MARTIN TURNER

Οι Wishbone Ash αποτελούν έναν ογκόλιθο για τη rock σκηνή αλλά και το παγκόσμιο μουσικό στερέωμα, αφού το έργο τους, άντεξε στο χρόνο, αγαπήθηκε από εκατομμύρια ανθρώπους,  κατόρθωσε να καθιερώνεται ολοένα και περισσότερο στην συνείδηση των απανταχού μουσικόφιλων με το πέρασμα του χρόνου και εξακολουθεί επηρεάζει έως σήμερα. Το Argus, ίσως το καλύτερό τους album, κι ένα έπος της δισκογραφίας των 70s, παρουσιάζεται ατόφιο από το βασικό δημιουργό του, το θρυλικό Martin Turner, σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα στις 23 και 24 Φεβρουαρίου αντίστοιχα (δελτίο τύπου). Με αφορμή τις εμφανίσεις των MARTIN TURNER (ex-WISHBONE ASH), ο αυθεντικός ηγέτης, ιδρυτής, τραγουδιστής και εξέχουσα μορφή των 70s, μίλησε στο rockway.gr και τον Παναγιώτη Σπυρόπουλο για τη μουσική, το ένδοξο παρελθόν και τη στάση ζωής του μοναδικού κι αειθαλούς rocker.

Γεια σου Martin! Θα ήθελα, αρχικά, να σ’ ευχαριστήσω που αφιερώνεις μέρος του χρόνου σου για να απαντήσεις σε κάποιες ερωτήσεις μας και από την άλλη θα ήθελα να δηλώσω ότι είμαι προσωπικός σου fan, μιας και είσαι ανάμεσα στους rock ήρωες της νεότητάς μου. Πως αισθάνεσαι που θα εμφανιστείς ακόμα μια φορά στην Ελλάδα;
Είμαι πραγματικά πάρα πολύ χαρούμενος που επιστρέφω στην Ελλάδα, για να εμφανιστώ με το σχήμα μου, σε μια ακόμα live performance!

Πού νομίζεις ότι οφείλεται, η μουσική των Wishbone Ash να έχει ακόμα τόσο μεγάλη απήχηση;
Στα μέσα των 70s βγάλαμε αρκετά μελωδικά album, τα οποία αποτελούνταν από ένα πλούσιο ανάγλυφο τόσο μουσικό, αλλά και από στιχουργικής άποψης, που με το πέρασμα του χρόνου αρκετός κόσμος συνέχιζε να τα ξεχωρίζει και να  αγαπά (παρόλο που δε ξεχώρισε κάποιο από αυτό ως big hit single).

Είναι μοναδική ευχαρίστηση για εμένα, ότι η μουσική μας άντεξε και εδραιώθηκε στο πέρασμα του χρόνου κι ασκεί επιρροή στους ανθρώπους σε οποιαδήποτε άκρη της γης.

Θεωρείς ότι σου λείπει κάποιο στοιχείο στη μουσική στις μέρες μας, σε σχέση με το παρελθόν; Πού εναποθέτεις τις ελπίδες σου για το μέλλον και τι φοβάσαι περισσότερο για αυτό;
Κοίτα, η μουσική της γενιάς μου είναι ζωντανή, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που συντέλεσαν για αυτή έχουν “φύγει” και είναι αυτοί που μας λείπουν, όμως έτσι είναι η ροή των πραγμάτων.

Οι προσωπικές μου ελπίδες και επιδιώξεις αφορούν τη δημιουργία μουσικής και να βέβαια να συνεχίσω περιοδεύω! Υπάρχουν ακόμα πολλά μέρη που επιθυμώ να επισκεφτώ και να παίξω ζωντανά!



