SEVENTH WONDER: “Tiara”

Οχτώ χρόνια μας χωρίζουν ήδη από το τέταρτο άλμπουμ των Σουηδών, το “The Great Escape”, και η αγωνία μοιράστηκε την αναμονή με την ανυπομονησία για όσους βρίσκονται ήδη στο στρατόπεδο των ακροατών τους.

Ακόμα και η αλλαγή προσώπου πίσω από το drum set, μοιάζει πια παρωχημένη καθώς ο “νέος” Stefan Norgren έζησε για χρόνια τη μεταμόρφωση των πρωτόλειων, αρχικών ηχητικών δειγμάτων σε ένα ολοκληρωμένο, απαιτητικό άλμπουμ, όπως είναι το “Tiara”.

Πόσες προσδοκίες μπορεί να καλλιεργήσει κανείς, όταν πρώιμα demo κάποιων τραγουδιών άρχισαν να ανταλλάσσονται μεταξύ των μουσικών του γκρουπ ήδη από το φθινόπωρο του 2011; Πέρα από τη μουσική, για πολλούς φίλους των SW, το ολόφρεσκο, περιβόητο πέμπτο άλμπουμ τους μοιάζει να συσχετίζεται θεματολογικά με το “The Great Escape”, αν και όχι απόλυτα σαν sequel.

Με βάση τα λόγια των δημιουργών του, το άλμπουμ διατρέχει την ιστορία ενός πλανήτη και της ανθρωπότητας σε ελεύθερη πτώση. Ζώντας πέρα από τα όρια, καταστρέφουν τα πάντα με έναν ανεξέλεγκτο τρόπο ζωής. Με την κατάρα μιας ανώτερης δύναμης να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια όλων, η σωτηρία μπορεί να προέλθει μόνο από ένα αγνό, καθαρό πλάσμα. Ένα μικρό παιδί, η “Τιάρα”, θα μπορέσει άραγε; Πάνω σε αυτή τη βάση, ο τραγουδιστής  Tommy Karevik και ο ηγέτης/μπασίστας του γκρουπ Andreas Blomqvist, υφαίνουν μια πολυεπίπεδη ιστορία.

Πέρα του προλόγου “Arrival” και της σύντομης εισαγωγής “Procession” για το τελικό track του άλμπουμ, 11 νέα τραγούδια αναλαμβάνουν να αναπλάσουν ηχητικά το concept θέμα της “Tiara”. Ήδη τρία αντιπροσωπευτικά δείγματα της μουσικής που εκφράζει σήμερα τους Σουηδούς είχαν αναρτηθεί πριν την επίσημη κυκλοφορία, ξεδιπλώνοντας με εμφατικό τρόπο τα χαρακτηριστικά του άλμπουμ. Ένα από αυτά είναι και το εναρκτήριο “The Everones”, που εισάγει τον ακροατή με εντυπωσιακό τρόπο στην ιστορία.

Οι SW μοιάζουν να έχουν οικειοποιηθεί με περίσσεια άνεση την πρωταρχική συνταγή του οράματός τους, και να απολαμβάνουν πια την πολυτέλεια να σμιλεύουν τις συνθέσεις τους με λεπτομέρεια. Μέσα σε ένα πλήθος ιδεών και το μόνιμα απαιτητικό performing από τον καθένα χωριστά, οι συνθέσεις εξελίσσονται μέσα στην παλέτα της μελωδίας. Άλλωστε η βασική συνταγή τους είναι το πάντρεμα της έντεχνης δομής με το χαρακτηριστικό ηχητικό αποτέλεσμα που θα κρατήσει γρήγορα κοντά τον ακροατή.

Το “The Everones” με τη δυναμική του είσοδο τραβά την κουρτίνα αποκαλύπτοντας όλα αυτά, κι ακόμα περισσότερα. Η δουλειά που έχει γίνει, στιγμή προς στιγμή, είναι ολοφάνερη και η επιδίωξη μιας φιλικής, ηχητικής περιπέτειας βρίσκει το στόχο της από το πρώτο στοίχημα: μέσα στο πλήθος των εντυπώσεων πέρασε μέχρι και μια έξυπνη κουταλιά από Haken. Όπως και στα πιο προσιτά “Dream Machines” και “Victorious”, η αφηγηματική μουσική τους  δεν υπολείπεται στιγμή σε συναίσθημα και, πέρα από τη συνθετική δύναμη, αυτό οφείλεται και στη σπουδαία παράσταση του Karevik: απόλυτα απελευθερωμένος από καλούπια και συγκεκριμένους εκφραστικούς διαδρόμους, ακούγεται όσο πληθωρικός είναι στην πραγματικότητα.

Σε ένα σύνολο τραγουδιών που διατηρούν τον πλούτο και τα σημάδια μακροχρόνιας επεξεργασίας, περίπου στο μέσο του άλμπουμ, το δίδυμο των “Tiara’s Song” και “Goodnight” ακούγονται να κλέβουν την παράσταση, με όμορφες διαδρομές και δυνατά συναισθήματα. Πολύ κοντά τους, τόσο το “Against The Grain”, όσο και το φινάλε του “Exhale”, χορταίνουν τον ακροατή εντυπώσεις.

Οι Σουηδοί σίγουρα δεν χαρίστηκαν σε κάτι αμφίβολο ή μονόπλευρο. Αρκετά σύνθετοι και επίμονοι για να είναι φτηνά μελωδικοί, αρκετά συναισθηματικοί και περιγραφικοί για να είναι ψυχρά εκτελεστικοί, αποφεύγουν να γίνουν υπερφίαλα συμφωνικοί ή φτωχά κιθαριστικοί, και τελικά η παραγωγή πετυχαίνει μια λειτουργική ισορροπία και δικαιοσύνη.

Αναμφίβολα, άξιζε η αναμονή, ιδιαίτερα για τους φίλους αυτού  του ήχου.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 408 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…