BORIS

BORIS………….Ιαπωνική τεχνολογία.

Αν θα έπρεπε να βάλουμε σε ένα λεξικό, δίπλα σε επίθετα όπως “καινοτόμος”, “πειραματικός”, “πρωτοποριακός”, την εικόνα απο ένα συγκρότημα, τότε χωρίς υπερβολή οι Boris θα “ταίριαζαν γάντι”, αν και στην περίπτωσή τους, το “μία εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις” τους αδικεί, καθότι χρειάζονται αρκετές παραπάνω για να περιγράψεις αυτό το Ιαπωνικό φαινόμενο. Διανύοντας την τρίτη δεκαετία της ζωής της, η μπάντα συνεχίζει να επεκτείνει τους μουσικούς της ορίζοντες και να πειραματίζεται προς αναζήτηση νέων μουσικών ερεθισμάτων, χωρίς να μένει στάσιμη και να επαναπαύεται στις δάφνες της, καταδεικνύοντας έτσι τη διαφορά μεταξύ του μουσικού-καλλιτέχνη και ενός απλού διασκεδαστή. Στην πολύχρονη καριέρα τους έχουν κυκλοφορήσει περισσότερα από 20 studio albums σε διάφορες εταιρείες ανά τον κόσμο, καθώς επίσης και μία πληθώρα από ζωντανές ηχογραφήσεις, συλλογές, EPs και συνεργασίες.



Ιστορία.

Οι Boris (ボリス Borisu), δημιουργήθηκαν το 1992 στο Τόκιο, και παρότι καθιερώθηκαν σαν τρίο, στα πρώτα τους βήματα υπήρξαν κουαρτέτο αποτελούμενο απο τέσσερις “καλλιτεχνικά ανήσυχους” φοιτητές του πανεπιστημίου, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν εκεί από άλλες πόλεις της Ιαπωνίας. Στην αρχή η σύνθεση της μπάντας βρίσκει τον Atsuo Mizuno στα φωνητικά, την Wata Watasige στην κιθάρα, τον Takeshi Ohtani στο μπάσο και τον Nagata στα τύμπανα. Με αυτήν την σύνθεση επιδίδονταν σε hardcore/punk/sludge metal, κάτι αντίστοιχο με τους Melvins στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού (μπάντα-είδωλο και πηγή έμπνευσης για τους ίδιους) στα πρώιμα χρόνια τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι το όνομα του συγκροτήματος οφείλεται στο ομώνυμο κομμάτι (Boris) από τον δίσκο “Bullhead” των Melvins και το όνομα της εταιρείας τους “Fangs Anal Satan” προέρχεται από το κομμάτι “Anal Satan” των προαναφερθέντων, το οποίο υπάρχει στο 7” single “With Yo’ Heart, Not Yo’ Hands”.

Στα 27 χρόνια της ύπαρξής τους, οι Boris έχουν κάνει σκόπιμες προσπάθειες ώστε να αποφύγουν οποιαδήποτε σχέση με μουσικά είδη, καθώς δεν ασπάζονται την κατηγοριοποίηση και τις επιταγές που επιτάσσει η σύγχρονη μουσική βιομηχανία, τουναντίον είναι υποστηρικτές της ελευθερίας της έκφρασης και δημιουργίας.  Όπως έχει δηλώσει, άλλωστε, σε συνέντευξη ο Atsuo ”Έχοντας ένα είδος προκατειλημμένου μηνύματος ή θέματος είναι πολύ βαρετό για μένα. Γίνεται ένα δεκανίκι”. Κάπως έτσι, και στο πλαίσιο του πειραματισμού τους, έχουν επιδείξει μία ποικιλία μουσικών στυλ στους δίσκους τους, από “noise”, “drone”, “experimental”, “sludge”, “stoner”,“ambient”, “shoegazing”, “dreampop”, “doom”, “avant-garde” και ούτω καθεξής. Χαρακτηριστικό “Tip”, πάντως, είναι πως άλλοτε το όνομα της μπάντας γράφεται ως “BORIS”, για τις πιο “σκληρές” της δουλειές, και άλλοτε ως “boris” για τις πιο “μαλακές” και ambient κυκλοφορίες.