Γιατί επιλέξατε το όνομα “Argus” (τον τερατόμορφο γίγαντα με τα εκατό μάτια από την ελληνική μυθολογία), ως τίτλο για το πιο επιτυχημένο album σας; Ποια αλληγορία κρύβεται πίσω από αυτό;
Τόσο εγώ, όσο και ο Steve Upton, είχαμε διαβάσει αρκετή ελληνική μυθολογία κατά την περίοδο των 60s και ο Steve, ήταν ο άνθρωπος που πάντοτε αποφάσιζε για τους τίτλους των album της μπάντας. Τη στιγμή, λοιπόν, που ο Steve πρότεινε το “Argus” για τίτλο του τρίτου μας album, εγώ δεν ήμουν τότε και τόσο σύμφωνος ότι ήταν και ο πλέον κατάλληλος κι ότι συμβάδιζε με τους στοίχους που είχα γράψει. Παρολ’ αυτά, ο εκτενής χαρακτήρας των στίχων, και η θεματολογία τους που κατέληξαν να γίνουν κλασικά, αποδείχτηκε εκ των υστέρων ότι όλα ταίριαζαν σα γάντι μεταξύ τους.

Το τελευταίο σου album  “Written in the Stars” αποκόμισε εξαιρετικές κριτικές (What’s On magazine ‘Album of the Year’ 2015). Υπάρχουν σχέδια για κάποια νέα δουλειά στο μέλλον;
Ευχαριστήθηκα πάρα πολύ την πορεία και τη γενικότερη αποδοχή του “Written in the Stars”. Έχουμε σίγουρα κάποια πλάνα να πραγματοποιήσουμε περισσότερες ηχογραφήσεις αυτή τη χρονιά για ένα νέο album, όμως όλοι μας είμαστε τόσο απασχολημένοι με τις ζωντανές μας εμφανίσεις και από την άλλη έχουμε τις οικογένειές μας κλπ.

Πιστεύω, πάντως ότι η χρονική συγκυρία και στιγμή θα βρεθεί φέτος και θα το επιδιώξουμε προς το τέλος της χρονιάς.

Με ποιους μουσικούς είχατε φιλικές σχέση από εκείνη την εποχή; Μπορείς να μοιραστείς κάποια γεγονότα – ιστορίες από αυτές τις φιλίες μαζί μας;
Βεβαίως κι έχω κάποιες ιστορίες για εσάς! Συνάντησα και συνδέθηκα φιλικά με πολλούς μουσικούς όλα αυτά τα χρόνια, όμως δε βρισκόμαστε πολύ συχνά (επειδή είμαστε όλοι πολύ απασχολημένοι, οι δεσμοί εξακολουθούν να υπάρχουν).

Στις αρχές των 70s περιοδεύσαμε με τους Mott the Hoople (γνωστοί για το “All the young dudes”) και τα πήγαινα πολύ καλά με τον Pete Watts, ο οποίος μου πούλησε το πρώτο μου Gibson ThunderBird μπάσο και γίναμε επίσης πολύ καλοί φίλοι με τον Mick Ralphs, τον οποίο σκεφτήκαμε να εντάξουμε στους Wishbone Ash όταν έφυγε ο Ted to 1974, βρεθήκαμε για ένα jam, αλλά ο Mick είχε ήδη δεσμευτεί με τους Bad Company.

O Joe Walsh ήταν ένας τύπος που θαυμάζαμε και είχαμε παίξει μαζί από την εποχή των James Gang, και αργότερα ήρθε σε περιοδεία μαζί μας και μετά κυκλοφόρησε το “Rocky Mountain Way”. Εάν η περιοδεία διαρκούσε περισσότερο ο Joe θα ήταν μαζί μας. Είναι ένας καταπληκτικός Rock and Roll κιθαρίστας και εκπληκτικός τύπος και η ένταξή του στους Eagles, τους βοήθησε να γίνουν από ένα καλό country-rock σχήμα σε μια άκρως επιτυχημένη και τεράστια μπάντα.

