώτη πλευρά κλείνει αξιοπρεπώς το “When the Walls Came Tumbling Down”. Επαρκές, ποιητικό, χορταστικό και που δίνει ακόμα δείγματα ευφάνταστης γραφής από όλα τα μέλη του συγκροτήματος. Σπάνιο πράγμα – για μένα τουλάχιστον – να φτάνεις στο τέλος της πρώτης πλευράς ενός δίσκου και να μην έχεις βρει  κανένα ψεγάδι ακόμα, ούτε ένα μέτριο τραγούδι. Το πραγματικό πάρτι αρχίζει στη δεύτερα πλευρά με το “Wasted”. Αξιοπρεπές και ισοπεδωτικό. Με πιο αργό ρυθμό, αλλά με έναν βηματισμό που μαρτυρεί σιγουριά για το εγγυημένο αποτέλεσμα. Το “Wasted” εξάλλου είναι ένα τραγούδι που φωνάζει από μακριά τις επιρροές των Thin Lizzy. Το “Rocks Off” είναι η απόλυτη μου προτίμηση. Ηχογραφημένο ζωντανά μεταδίδει τέλεια την ενέργεια του σχήματος επί σκηνής. Απλό, συνοπτικό, συμπυκνωμένο και κοφτερό. Με ένα εκπληκτικό παιχνίδι των κιθαριστών στην μέση και το μπάσο μαζί με τα ντραμς να κρατάνε έναν σταθερό και ισοπεδωτικό ρυθμό. Τι καλύτερο από αυτό!

Το τρίτο τραγούδι “It Don’t Matter” συνεχίζει επάξια την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα του δίσκου. Το slide εύρημα της κιθάρας κτίζει κυριολεκτικά ολόκληρο το τραγούδι και το συντηρεί μέχρι το τέλος του. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο, παρόλο αυτά ευχάριστο και κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Για το “Answer To The Master” τα λόγια είναι περιττά. Η ανάπτυξη του σόλο στο 01.43 είναι η απόλυτη αποθέωση. Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο θεϊκό ηχεί αυτό το σόλο της κιθάρας ακόμα και σήμερα μετά από τόσες δεκαετίες.  Το “Overture” που και αυτό βρισκόταν στο EP τους “The Def Leppard EP”, κλείνει πανηγυρικά τον δίσκο. Μια μεγαλειώδης χορταστική εισαγωγή, όπου τα διακριτικά πλήκτρα την γεφυρώνουν με το καταιγιστικό κύριο θέμα. Και μετά το κύριο θέμα το τραγούδι κλείνει με τον ίδιο τρόπο όπως άρχισε. Με ένα outro χτισμένο πάλι στα υπέροχα και μελωδικά πλήκτρα. Σου αφήνει μια γεύση στο στόμα να ξανακούσεις το τραγούδι. Για να φτάσεις όμως στο τραγούδι νιώθεις την επιτακτική ανάγκη να ξανακούσεις και ολόκληρο το άλμπουμ. Έτσι καταλήγεις τελικά να ακούς τον δίσκο για νιοστή φορά. Αυτό που σε έχει  κερδίσει είναι μια ατόφια, ειλικρινή και ορμητική προσφορά ενός συγκροτήματος που σημάδεψε τον σκληρό ήχο κυρίως στην δεκαετία του ’80 με πολύ καλές δισκογραφικές δουλειές. Τα μέλη του σχήματος πάρα το νεαρό της ηλικίας τους επέδειξαν μια πολύ καλή γνώση των μελωδικών γραμμών, του δεμένου rhythm section και ενός άριστου μουσικού νου. Άξιοι εκπρόσωποι του NWOBHM…Άξιοι! 

Αα, και να μην το ξεχάσω…Διονύση σε ευχαριστώ!

Σταύρος Καραΐσκος