Πρώιμα χρόνια – Absolutego (1992-1997)

Στο μεσοδιάστημα αυτό, το συγκρότημα κάνει τις πρώτες εμφανίσεις σε  δισκογραφικές εταιρείες, με το τραγούδι “Water Porch” (Scabbard Fish Records, 1994), ακολουθούμενο από το “Mosquito” (Thank You Record Company, 1995), καθώς και ένα κομμάτι κάτω από το ψευδώνυμο “sorib” στη συλλογή “Tribute to Evangelion”. Έπειτα, μαζί με την κυκλοφορία ενός 10΄ split με τους συμπατριώτες τους Barebones, κυκλοφορεί το ντεμπούτο της μπάντας με τον τίτλο “Absolutego”, απο τη Fans Anal Satan εν έτει 1996 και αργότερα επανακυκλοφόρησε από τη Southern Lord. Ο δίσκος αποτελείται από ένα τραγούδι διάρκειας 65 και κάτι λεπτών, αργού, θορυβώδους sludge metal, αντλώντας έμπνευση απο τους Melvins και πιο εμφανή από τους Earth.

Την ίδια χρονιά, ο Nagata αποχωρεί από το συγκρότημα και εν μέσω αναδιάρθρωσης, ο Atsuo θα αναλάβει τα τύμπανα, καθώς η Wata θα επεκτείνει τα καθήκοντά της στην κιθάρα και τα πλήκτρα, ενώ ο Takeshi θα μεταβεί στο μπάσο και στις ρυθμικές κιθάρες, με τη χαρακτηριστική κιθάρα με τον διπλό λαιμό, δικής του σχεδίασης. Παράλληλα, τα φωνητικά θα μοιραστούν και στους τρεις δίνοντας διαφορετικό εύρος στις studio ηχογραφήσεις και στις ζωντανές εμφανίσεις. Έκτοτε θα καθιερωθούν ως τρίο μέχρι και σήμερα.



Amplifier Worship – Flood (1998-2000)

Το 1998 η μπάντα μεταπηδά στην Mangrove Records και ανακοινώνει το δεύτερό της άλμπουμ, με τίτλο “Amplifier Worship”, μία επιδρομή απο sludge/drone/noise στοιχεία, μέσα απο 5 μακροσκελείς συνθέσεις, κερδίζοντας καινούριους οπαδούς, δημιουργώντας σιγά σιγά το σκληροπυρηνικό fanbase τους. Αργότερα ο δίσκος θα μνημονεύεται από τους κορυφαίους της καριέρας τους. Στο πλαίσιο της προώθησης του δίσκου, η μπάντα θα ζήσει το όνειρό της, καθώς θα μοιραστούν τη σκηνή με τα είδωλά τους (Melvins) για 2 βράδια, στις 17-18 Απριλίου του 1999 στο Τόκυο.

To “Flood”, ο τρίτος τους δίσκος, θα κυκλοφορήσει στις 15/12/2000 από την Midi Creative. Αποτελείται από ένα 70λεπτο κομμάτι χωρισμένο σε 4 μέρη, διάρκειας 70:32. Άν και δεν έλαβε ιδιαίτερες κριτικές, διατηρεί ένα cult status μεταξύ των οπαδών, για χάρη των οποίων το έπαιξαν στην ολότητά του στη “Residency Tour” στην Αμερική το 2013. Στον δίσκο αυτό, υπάρχει μία αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης σε σχέση με τις προηγούμενες 2 κυκλοφορίες (κάτι στο οποίο θα μας συνηθίσουν στο μέλλον), σε πιο progressive/post/minimalism μονοπάτια, διευρύνοντας με αυτόν τον τρόπο το μουσικό τους όραμα.



Τα χρόνια στην Southern Lord (2001-2004)

Έν έτει 2001, οι Boris υπογράφουν συμβόλαιο με την Southern Lord για την Αμερικανική αγορά, ενώ διατηρούν το δικαίωμα να συνεργάζονται και με άλλες εταιρείες. Μέσα από τη νέα αυτή συνεργασία, θα επανακυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους άλμπουμ και το “Amplifier Worship”, εκθέτοντας με αυτόν τον τρόπο την μουσική τους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εν τω μεταξύ, ταυτόχρονα με τις επανακυκλοφορίες, το συγκρότημα δεν μένει άπραγο και  κυκλοφορεί στις 26/4/2002 το νέο του άλμπουμ, που ονομάζεται “Heavy Rocks”, με την φιλική συμμετοχή της Lori S (Acid King), στο εναρκτήριο “Heavy Friends”. Με αυτόν τον τρόπο, αναπτύσσουν έναν διαφορετικό ήχο, καθώς εισάγουν fuzz και stoner στοιχεία στη μουσική τους, κάτι το οποίο εμφανίζουν για πρώτη φόρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο δίσκος αυτός είναι από τις ελάχιστες κυκλοφορίες που δεν έχουν τυπωθεί ποτέ σε βινύλιο.