Ο David Bowie επίσης, ήταν ένας από τους ανθρώπους που περνούσα αρκετό χρόνο μαζί του στα 70s, κι έμεινε στο σπίτι μου όταν επέστρεψε στο Λονδίνο για την κηδεία του Marc Bolans. Η γυναίκα μου και η προσωπική βοηθός του David, Corrine, ήταν πολύ δεμένες φίλες και τις αποκαλούσαμε ως CoCo και BoBo και μετακομίσαμε την ίδια περίοδο το 1975 όλοι στην Νέα Υόρκη. Τέλος, ένας άνθρωπος  που εκτιμούσα τόσο ως μπασίστα, συνθέτη αλλά και τραγουδιστή είναι ο Andy Frazer (Free), που κάποια στιγμή είχε σχηματίσει μια μπάντα με τον μικρότερο αδερφό μου στα drums τον Kim και τα πηγαίνουμε ακόμα πάρα πολύ καλά!



Οι ζωντανές εμφανίσεις μοιάζουν να είναι ζωογόνο στοιχείο για εσένα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Η κληρονομία των Wishbone Ash καλά κρατεί και συνεχίζεται, μιας και την άνοιξη ξεκινάτε περιοδεία με αφορμή ένα ακόμα εμβληματικό album των Wishbone Ash, το  “There’s the Rub”. Αποτελεί για εσένα αυτή η διαδικασία ένα κύκλο αναβίωσης;
Για κάποια χρόνια ήμουν κλεισμένος αποκλειστικά μέσα στο studio (“Studio cat”), προτιμώντας να αφιερώνω το χρόνο μου σε ηχογραφήσεις, όμως και οι ζωντανές εμφανίσεις είναι εξίσου σημαντικές, έτσι περίπου το 2005 ξεκίνησα πάλι να παίζω live με την μπάντα μου και ανακαλύψαμε ότι τα τραγούδια των Wishbone Ash, έχουν ακόμα μεγάλη δυναμική. Εκείνη την εποχή και το original σχήμα επιχείρησε κάποια πράγματα βέβαια.
Σχετικά με όλη τη ζωντανή παρουσίαση των album των Wishbone Ash και την κληρονομία που μεταφέρουν, προσπαθούμε στα live να παρουσιάζουμε τα album όπως πραγματικά ηχογραφήθηκαν, που συνήθως αφορά το μισό του act μας, και στη συνέχεια κάνουμε βουτιά και σ’ άλλα ακούσματα.

Στην Ελλάδα θα παίξουμε το “Argus” και στο UK Spring Tour 2018 θα εκτελέσουμε στην ίδια φιλοσοφία το  “There’s the Rub”. 
Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σου δόθηκε και τι θα συμβούλευες εσύ τη νέα γενιά;
Ο βίος των ανθρώπων και ο αγώνας που κάνουν, η μοίρα τους αν θες, είναι σε ένα βαθμό χαρτογραφημένη και προδιαγεγραμμένη θεωρώ.
Αυτό που έλεγαν οι Monty Pythons “Always look on the bright side of life” (δες τη φωτεινή – αισιόδοξη πλευρά της ζωής), δεν είναι ένα κακό concept.  Το έχω κυρίως ως ασπίδα προστασίας από τη “συνομωσία του πεπρωμένου”, όπως συνηθίζω να το αποκαλώ.
Με αυτό εννοώ ότι η κατάθλιψη και η σύγχυση που μπορεί να μας ρίξει πολύ χαμηλά ακόμα και σε αυτοκαταστροφικές ή αυτοκτονικές καταστάσεις, η παραπάνω στάση ζωής σε αποτρέπει.

