ORGANIZED CHAOS

O Vladimir Lalic είναι ένας σέρβος καλλιτέχνης με πολύπλευρη ενασχόληση. Έχοντας σπουδάσει στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών, αλλά και στην Ακαδημία Τεχνών του Βελιγραδίου, έχει ήδη κάνει αρκετές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής στη Σερβία και το εξωτερικό. Παράλληλα, είναι ο τραγουδιστής, βασικός συνθέτης και στιχουργός ενός από τα πολυτιμότερα μυστικά του σύγχρονου ευρωπαϊκού progressive metal, των Organized Chaos, που πρόσφατα κυκλοφόρησαν το δεύτερο άλμπουμ τους, με τον τίτλο “Divulgence”. Ας τον αφήσουμε να δώσει όλες τις λεπτομέρειες. 

Πώς θα επιχειρούσες να περιγράψεις το “Divulgence” σε κάποιον που δεν γνωρίζει τη μουσική σας;
Θα έλεγα πως είναι ένα μουσικό ταξίδι που έχει αφετηρία στο progressive metal και διασχίζει τοπία σύγχρονης μουσικής όπως η funk, electro, industrial κ.α. Ή με άλλα λόγια, είναι σαν οι Pain Of Salvation και ο Devin Townsend, να έκαναν ένα παιδί που ζούσε με τον θείο του, Nevermore, μεγάλωνε με τους Porcupine Tree και τους Fates Warning, και του έκαναν babysitting οι Radiohead…

Ποιο ήταν το αρχικό σημείο, η πρώτη σύλληψη που δημιούργησε το πλάνο του δεύτερου δίσκου σας;
Το σημείο εκκίνησης ήταν απλά η θέληση να ηχογραφήσουμε ένα δεύτερο άλμπουμ. Μετά τη χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλό μου το 2015, αυτός ήταν ο κύριος στόχος μου. Έφτιαξα την χειροποίητη κιθάρα μου και άρχισα να δουλεύω στα τραγούδια. Είχα πολλές ιδέες από πριν, έτσι τις χρησιμοποίησα να ξεκινήσω. Σκεφτόμουν λοιπόν, να ονομάσω το άλμπουμ “Scrapelands”, ή κάτι παρόμοιο,  αφού όλα ξεκίνησαν από πλάνα παλιότερων μουσικών ιδεών.

Μπορείς να μας περιγράψεις σύντομα τα θέματα των στίχων σε αυτό;
Στο “Divulgence” οι στίχοι είναι πολύ οικείοι και προσωπικοί, όπως άλλωστε και στο “Inner Conflict”. Αλλά αυτή τη φορά ήθελα να πάω πιο μακριά και να τραγουδήσω για κάτι που αποκαλώ “(α)πιθανές πραγματικότητες”. Είναι βασικά μια ιδέα να ξεκινάς από τη δική σου εμπειρία και μετά να την αναβαθμίζεις με την εκδοχή του τι θα συνέβαινε αν οι συνθήκες και ο τόπος ήταν διαφορετικός. Έτσι δεν δίνεις φαντασία, αλλά κάποιο είδος εναλλακτικής, πλασματικής πραγματικότητας.

Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε “prog rock”; Που θα τοποθετούσες τους Organized Chaos στη σύγχρονη μουσική σήμερα;
Το βασικό πράγμα που αντιλαμβάνομαι για το prog rock/metal είναι πως τελικά είναι ένα ιδίωμα με πολλά άλλα είδη μέσα του. Έτσι σταματά τα εμπόδια των ετικετών. Αλλά δεν μπορώ να πω πως είμαι μεγάλος γνώστης της “prog” μουσικής. Για τους Organized Chaos θα μπορούσα να τους δω σαν μια εφαρμογή σε αυτό το είδος, αλλά θεωρώ πως δεν είμαστε αμιγώς ένα prog rock σχήμα.

Ποιες είναι οι βασικές σου επιρροές σαν τραγουδιστής και συνθέτης;
Έχω τόσες πολλές… Είμαι αρκετά επηρεασμένος από ορισμένους συνθέτες όπερας όπως οι Leonkavallo, Donicetti, δεδομένου ότι πάντα γράφω concept δίσκους. Όσον αφορά το τραγούδι, εκτός από την όπερα, πάντα μου άρεσαν ο Freddie Mercury και ο Robert Plant, o Dio ήταν μια μεγάλη επιρροή και στη συνέχεια ο Eric Adams, o David Defeis και αργότερα ο Russell Allen, o Daniel Gildenlow, o Mike Patton, o Devin Townsend και ο Einar Solberg. Επίσης οι λαρυγγισμοί των τραγουδιών της Μογγολίας και άλλα παράξενα παραδοσιακά τραγούδια από όλο τον κόσμο. Α, ο George Benson και ο Jacob Collier επίσης.