Σχεδόν ένα χρόνο μετά, και συγκεκριμένα στις 6/6/2003, η μπάντα υπογράφει με την Ιαπωνική Diwphalanx Records και κυκλοφορεί το Akuma no Uta (悪魔の歌 The Devil’s Song), με το ιδιαίτερα έξυπνο και μινιμαλιστικό εξώφυλλο, στο οποίο φαίνεται ο Takeshi με την δίλαιμη Ibanez του, σαν άλλος Nick Drake στο εξώφυλλο του  Bryter Layter. Ο δίσκος έλαβε την 198η θέση στο top 200 του Pitchfork Magazine, για τα καλύτερα άλμπουμ του 2000. Με την κυκλοφορία του δίσκου, η μπάντα ξεκίνησε να περιοδεύει στην Ιαπωνία και να κάνει και τις πρώτες της εμφανίσεις στην Ευρώπη. Άλλες 2 κυκλοφορίες θα δουν το φως της δημοσιότητας μέσω της Diwphalanx, το “Live at the Shimokitazawa Shelter”, DVD με μουσικά βίντεο και ζωντανά πλάνα, καθώς και ένα ακόμα studio album, με τίτλο “Boris at Last-Feedbacker”, αποτελούμενο από μία σύνθεση (χωρισμένο σε 5 μέρη), στο οποίο ενσωματώνει διάφορα ροκ στοιχεία, μεταξύ των οποίων drone, post και noise.



Δισκογραφική φρενίτιδα (2005-2010)

Η πενταετία που ακολουθεί, θα αποτελέσει ορόσημο για το συγκρότημα τόσο σε δημοτικότητα, όσο και σε παραγωγικότητα, καθότι βρίσκεται σε δαιμονιώδη φόρμα. ‘Ετσι, παράλληλα με τις περιοδείες σε Ευρώπη και Αμερική, θα κυκλοφορήσουν ένα πλήθος νέων άλμπουμ (“Dronevil”,  “Pink”,“The Thing Which Solomon Overlooked 2”, “The Thing Which Solomon Overlooked 3”,  “Vein”, “Smile”, soundtrack από το film “Mabuta no Ura”), εκ των οποίων το “Pink” και το “Smile” είναι σε περίοπτη θέση και ξεχωρίζουν. Το μεν “Pink” έλαβε διθυραμβικές κριτικές από τον τύπο και τους οπαδούς, εισάγοντας πιο μελωδικά στοιχεία στον αποξεστικό ήχο της μπάντας (έλαβε score 80/100 στο Metacritic site), το δε “Smile” εντρυφεί σε πιο πειραματικές τάσεις με χειραγωγημένο ήχο, με την χρήση drum machine και sample κομματιών. Αξίζει να σημειωθεί πως είναι μόλις η δεύτερη κυκλοφορία με φωνητικά σε κάθε κομμάτι, μετά το “Amplifier Worship”, και στον δίσκο συνεισφέρουν σαν guests ο Michio Kurihara των Ghost (Japan) και ο Stephen O’ Malley (Sunn O))), Goatsnake, Khanate, Burning Witch etc). Πέρα από τους στούντιο δίσκους, θα κυκλοφορήσουν και διάφορα DVDs (Wizard’ s Convention, Bootleg-Feedbacker, Heavy Metal Me), Live (04092001), 7΄ Single (A Bao A Qu ) και αρκετές συνεργασίες (Sunn o))), Ian Astbury , Merzbow).