Στο βιβλίο μου αναφέρω μια σχετική φράση: “Η ζωή είναι σαν ένα καρότο, τη μια στιγμή έχει τόσο ωραία- γλυκιά γεύση, και  την επόμενη στιγμή που κάποιος στο βάζει στον πισινό”. Προφανώς, όπως καταλαβαίνεις, θεωρώ ότι το γέλιο είναι πολύ σημαντικό για τη διατήρηση της καλής υγείας.
Για να μάθουμε πράγματα στη ζωή (που άλλωστε για αυτό και είμαστε εδώ), καλό είναι πάντα να παρατηρούμε, να ακούμε, να ακολουθούμε και να εμπιστευόμαστε τα ένστικτά μας, που προέρχονται από το υποσυνείδητο και είναι ο σύνδεσμός μας με το Όλον. Πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε τους άλλους όπως και εαυτούς μας  και όσο διάσημοι ή πλούσιοι είμαστε, πρέπει να προφυλασσόμαστε από την «Απληστία» (την πηγή για όλα “τα σκατά” στον κόσμο αυτό), να παραμένουμε ταπεινοί και να παραδοθούμε στη μοίρα μας που είναι εφήμερη. Μη φοβάστε τίποτα κι αγκαλιάστε τα όλα: τον πόνο, το θάνατο, κι όλες τις πτυχές της ζωής.



Θα μπορούσες να μας πεις λίγα λόγια για τα μέλη της μπάντας σου;
Είμαστε ένα ωραίο τσούρμο μουρλών, με τον Danny Willson – οποίος είναι μαζί μου το μεγαλύτερο διάστημα αυτά τα χρόνια, δεξιόχειρας, εξαιρετικός κιθαρίστας, καλός τραγουδιστής και ένας χαρούμενος και αστείος τύπος.

Ο Tim Brown, ένας πολυτάλαντος drummer, τραγουδιστής, καλός με την τεχνολογία, «μεγάλος» και δυνατός τύπος και με πολλές ιδέες.
Ο Misha Nicolic, ένας παράξενος κι ασυνήθιστος κιθαρίστας με background από την Ανατολική Ευρώπη, μεγαλωμένος στη Σερβία, ο οποίος έχει ένα θαυμάσιο στούντιο στο σπίτι του (το οποίο ζηλεύω), έχει πολλά και διαφορετικά ταλέντα κι ειδικότερα στην ηχογράφηση.

Όλοι τους έχουν υπέροχες οικογένειες, όπως κι εγώ,  κι ανακάλυψα τη δημιουργικότητά τους κατά τη διάρκεια του “Written in the Stars”. Έχουμε όλοι ισχυρές προσωπικότητες, με πολλά κοινά, αλλά ο καθένας μας είναι ξεχωριστός. Κι αυτό αποτελεί ένα καλό μίγμα για μία μπάντα.

Φτάνοντας στον επίλογο, θα ήθελες να δώσεις ένα μήνυμα στο ελληνικό κοινό;
Χαιρετώ τους φίλους μας στην Ελλάδα, και ανυπομονούμε να παίξουμε πάλι στη χώρα σας, τόσο το Argus αλλά και πολλά άλλα κομμάτια! Τα λέμε σύντομα!!!

Σ’ ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη και σου ευχόμαστε καλή τύχη σ’ ό,τι κάνεις και αναμένουμε τις εξαιρετικές εμφανίσεις σας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις 23 και τις 24 Φεβρουαρίου.
Σας ευχαριστώ κι εγώ!

106
About Παναγιώτης Σπυρόπουλος 239 Articles
Γεννήθηκε στα τέλη του 70 στα Δυτικά της Αθήνας, πιο αργά ή πολύ νωρίτερα από ότι θα ήθελε - δεν έχε καταλήξει ακόμα! Ακροβατώντας ανάμεσα σε οικονομετρικά μοντέλα, φιλοσοφικούς αναστοχασμούς, πολιτικούς προβληματισμούς, κοινωνικές και διατροφολογικές ανησυχίες, η μουσική αναζήτηση είναι το δίχτυ ασφαλείας στο matrix της καθημερινότητας. Fan του σκληρού ήχου, λάτρης της κλασικής μουσικής, παθιασμένος με τα blues. Αναζητά την αιτία ζωής του, πριν κάποιοι άλλοι διαγνώσουν την αιτία θανάτου του• είναι σε καλό δρόμο για το δεύτερο.