SUNRUNNER “Ancient Arts Of Survival”

Αν είστε από τους τύπους που έχουν εθιστεί στις ταμπέλες και τους χαρακτηρισμούς, μια μακρινή συγγένεια με αυτούς τους τύπους από το Portland θα τη νιώσετε. Αυτοπροσδιορίζονται σαν μια heavy metal μπάντα με διάφορα prog rock στοιχεία, αλλά αν θέλετε να είστε φίλοι τους, μην τους αποκαλέσετε prog metal.

Με την αφετηρία τους στο 2008, οι Sunrunner φτάνουν αισίως στο 4ο άλμπουμ τους. Ξεκινώντας με εμφανές prog rock ύφος τη διαδρομή τους, αρχίζουν από το 2ο άλμπουμ, το “Time In Stone” του 2013, να εξελίσσονται σε μια μπάντα με φανερά πιο μεταλλικό ήχο και σήμερα, όπως διατρανώνουν και οι ίδιοι ήρθε η στιγμή για μια πιο άμεση προσέγγιση και επιστροφή στις ρίζες.

Το τρίο των David Joy (bass/vocals), Joe Martignetti (guitars) και Ted Maclnnes(drums) πλαισιώνεται στο νέο άλμπουμ από τον βραζιλιάνο τραγουδιστή Bruno Neves.

Η μουσική των Αμερικανών σήμερα, έχει αναμφισβήτητα σαν βάση το heavy rock των 70’s, αλλά και το NWOBHM. Αν θελήσει κανείς να χρησιμοποιήσει ονόματα, μια περίεργη πρόσμιξη αρχικών Black Sabbath, Thin Lizzy, πρώιμων Iron Maiden μοιάζει να σπρώχνεται στην προοδευτική λογική των Rush της πρώτης περιόδου: οι Sunrunner θέλουν και επιχειρούν να είναι ανατρεπτικοί και πλούσιοι στα τραγούδια τους, βασίζοντας την ίδια στιγμή τις εναλλαγές και διαδρομές στο κλασικό, αρχέγονο hard rock ή ακόμα και rock.

Ένα στοιχείο που πιθανά επιβαρύνει την ακρόαση είναι η περίεργη παραγωγή του δίσκου: από τη μια έχει έναν περίεργο βόμβο στις κιθάρες και μια ωμότητα στα τύμπανα, από την άλλη βέβαια, συγκριτικά με τις σημερινές καρμπόν ψηφιακές παραγωγές, διαφοροποιεί σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα. Μια άλλη δυνατή εντύπωση που θα σχηματίσει ο ακροατής είναι πως το ύφος του άλμπουμ μοιάζει να κλιμακώνεται και να σχηματοποιείται σταδιακά, ανοίγοντας μια πιο εύκολη προσέγγιση στα “The Scout”, και “Prophecy Of The Red Skies”.

Αμέσως μετά το σύντομο ακουστικό πέρασμα του “Distorted Reflection”, έρχεται το χαρακτηριστικό ρεφρέν του Palaver με τα maiden-ικά του μέρη να ακουστεί πιο γνώριμο και κλασικό. Στο instrumental  “Arrive, Survive, Awaken, Thrive”, τα σπονδυλωτά μέρη των ριφ μοιάζουν να αποκαλύπτουν όλες τις βασικές επιδράσεις τους.

Το μεγάλο στοίχημα του άλμπουμ έχει τον τίτλο “Stalking Wolf” και αγγίζει σχεδόν τα 19 λεπτά διάρκειας. Χωρίς ίχνος τζαμαρίσματος, το τραγούδι αρχίζει μια σταδιακή, μυστηριώδη κατάδυση σε ένα ταξίδι από ριφ και μαύρες τρύπες ακουστικών περασμάτων, διασχίζει μια έντονη, ιδιαίτερη doom και ψυχεδελική εντύπωση, μια φωτεινότερη folk στροφή: αυτό το τραγούδι μάλλον εξηγεί με το ταξίδι του την ιδιαίτερη σύνδεση των μουσικών αυτών με το παραδοσιακό και προοδευτικό rock και το metal των 80’s. 

Ο δίσκος κλείνει ιδανικά με το μεγαλεπήβολο αυτό μουσικό ταξίδι: στην πραγματικότητα σε αφήνει μάλλον ν’  αναρωτιέσαι αν τελικά τους πάνε πολύ περισσότερο οι απλωμένες συνθέσεις που δίνουν χώρο στις επιδράσεις τους και το δικό τους φίλτρο να οικοδομήσουν αυτό το περίεργο που είναι τελικά οι Sunrunner.

Μέσα στην καταιγίδα καινούριας μουσικής, αυτοί εδώ οι τύποι πορεύονται με τις παραξενιές και εμμονές τους σε ένα μονοπάτι που μοιάζει να σπρώχνει το αρχέγονο και κλασικό κάπου πιο μακριά. Αν είστε λίγο βιτσιόζοι και εκτιμάτε τις δύστροπες παραγωγές για την ιδιομορφία τους, τις δύσκολες διαδρομές και τις εντυπώσεις που θέλουν τον χρόνο τους να φωλιάσουν μέσα σας, θα επιβιώσετε και με αυτές τις «αρχαίες τεχνικές».

About Γιώργος Γεωργίου 484 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…