EDITORS: “Violence”

Οι αγαπημένοι Editors επιστρέφουν, με ένα ακόμη εξαιρετικό album που με το πέρασμα του χρόνου ίσως να εξελιχθεί ακόμη και σε ναυαρχίδα της δισκογραφίας τους.

Σε ό,τι αφορά τους Editors, υπάρχουν 2 σταθερές. Η πρώτη είναι η αδιαμφισβήτητα εξαιρετική φωνή του Tom Smith, που έχει εξελιχθεί με το πέρασμα των χρόνων στον ηγέτη του συγκροτήματος και σε έναν χαρισματικό frontman. Η δεύτερη σταθερά που τους χαρακτηρίζει είναι ότι δεν έχουν σταθερές στο μουσικό ύφος των album τους. Εξελισσόμενοι διαρκώς, αρέσκονται στο να πειραματίζονται και να εξερευνούν συνέχεια καινούργια  μονοπάτια, ενώ οι θεαματικές στροφές στον ήχο τους μεταξύ των κυκλοφοριών τους δεν παραξενεύουν κανέναν πλέον.

Τους γνωρίσαμε το 2005, με το ντεμπούτο τους “The Back Room”, να είναι μια πλήρης (και μάλλον η πιο πετυχημένη μεταξύ πολλών σχημάτων που το επιχείρησαν) αναβίωση του ήχου των Joy Division, συνεχίζοντας ακριβώς έτσι και με την δεύτερη κυκλοφορία τους “An End Has A Start” του 2007, γεγονός που τους χάρισε το προσωνύμιο Boy Division από μερίδα του Αγγλικού τύπου. Το 2009, με το τρίτο τους album “In This Light And On This Evening”, έρχεται η πρώτη τεράστια αλλαγή. Οι κιθάρες κάνουν χώρο για τον ηλεκτρονικό ήχο και αγαπητοί οπαδοί, πάρτε ένα “Papillion” για να μην ξέρετε τι σας βρήκε.

Η συνέχεια 4 χρόνια αργότερα, έρχεται με μια πιο εμπορική προσέγγιση, με το πρώτο single “Sugar”, από το “The Weight Of Your Love” του 2013, να κατακλύζει τα ραδιόφωνα και το “A Ton Of Love” να θυμίζει τόσο έντονα U2. Είναι η ώρα να γεμίσουν στάδια και να δείξουν μια επιθυμία να διευρύνουν το κοινό τους, χωρίς όμως να χάνουν την ταυτότητά τους. Κάτι που γίνεται πραγματικότητα, μιας και είναι πλέον από τα μεγάλα ονόματα των Ευρωπαϊκών φεστιβάλ, ενώ στην χώρα μας, αποκτούν τεράστιο fanbase. Και μετά από αυτό τι θα μπορούσε να ακολουθήσει; Ένας δίσκος με stadium rock τραγούδια μήπως, ώστε να μπουν στο πάνθεον των bigger than life σχημάτων; Όχι βέβαια. Ακόμη μία αλλαγή κατεύθυνσης, με το “In Dream” του 2015, να απαιτεί αρκετές ακροάσεις για να σε βάλει στον κόσμο του, αποτελώντας  τον πιο εσωτερικό και ατμοσφαιρικό δίσκο τους μέχρι σήμερα.

Με μια τέτοια πορεία, η περιέργεια και η προσμονή για το τι μπορεί να είχαν στο μυαλό τους ήταν πολύ μεγάλη. Το καινούργιο album λοιπόν, τους βρίσκει να βαδίζουν ταυτόχρονα σε όλους τους δρόμους που χάραξαν στο παρελθόν, πιο ώριμοι από ποτέ, ισορροπώντας άριστα στις διαφορετικές πτυχές και αισθητικές των τραγουδιών που το αποτελούν. Η αρχή γίνεται με το “Cold”, ένα μελωδικό και radio friendly τραγούδι που φέρνει σε κάτι από Coldplay (στις καλές τους στιγμές βέβαια). Ακολουθεί το “Halleluah”, το πιο θορυβώδες κομμάτι του album, που δεν διστάζει να κλείσει το μάτι στους Muse.

“Down where the streets are paved with souls” μας τραγουδάει ο Smith, στο “Violence”, ενώ τους -σήμα κατατεθέν- σκοτεινούς στίχους, συνοδεύουν υπέροχα synthesizers, ταξιδεύοντας μας στην σκοτεινή synth pop της δεκαετίας του 80, με το 2ο μισό του τραγουδιού να αγγίζει τα όρια της χορευτικής club μουσικής. Με σαφείς επιρροές από την ίδια δεκαετία το “Darkness at the Door” που ακολουθεί, με αρκετά groovy ρυθμό, είναι ότι πιο κοντινό σε power pop έγραψαν ποτέ. Το ύφος δεν αλλάζει και στο “Nothingness”, ενώ το “Magazine” θα κάνει χαρούμενους τους οπαδούς των Editors των 2 πρώτων albums, όντας ό,τι πιο κοντινό στον πρώιμο post punk-new wave ήχο τους.

Το “No Sound but the Wind” δεν είναι καινούργιο κομμάτι, μιας και είχε συμπεριληφθεί στο soundtrack του Twilight saga, χωρίς όμως να βρει τον δρόμο του σε καμία επίσημη κυκλοφορία μέχρι τώρα. Αγαπημένο των οπαδών, με την συγκλονιστική φωνή και ερμηνεία του Smith να μαγεύει συνοδεία του πιάνου, απόδειξη ότι κάποιες φωνές αρκούν από μόνες τους για να σταθεί ένα κομμάτι τόσο ψηλά. Ο δίσκος κλείνει με το downtempo “Counting Spooks” και την στοιχειωτική εισαγωγή του “Belong” να μου θυμίζει για κάποιον απροσδιόριστο λόγο τους Tuxedo Moon.

Δεν μπορώ να προδικάσω για το πού θα βρει την θέση του στη δισκογραφία των Editors αυτό το album, με την πάροδο των ετών. Το σίγουρο είναι ότι με τις προσδοκίες από κάθε κυκλοφορία τους να είναι πολύ υψηλές πλέον, σίγουρα δεν απογοητεύουν (πράγμα όχι και τόσο εύκολο) και μας προσφέρουν ένα πλήρες και στιβαρό δίσκο, με την ωριμότητα και την αυτοπεποίθηση να είναι εμφανείς. Αναμένοντας το καλοκαιρινό τους live (πολύ τακτικές οι επισκέψεις τους μεν, με ότι κίνδυνο αυτό συνεπάγεται, χωρίς όμως να έχουν δώσει έστω και μια μέτρια συναυλία), στο οποίο ευχαρίστως παρέδωσαν την θέση του headliner στον πατριάρχη Cave, δείγμα της επίγνωσης και του μουσικού σεβασμού που τους διακατέχει.