PORT NOIR: “The New Routine”

Το Σουηδικό τρίο έχει δραστηριοποιηθεί από το 2011 σε ένα ύφος που γενικά προσδιορίζεται με τον όρο alt rock, αλλά ουσιαστικά συγκεντρώνει διαφορετικές επιρροές. Με αφετηρία ακούσματα όπως οι Rage Against The machine ή οι Queens Of The Stone Age από τη μια, αλλά και οι Daft Punk από την άλλη, επιχειρούν να συναρμολογήσουν μια μοντέρνα, φρέσκια και σύγχρονη πρόταση που έχει αναμφισβήτητα πρωταγωνιστή τον ρυθμό. 

Το φετινό, νέο τους άλμπουμ, με τον τίτλο “The New Routine” είναι το τρίτο, και μοιάζει να αποτελεί και την πιο ετερόκλητη απόπειρα ως τώρα. Η πρώτη έκπληξη και απορία έρχεται από τη νέα δισκογραφική στέγη που έχουν βρει στην “Inside Out”. Πριν βιαστεί να αναρωτηθεί κανείς για τις αλλαγές, δεν υπάρχει η παραμικρή σχέση με το σύνηθες «οπλοστάσιο» της εταιρίας. Οι Port Noir, προφανώς στα πλαίσια μιας ιδιόμορφης έκφρασης που δεν περιχαρακώνεται απόλυτα σε ιδιώματα, έχουν εμφανιστεί μαζί με σχήματα όπως οι In Flames, Pain Of Salvation και Karnivool, χωρίς πάλι αυτό να φανερώνει κάτι για τη μουσική τους.

Έχοντας από την αρχή σαν στόχο να ανεβάσουν τον πήχη σε όλα, όπως και στον τελικό ήχο, οι Σουηδοί συνεργάστηκαν με κάθε παλιό γνώριμο που μπορούσε να συνδράμει στην υψηλή φιλοδοξία τους. Υπό την εποπτεία του David Castillo (Katatonia, Opeth), ηχογράφησαν μπάσο, κιθάρες, τύμπανα και πλήκτρα στην Στοκχόλμη. Στη συνέχεια ηχογράφησαν τα φωνητικά μόνοι τους, ενώ η τελική μίξη έγινε από τον Daniel Bergstrand (In Flames, Meshuggah), και τον Lawrence Mackrory στην Ουψάλα.

Μετά ήρθε ο σημειολογικός τίτλος που υποδηλώνει μια νέα εποχή, ένα νέο ξεκίνημα για τους ίδιους. Συνδυάζοντας τα πρώτα τους ακούσματα, που τους ώθησαν να δραστηριοποιηθούν μουσικά, με τα αντίστοιχα σημερινά μοντέρνα ερεθίσματα που θεωρούν οι ίδιοι πως τους εκφράζουν, βρήκαν, στην απόπειρα να συνδυάσουν τα δεδομένα αυτά, τον δρόμο που ήθελαν να ακολουθήσουν.

Από το ξεκίνημα, αλλά και μόνιμα στη διαδρομή του δίσκου, οι επιδράσεις από ηλεκτρονική μουσική, αλλά και από ήπιο, μελωδικό hip hop, κυρίως στα φωνητικά, κατευθύνουν τον συνολικό ήχο και στρογγυλεύουν περισσότερο ακόμα και τα διαστήματα που οδηγούνται από ριφ. Στα περισσότερα τραγούδια υπάρχει αυτή η μάλλον συμβατική και κάπως μονοσήμαντη φωνητική προσέγγιση που απλώνει μια απλοποίηση και μια εμπορική ευκολία στο τελικό άκουσμα. Επίσης, η τακτική τους είναι μάλλον επαναληπτική και συγκεκριμένη, και υπάρχουν οι συχνές εναλλαγές ανάμεσα σε ρυθμικά θέματα συντονισμών των πλήκτρων και της κιθάρας με τα φωνητικά που επιβιβάζονται πάνω σε αρκετά εφέ.

Το βασικό μειονέκτημα του άλμπουμ είναι η έλλειψη πραγματικού βάθους στην αίσθηση που δίνει, είναι περισσότερο μια μανιέρα που βασίζεται σε ηχητικές αναλογίες και τύπους, ενώ τα φωνητικά είναι μάλλον επίπεδα και φτηνά. Ταυτόχρονα, αυτή η έντονη ραδιοφωνική αίσθηση μόνο συναρπαστική δεν είναι. Προσωπικά, θα προτιμούσα μια πιο μυστηριώδη και βαθιά προσέγγιση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε ικανοποιητικό βαθμό στο “Define Us”.

Στην ερώτηση, σε ποιους απευθύνεται το “The New Routine”, η απάντηση δεν είναι τόσο απλή και εύκολη. Ίσως είναι πιο εύστοχο να προσδιορίσεις σε ποιους δεν απευθύνεται. Σίγουρα όχι στο τυπικό κοινό της “Inside Out” και φυσικά στους ακροατές οποιουδήποτε χώρου με τη λέξη “metal” σαν δεύτερη στον προσδιορισμό.

Οι φίλοι του ρυθμού και του ηλεκτρονικού ήχου που αρέσκονται σε alt rock προσμίξεις, ας δοκιμάσουν τη συνταγή. Το κάλεσμα των Port Noir είναι προφανές από την έναρξη, όταν δηλώνουν ξεκάθαρα “we can’t stand to be old fashioned”… Για μένα, ακόμα και σε αυτούς που θα συγκινηθούν με το πρόσταγμα, το πιο αδύναμο σημείο είναι τα φωνητικά που σιδερώνουν τελικά το αποτέλεσμα.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 408 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…