ROINE STOLT’s THE FLOWER KING: “Manifesto Of An Alchemist”

Ένας τύπος με μουσικό overdose είναι ο Roine…

Ένας ατέλειωτος κατάλογος δισκογραφικών καταθέσεων με διάφορα γκρουπ ή και αποκλειστικά με το όνομά του επιβεβαιώνει την πραγματικότητα αυτή. Ιδιαίτερα δημοφιλής στο ακροατήριο του progressive rock, και πολύ παλιός γνώριμος από τις θητείες του σαν κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης στους Kaipa, Agents Of Mercy, The Flower Kings και Transatlantic. 

Μέσα σε αυτή την τεράστια λίστα συμμετοχών, το πρώτο του προσωπικό “The Flower King” άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1994, και ο Stolt είχε ηχογραφήσει τότε μόνος του σχεδόν τα πάντα. Σήμερα, στο “Manifesto”, έχει πάλι τη μερίδα του λέοντος, με όλα σχεδόν τα φωνητικά δικά του, τα μέρη της κιθάρας και των keyboards, αλλά παράλληλα υπάρχουν και αρκετές σημαντικές συμμετοχές, όπως για παράδειγμα, των Hans Froberg (The Flower Kings), και Nad Sylvan στο μικρόφωνο.

Με τη σύντομη, επαναληπτική με φωνητικές αρμονίες, εισαγωγή του “Rainsong”, ο Stolt μας περνά στο πλήρες “Lost America”, δίνοντας σε μια διάρκεια περίπου δέκα λεπτών τις γνώριμες συντεταγμένες και αφήνοντας εκτός χάρτη κάθε υποψία εκπλήξεων και εκτροπών. Παραδοσιακό, παλιομοδίτικο prog rock, που όμως φλερτάρει περισσότερο με το hard rock των 70’s, μουσική που θα δελεάσει σίγουρα ευκολότερα τον τύπο που ξανακούει εύκολα τα κλασικά άλμπουμ των Floyd και των Purple και πολύ θα ήθελε να μπορούσε να ανακατέψει τα συστατικά τους.

Για τον λάτρη, λοιπόν, του παραδοσιακού, αλλά απλωμένου και επιδέξιου hard που αρέσκεται να δανείζεται στοιχεία και από αλλού, χωρίς ηχητικά να παρεκκλίνει αισθητά από την παράδοση, το περιβάλλον του “Manifesto” είναι φιλικό και άμεσα προσβάσιμο. Θα έχει και τα Hammond του, τα Moog του, τα cowbell του, και οι κιθάρες τόσο στα lead όσο και στα riff θα είναι ως εκεί που η παγιωμένη νοσταλγία του λατρεύει να αναπαύεται.

Πέρα από τη μουσική κατεύθυνση του άλμπουμ, που πιθανά θα αφήσει ασυγκίνητους θιασώτες σύγχρονων ήχων και μοντέρνων τάσεων, καθώς και τους περισσότερους, «αμιγώς» prog metal ακροατές, και η συνθετική του δύναμη είναι λίγο χαλαρή, σαν άλμπουμ του σαββατοκύριακου. Χωρίς κατ’ ανάγκη αυτό να σημαίνει πως είναι κακό, δεν σε πιάνει και από το λαιμό. Ίσως να έχει να κάνει και με τη γενική μουσική του διάθεση, που αναδύει μια ελαφρότητα αντίκας. 

Από τα οργανικά τραγούδια του δίσκου, το “Rio Grande” ακούγεται άμεσα πιο συγκροτημένο, συγκεκριμένο και περιγραφικό, με μια αναπλαστική επιτυχία σχεδόν σε όλη του τη διάρκεια, ενώ ακόμα και το ατμοσφαιρικό τμήμα του ακούγεται ακριβές και πετυχημένο. Το ομότιτλο, από την άλλη, έχει μια πιο ριζοσπαστική και σύνθετη δομή, με στοιχεία jazz και fusion, και η πολυμορφία του ενισχύεται από το σαξόφωνο του Rob Townsend. Από τις πιο νωχελικές στιγμές του “Manifesto”, το “Baby Angels” είναι η άκαπνη μπαλάντα που θα στείλει τον βετεράνο rocker στο κρεβάτι του μετά το μπάρμπεκιου στην εξοχή, ενώ αντίθετα το “Ze Pawns” είναι από τα πιο ισχυρά χαρτιά του, με σπουδαίες, υποβλητικές μελωδικές διαδοχές, κι έναν φλοϋντικό, πολιτικό χαρακτήρα.

Κάποια από τα μεγάλα του στοιχήματα, όπως το “High Road”, τα πράγματα θα λειτουργούσαν πιο ουσιαστικά σε μικρότερη διάρκεια, ενώ το φινάλε του “The Spell Of Money”, παρά την πολυμορφία του, συνεχίζει να πειθαρχεί σε αυτή τη γενική ουδετερότητα που χαρακτηρίζει την κύρια έκταση του δίσκου.

Ο Stolt μπορεί να έχει την ικανότητα και την εμπειρία να συνθέτει ακόμα και τη στιγμή που ανακατεύει τον καφέ του, όμως και η επιλεκτικότητα είναι σημαντικό κριτήριο του μεγάλου μουσικού. 

Οι οπαδοί θα το ρουφήξουν με ευκολία, οι εξοικειωμένοι με τον ήχο αυτό θα το εκτιμήσουν, οι υπόλοιποι όμως μάλλον θα το βρουν παρωχημένο και άνευρο.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 430 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…