YYNOT: “YYNOT”

Περίεργο όνομα, θα σκεφτεί εύλογα κανείς… Διαβάζοντας τα γράμματα προκύπτει η ερωταπάντηση “Why? Why Not”. Όπως για όλα τα αινίγματα φτάνει κάποια στιγμή η λύση, έτσι και για το κουαρτέτο από το Los Angeles , το μυστήριο είναι μάλλον επιφανειακό και κοντινό.

Μια σύμπραξη του χαρισματικού κιθαρίστα, συνθέτη, παραγωγού Billy Alexander με τον σπουδαίο μπασίστα Tim Starace, αποτέλεσε την αφετηρία της δημιουργίας τους. Η μικρή της παρέας, Rocky Kuner, κέρδισε με το σπαθί της τη θέση της πίσω από το απαιτητικό μικρόφωνο με μια απόδοση του “Highway Star” ενώ ήταν ακόμα στο σχολείο. Την τελική σύνθεση κλείδωσε ο ντράμερ Joel Stevenett, με αποστολή εξίσου δύσκολη ή και περισσότερο από αυτή των υπολοίπων.

Αρχίζοντας τη διαδρομή τους παίζοντας αποδόσεις τραγουδιών των …Rush, οι YYNOT (όλοι τώρα πια σκεφτόμαστε συνειρμικά το εκπληκτικό instrumental “YYZ” του καναδικού τρίο), σύντομα είδαν τη φήμη τους να απλώνεται ιδιαίτερα στον Καναδά και να ψηφίζονται φέτος από το “RushCon” ως “tribute band of the month”.

Ας περάσουμε όμως πια και στο “Why Not” στάδιο, όπου οι τέσσερις προικισμένοι μουσικοί αποφασίζουν να γράψουν τη δική τους μουσική: άμεσα κερδίζουν σημαντικό airplay στον… Καναδά, και με τις ευλογίες των στερημένων οπαδών των μεντόρων τους ολοκληρώνουν τη διαδρομή ως το πρώτο δισκογραφικό τους χτύπημα.

Με εννέα τραγούδια της “δικής” τους μουσικής, οι YYNOT σχηματίζουν μια διπλωματική διαδρομή: στο πρώτο μέρος του άλμπουμ, μέχρι και το “Kingdom Come” απελευθερώνουν απροκάλυπτα την tribute πλευρά τους, με αμέτρητους συνθετικούς υπαινιγμούς που συγκεντρώνουν τελικά μάλλον την πρώτη περίοδο των Rush, μαζί με μια γενναία δόση από τη φιλοσοφία του “Counterparts”. Οι δομικοί τους λίθοι, οι τεχνικές τους, οι τακτικές στη σύνθεση βρίθουν από παραπομπές και συχνά πιάνεις τον εαυτό σου ν’ αναρωτιέται σε ποιο τραγούδι των Καναδών το έχει ακούσει αυτό. Η Rocky μας προσφέρει ακόμα και την τσιριχτή, πρώιμη φωνή του Geddy Lee στο “Kingdom Come”, ενώ σίγουρα την προτιμώ στην κατάθεση ψυχής του πανέμορφου “To Come Back Home”, όπου πραγματικά λάμπει.

Από το “The Curtain Falls” και για την τριάδα των τραγουδιών που ακολουθούν, υπάρχει πιο έντονο το προσωπικό στοιχείο και η τραγουδοποιία ενός σχετικά φιλικού στο αμερικανικό ραδιόφωνο hard rock, που φυσικά εξακολουθεί να είναι απαιτητικά παιγμένο, με υπέροχα εκτελεστικά τερτίπια και πολλές όμορφες, εκφραστικές παγίδες.

Το φινάλε, με το ομότιτλο instrumental κλείνει τον κύκλο του άλμπουμ με την προφανέστερη απόδοση τιμών στην “lost for words” παράδοση των Καναδών, και δικαιώνει την επιλογή του ονόματος. Αποφεύγοντας λοιπόν, τη γραφικότητα των απόλυτων κλώνων, αλλά αρκετά σημαδεμένοι για να μην φωνάζουν από μακριά την αφοσίωσή τους, οι YYNOT κάνουν ένα ξεκίνημα που τουλάχιστον τσιμπά το ενδιαφέρον μας. Ακόμα κι αν υπάρχουν μικρά αποσπάσματα “φωτοτυπίας”, δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο να το επιχειρείς αυτό με τους Rush.

Σε έναν κόσμο όπου κυβερνούν συχνά οι επιδράσεις, κάποιες φορές αξίζει να περιμένεις που θα καταλήξουν. Όσοι λοιπόν είναι ελαστικοί με τις αδυναμίες τους, ας ενδώσουν. Η απόλαυση είναι δεδομένη.

About Γιώργος Γεωργίου 443 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…