MARATON: “Meta”

Το κουιντέτο από το Όσλο, μετά από εννιά χρόνια ζυμώσεων, παρουσιάζει το πρώτο του άλμπουμ. Αναζητώντας τη θέση τους ταυτόχρονα σε διαφορετικά πεδία ακροατών, αφήνουν την ταμπέλα progressive να τυλίξει την ευρύτητα της κατεύθυνσης και του ήχου τους.

Οι ίδιοι δηλώνουν γοητευμένοι ισόποσα ανάμεσα στην περιπέτεια της σύγχρονης προοδευτικής σκηνής, αλλά και τη διαχρονική ηχητική γοητεία της ποπ κουλτούρας. Βάζοντας τα δικά τους σημεία αναφοράς, κάνουν ιδιαίτερη μνεία στους A-Ha, Muse και Leprous. Με τους τελευταίους άλλωστε, αλλά και τους επίσης συμπατριώτες τους Circus Maximus και Enslaved, εμφανίστηκαν στο γνωστό Roskilde Festival στη Δανία.

Όσο κι αν η σταδιακή ένταξή μας στο “Meta” πραγματοποιείται με το παραπάνω από φιλικό και προσιτό “Seismic”, που δημιουργεί μια πρώτη εντύπωση εύπεπτης αξιοπρέπειας, η συνέχεια ανοίγει την βεντάλια των επιδράσεων. Με μια ολοκληρωμένη εκτίμηση της συνολικής διαδρομής, η καταλυτική επίδραση στην πρώτη απόπειρα των νεαρών Νορβηγών, είναι αναμφισβήτητα οι Leprous.

Πράγματι, λοιπόν, το σημαίνον βάρος έχει δοθεί στον ιδιαίτερο ήχο που αναπαράγει το γκρουπ, ο οποίος ταυτόχρονα συνοδεύεται από τις τέλεια συντονισμένες συμπράξεις του ρυθμικού υπόβαθρου με την κιθάρα και τα πλήκτρα. Η συγκεκριμένη τακτική κατευθύνει σχεδόν συνολικά τα τραγούδια του άλμπουμ. Φυσικά, πάνω από αυτό το συμπαγές χαρμάνι ρυθμών και ήχων, ίπταται η ιδιαίτερη φωνή του Fredrik Bergersen Klemp. Ο τύπος είναι ένας ερμηνευτής με την ευρύτητα των σύγχρονων συναδέλφων του, κυρίως στην Ευρώπη, που μπορούν με τον τρόπο τους να συμπεριλάβουν εντυπώσεις και άλλων ιδιωμάτων, προσφέροντας στο συνολικό αποτέλεσμα μια ενδιαφέρουσα και ελκυστική διαφοροποίηση. Το φαλτσέτο του αλλά και οι ιδιότυπες μελωδίες του ανοίγουν την πρόταση των Maraton, και αποτελούν σοβαρό λόγο να κερδίσουν τελικά ακροατές από παράπλευρους χώρους.

Το “Meta” δεν έχει μεταπτώσεις στο επίπεδό του, καθώς η δουλειά στη λεπτομέρεια παραμονεύει με μικρές διακριτικές εκπλήξεις για τον παρατηρητικό ακροατή, την ίδια στιγμή με την απόλαυση της μελωδίας. Ιδιαίτερα, οι συντονισμοί και τα παιχνίδια του μπάσου με τα τύμπανα συχνά εντυπωσιάζουν, χωρίς να επιβαρύνουν τη ροή του ρυθμού. 

Υπάρχει μια αμυδρή εντύπωση πως όσο κατευθυνόμαστε προς το τέλος, οι Νορβηγοί επιδεικνύουν μια μεγαλύτερη ευελιξία και εναλλαγή στη φόρμουλα τους, περισσότερο στο ντελικάτο “The Manifest Content”, στο “Mosaic” με το όμορφο δράμα των φωνητικών να ακροβατεί στους βιδωμένους ρυθμούς, ενώ το φινάλε του “Spectral Friends” επιφυλάσσει μια ώριμη πληρότητα στην εξέλιξή του.

Είτε σαν κύβος παρηγοριάς σε όσους δεν αντέχουν άλλο τον πνιγμό των Muse σε στουντιακά τεχνάσματα, ή σαν επιπλέον δόση στους φίλους των Leprous με στερητικά, οι Maraton, στην πραγματικότητα, είναι άλλη μια σημαντική προσθήκη στη μοντέρνα ευρωπαϊκή σκηνή του προοδευτικού ήχου. Έχοντας δώσει το στίγμα τους με ένα ντεμπούτο φρέσκο και συνθετικά ενδιαφέρον, μοιάζουν ήδη έτοιμοι να μας δώσουν τον επόμενο καρπό με ενισχυμένη την δική τους φωνή και έκφραση.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 408 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…