SHADOWLIGHT: “Stars Above The City”

Από τη μικρή πόλη του Saint Albans, βορειοδυτικά του Λονδίνου, μας έρχονται οι σχεδόν εντελώς άσημοι Shadowlight. Μια σύμπραξη του κιθαρίστα/τραγουδιστή James Hodkinson και του πιανίστα, κιμπορντίστα, τραγουδιστή Mark Wilson, ουσιαστικά σχηματοποιήθηκε και πήρε το συγκεκριμένο όνομα το 2009: οι ίδιοι, συμμετείχαν σε διάφορα περιστασιακά σχήματα από τις αρχές των 90’s.

Η πρώτη τους δισκογραφική παρουσία ήρθε το 2012 με το άλμπουμ “Twilight Canvas” και φέτος επιστρέφουν με αυξημένες φιλοδοξίες και το δεύτερο άλμπουμ τους, “Stars Above The City”. Την ομάδα συμπληρώνουν ο Ed Williamson Brown στο μπάσο, και ο ντράμερ Carl Cole.

Η μουσική τους είναι άμεσο progressive rock που αποφεύγει τις περιπλανήσεις και τα τεντωμένα ηχοτοπία. Το άλμπουμ, σε ολόκληρη τη διαδρομή του είναι σφιχτό, με ένταση που θα προκαλέσει και το ενδιαφέρον του prog metal ακροατή. Είναι χαρακτηριστικό πως αρχικά, το εισαγωγικό δίλεπτο “Adrenaline Bomb” και το αμέσως επόμενο, “Gravity”, θυμίζουν υφολογικά τις δυναμικές των Rush στο “Counterparts”: εθιστικά ριφ και φιλικοί ρυθμοί με έξυπνη απόδοση, απόλυτα δεμένες φωνητικές μελωδίες και καθαρός ήχος.

Με την έναρξη του “Summerfade”, αλλά και στο αμέσως επόμενο “Dusseldorf”, αποκαλύπτεται η βασική επιρροή τους, που είναι οι Porcupine Tree και ο Steven Wilson. Εναλλαγές μετριοπαθούς νοσταλγίας με πιο επιτακτικά βαρύτερα κιθαριστικά μέρη, όλα εξαιρετικά δομημένα, επισφραγίζονται από τακτικές φωνητικών που παραπέμπουν στην τελευταία περίοδο των P.T. 

Στο πανέμορφο “November” διαισθάνεσαι άμεσα αυτή τη Wilson-ική  μελαγχολία, ενώ στο ομότιτλο τραγούδι του άλμπουμ υπάρχει μια πιο εξωτική μυρωδιά και αισθητική που θα φέρει στο μυαλό τους Hawkwind και τους Ozric Tendacles, προσαρμοσμένους πάντα στην ηχητική παλέτα των Shadowlight.

Το πιο φιλόδοξο εγχείρημά τους είναι αναμφισβήτητα το “Unending” που κλείνει και το δίσκο: χωρισμένο σε τρία μέρη και αγγίζοντας τα δώδεκα λεπτά διάρκειας, συγκεντρώνει όλες τις επιμέρους αποχρώσεις τους διατηρώντας ξανά τη σφιχτή και ομαλή ροή και εξέλιξη, που είναι και το χαρακτηριστικό του δίσκου.

Οι Shadowlight  είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Αποστασιοποιούνται από τη συνήθη ευρύτερη χαλάρωση του neoprog, φλερτάρουν συχνά με το progressive metal, καταφέρνουν να συναρμολογήσουν ένα άλμπουμ που ακούγεται εύκολα χωρίς να υπολείπεται βάθους και ιδεών. Αυτό που τους χρειάζεται είναι μια στέγη σαν την Kscope, να διαδώσει τη μουσική τους στον κόσμο και να τους εξασφαλίσει μια μεγαλύτερη ευρύτητα και άνεση στις ηχογραφήσεις.

Οι φίλοι των Riverside και του ευρύτερου σύγχρονου μελωδικού prog θα το εκτιμήσουν δεόντως και με άμεση ευκολία, όσοι όμως έχουν στερητικά με τους Porcupine Tree θα βρουν μια υπολογίσιμη παρηγοριά.

About Γιώργος Γεωργίου 484 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…