Τα χρόνια στην Sargent House (2011-2013)

Στην έναρξη της τρέχουσας δεκαετίας, θα συνεργαστούν ξανά με τον Masami Akita (a.k.a Merzbow) για την ηχογράφηση του Klatter, και για ακόμα μία φορά (χωρίς να είναι η τελευταία), θα βρεθούν σε νέα δισκογραφική και πιο συγκεκριμένα, στο ρόστερ της Sargent House, μέσω της οποίας θα βρεθούν στα ράφια των δισκάδικων 4 καινούρια άλμπουμ, (“New Album”, “Heavy Rocks II”, “Attention Please”, “Praparat”), κάνοντας μία στροφή στον ήχο τους, σε πιο shoegaze και pop αναζητήσεις (“New Album”, “Attention Please”), με την Wata να αναλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου τα φωνητικά, για πρώτη φορά στο “Attention Please”. Στο “Heavy Rocks II”, ο ήχος είναι συνεπής του stoner rock ύφους της μπάντας, ενώ στο “Praparat”, σε συνεργασία με τον  Michio Kurihara και την Gisèle Vienne, παρουσιάζουν μία πιο “σκληρή” εκδοχή, με έμφαση σε drone πειραματισμούς.



Noise – Dear (2014-Present)

Στα μέσα της δεκαετίας, η μπάντα συνεχίζει ακάθεκτη να δημιουργεί, διατηρώντας τη συνθετική της έξαρση σε δυσθεώρητα ύψη και κυκλοφορεί την 19η δισκογραφική της δουλειά με το όνομα “Noise”, μέσω της Sargent House και της Daymare στις 18/6/2014, ενώ ακολουθεί περιοδεία σε Αμερική και Ευρώπη για την προώθηση του δίσκου. Σύμφωνα και με το δελτίο τύπου της μπάντας, στο “Noise”, αναμειγνύονται στοιχεία sludge, crust, punk, shoegaze, doom με ψυχεδελικές μελωδίες και οτιδήποτε άλλο έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ, δημιουργώντας κάτι τολμηρό και μοναδικό.
Το 2015, θα πρωτοτυπήσουν και σε έναν άλλο τομέα, καθώς θα δώσουν 3 κομμάτια για τις ανάγκες της anime σειράς “Ninja Slayer”, ενώ θα κυκλοφορήσουν τρεις νέες πειραματικές δουλειές (“Asia”, “Urban Dance” και “Warpath”), μέσω της δικής τους εταιρείας και οι οποίες θα είναι διαθέσιμες μόνο στο merch της περιοδείας. Επίσης, το 2017 θα κυκλοφορήσει και ο δίσκος “Dear”, ο οποίος υποτίθεται θα αποτελούσε και το “κύκνειο άσμα” του συγκροτήματος , γιορτάζοντας έτσι τα 25 χρόνια, κάτι το οποίο θα διαψευσθεί από την τελευταία, μέχρι στιγμής, και πιο πρόσφατη κυκλοφορία του “LφVE & EVφL”, μέσω της Third Man Ruins. Ύστερα απο την κυκλοφορία του “Dear”, ακολούθησε  η ανακοίνωση απο τους διοργανωτές του Roadburn Festival, ότι τον Απρίλιο του 2018 το συγκρότημα θα παίξει ζωντανά στην ολότητά του, τον ντεμπούτο δίσκο “Absolutego”, μαζί με τον Stephen O’ Malley σαν guest, αναλαμβάνοντας χρέη δεύτερου κιθαρίστα, προσφέροντας ένα μοναδικό και “once in a lifetime show”, αφήνοντας κοινό (μαζί και τον γράφοντα) και κριτικούς με το στόμα ανοιχτό και το σαλάκι να τρέχει.

Στην παρούσα φάση, το συγκρότημα βρίσκεται εν μέσω περιοδείας και στις 21/12 ( τυχαίο..;) θα μας επισκεφτούν κάνοντας μία στάση στο ναό (a.k.a Temple Club), έπειτα από ακριβώς τρία χρόνια, προσφέροντας μία μοναδική συναυλία, που θα αποτελέσει αξέχαστη εμπειρία σε όσους παρευρεθούν. Γι’ αυτούς, και πολλούς άλλους λόγους, σας προτρέπω να κάνετε ένα δώρο στον εαυτό σας (ελέω των ημερών) και να παρακολουθήσετε την συναυλία, φέρνοντας μαζί το εορταστικό-καταναλωτικό πνεύμα, για να σας το διασκορπίσουν από εδώ μέχρι την Άπω Ανατολή.

About Βασίλης Χατζηβασιλείου 50 Articles
Ο Βασίλης (a.k.a Eloy) προσπαθεί καθημερινά να συνθέσει το soundtrack της ζωής του βασιζόμενος στο αγαπημένο του τρίπτυχο "αγάπη, φαντασία και πειραματισμός". Προτιμά οι μουσικές του αναζητήσεις να είναι βαριές, θορυβώδεις και ταξιδιάρικες...