Πώς θα περιέγραφες τον εαυτό σου σαν ακροατή και τι σε εντυπωσίασε το 2017;
Το 2017 άκουσα αρκετή μουσική, αλλά δεν ξέρω αν κυκλοφόρησαν μέσα στη χρονιά. Άκουσα πολύ το “Family Dinner Vol.2” των Snarky Puppy και άλλα σε παρόμοιο ύφος. Το “Who’s Bit the Moon” του Maxim Micic είναι φοβερό άλμπουμ, πολύ διαφορετικό από τα άλλα άλμπουμ του και άλλα σχετικά instrumental, πραγματικά το νιώθεις να μεγαλώνει μέσα σου. Επίσης άκουσα αρκετά το τελευταίο άλμπουμ των Haken, “Affinity”, και για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι τι άλλο…

Τον περασμένο Οκτώβριο παίξατε στην Ολλανδία για το “ProgPower Europe” Festival. Ποιες ήταν οι δυνατότερες εντυπώσεις από αυτό;
Το PPEurope είναι ένα φοβερό φεστιβάλ. Οι άνθρωποι είναι ωραίοι, η διοργάνωση σοβαρή, και σαν μια μεγάλη οικογένεια. Αν και το line up ήταν ακόμα φρέσκο, νομίζω πως κάναμε μια ωραία εμφάνιση. Περάσαμε καταπληκτικά παίζοντας εκεί. Και οι Tesseract και οι Toehider ήταν τρομεροί.

Ποιες είναι ως τώρα οι αντιδράσεις για το “Divulgence”; Θυμάσαι κάποια που να σου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση;
Το feedback είναι περισσότερο από κολακευτικό! Πραγματικά δεν άκουσα ένα αρνητικό σχόλιο και οι βαθμοί στις κριτικές είναι αρκετά υψηλοί. Οι περισσότεροι λένε πως είμαστε “εγκληματικά υποτιμημένοι”. Για τη μουσική δεν θυμάμαι κάποιο παράξενο σχόλιο, θυμάμαι όμως για το…artwork. Ένας τύπος είπε πως λατρεύει το δίσκο αλλά επειδή το ακούει και στη δουλειά του, αναγκάζεται να έχει το παράθυρο ελαχιστοποιημένο.

Όντας ένας καλλιτέχνης με την ευρύτερη έννοια από αυτή του μουσικού, ποιες είναι οι απόψεις σου για τη μάχη ανάμεσα στη “στρατευμένη τέχνη και την “αβίαστη έκφραση”; Ποια είναι ο νικητής μέσα σου τις περισσότερες φορές;
Δύσκολο… Για μένα το πιο σημαντικό πράγμα για κάθε έκφραση της τέχνης είναι να μένει αξέχαστη και να νιώθεις πως προήλθε από εσωτερική ανάγκη. Ο σκοπός της τέχνης για μένα είναι ν’ αλλάξει την οπτική γωνία των θεατών ή με τα λόγια του Poul Klee, «η τέχνη δεν αναπαράγει το ορατό, το καθιστά ορατό».

Αν έπρεπε να διαλέξεις έναν στίχο από το δίσκο που σε κάνει να νιώθεις πως αντιπροσωπεύει ένα βασικό μέρος του εαυτού σου, ποιος θα ήταν αυτός;
Είναι αρκετά βασισμένος στον Νίτσε, αλλά “we will always be, much more human than we wish to be”.

Mε ποιους τρόπους σκοπεύετε να προωθήσετε τον δίσκο άμεσα;
Το cd έχει κυκλοφορήσει και σκοπεύουμε να κάνουμε κάποιες συναυλίες στον κόσμο και κάποια όμορφα βίντεο βασισμένα στην τέχνη.

Τέλος, έχεις να μας προτείνεις κάποια ενδιαφέροντα σχήματα από τη χώρα σου σε παρόμοιο ύφος;
Αλήθεια, εκτός από τους Destiny Potato του David (Maxim Micic), δεν ξέρω άλλο γκρουπ σε παρόμοιο στυλ στην Σερβία…

75
About Γιώργος Γεωργίου 540 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…