MORBID ANGEL: "Kingdoms Disdained"

Είναι δύσκολο να παραμείνεις εγκρατής και αντικειμενικός όταν αυτό στο οποίο αναφέρεσαι σημαίνει τόσα για εσένα. Οι Morbid Angel δεν είναι απλά ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα, είναι αυτοί που με ώθησαν και με εισήγαγαν στα ακραία ιδιώματα. Η σχέση μου μαζί τους ήταν ανέκαθεν σχέση λατρείας αλλά κι ευγνωμοσύνης.

Μια σχέση όμως που δοκιμάστηκε σοβαρά πριν από έξι χρόνια, όταν γεύτηκα το δηλητήριο της ακρόασης του ανεκδιήγητου “Illud Divinum Insanus”, το οποίο έσπασε βίαια την εντυπωσιακή αλυσίδα αψεγάδιαστων κυκλοφοριών από τους επίγειους θεούς του death metal. Εκείνο το απαράδεκτο τερατούργημα, πέρα από το να γελοιοποιήσει το όνομα της μπάντας και να σπιλώσει την κληρονομιά της, κατέστησε ακόμα πιο επιτακτική την κυκλοφορία ενός κορυφαίου album από τους Φλοριδιανούς, οι οποίοι απείχαν δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια από τον τελευταίο τους πραγματικά σπουδαίο δίσκο, το ανεπανάληπτο “Gateways to Annihilation”.

Ευτυχώς για τους οπαδούς, το συγκρότημα και τις ανείπωτες οντότητες που δοξάζει στα κομμάτια του, το “Kingdoms Disdained” επαναφέρει την τάξη.

Παραβλέποντας το γεγονός ότι βλέπω ένα τέλειο λογότυπο πάνω σε παιδικό εξώφυλλο, ξεκαθαρίζω ευθύς εξαρχής ότι το album σκοτώνει. Eπιτέλους, εδώ μέσα ακούγονται οι κανονικοί, οι αυθεντικοί, οι αρχοντικοί Morbid Angel. Αρκετά με τις industrial ανησυχίες, τους ambient πειραματισμούς και τα instrumental ιντερλούδια. Αρκετά με τον David Vincent, τον Pete Sandoval και τα δισκογραφικά ναδίρ. Εδώ μέσα φανερώνεται σε όλο του το μεγαλείο ο λόγος που αυτή η μπάντα αποτελεί ακόμα αντικείμενο μελέτης και λατρείας.

Από τις πρώτες νότες του “Kingdoms Disdained” έρχεσαι αντιμέτωπος με το ίδιο κοσμικό χάος, την ίδια δίνη παράνοιας και παραδοξότητας που γνώρισες στη χρυσή εποχή του συγκροτήματος. To “Piles of Little Hands” γκρεμίζει τα πάντα και σβήνει με μιας τις αλγεινές εντυπώσεις που άφησε η προηγούμενη δουλειά των Αμερικανών. Χωρίς να διστάσουν να βυθίσουν υπάρξεις και πλανήτες ολάκερους σε μαύρες τρύπες αντιφωνικών συνθέσεων όπως τα “D.E.A.D” (με gravity blasts, παρακαλώ!) και “Garden of Disdain”, οι Μorbid Angel επιταχύνουν ανελέητα, είτε κατά μέτωπο (“For No Master”, “Τhe Fall of Idols”), είτε πάνω σε διεστραμμένα ηχητικά μοτίβα (“Paradigms Warped”), με τις ανώμαλες κιθάρες του Trey Azagthoth να αλλοιώνουν και να παραχαράσσουν κάθε αντίληψη περί πραγματικότητας.

Αλλόκοτα έπη όπως τα “From the Hand of Kings” (βουτηγμένο σε “Domination” γλίτσα) και “The Righteous Voice” (με μια παραλλαγή του “Opening of the Gates” στην εισαγωγή του) υπενθυμίζουν πως οι Morbid Angel είχαν πάντα σαν προτεραιότητα να γράφουν ολοκληρωμένα κομμάτια κι όχι πυροτεχνήματα βαρβαρότητας, ενώ το μοχθηρό “Architect and Iconoclast” φέρει όλα τα συνθετικά χαρακτηριστικά της μπάντας, από τα ανορθόδοξα riffs και την απρόβλεπτη δομή, μέχρι τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς και την ζοφερή ατμόσφαιρα – σήμα κατατεθέν. Εξ ημισείας με το “D.E.A.D”, η ανώτερη στιγμή του δίσκου. 

Τo ζήτημα στο ένατο Morbid Angel ήταν να ξαναβγεί αρρώστια κι ένταση από τη μουσική κι αυτό συμβαίνει. Αν έπρεπε να τραβήξω παράλληλες, θα έλεγα ότι το album δανείζεται την αποκαλυπτική ατμόσφαιρα και τις τάσεις ολοσχερούς ισοπέδωσης από το “Gateways to Annihilation”, διαθέτοντας παράλληλα την χαοτική λύσσα και την ακατάσχετη ακρότητα του “Formulas Fatal to the Flesh”. Και τα κοινά σημεία δεν σταματούν εδώ: στα μέσα των ’90s, οι Morbid Angel κλήθηκαν να ξεπεράσουν την απώλεια του Vincent, αλλά προσλαμβάνοντας τον Steve Tucker έδωσαν απαντήσεις κυκλοφορώντας δύο κτηνώδη albums. Πάνω-κάτω το ίδιο συνέβη και τώρα. O Tucker επέστρεψε για να τους ξαναβάλει στον ίδιο δρόμο, όντας ο μοναδικός άνθρωπος πλην Vincent που δικαιούται να αναλαμβάνει φωνητικά καθήκοντα στους Morbid Angel. Ο τόνος του είναι επιθετικότατος και κουμπώνει τέλεια στη μουσική, απλά οι επί χρόνια οπαδοί της μπάντας γνωρίζουν ότι η φωνή του Vincent είχε μεγαλύτερη προσωπικότητα και πειθώ και ακουγόταν περισσότερο απειλητική παρά οργισμένη. Στα “The Pillars Crumbling” και “Declaring New Law” (μεταξύ μας, τα χειρότερα κομμάτια) πάντως, η ερμηνεία του είναι επιβλητική.

Γενικά, η απόδοση του trio κινείται σε υψηλά επίπεδα. Ο Azagthoth χτίζει, χτίζει, χτίζει κόσμους και τους γκρεμίζει εκ θεμελίων, ξεκινάει από το μηδέν, γεννάει σύμπαντα για να τα εξαφανίσει μέσα σε αβύσσους, γίνεται δημιουργός και καταστροφέας. Η δική του έμπνευση είναι αυτή που κρίνει κάθε Μorbid Angel εγχείρημα και η κιθαριστική του δουλειά στο νέο album αδυνατεί να χωρέσει σε υπαρκτά συστήματα περιγραφής, ανάλυσης και κατανόησης. Ο νεοφερμένος Scott Fuller δεν ξορκίζει ακριβώς το φάντασμα που στοιχειώνει τη θέση του drummer, αλλά κατορθώνει να περιστρέφεται η κουβέντα γύρω από τον ίδιο και μόνο, χαράζοντας διαχωριστικές γραμμές από το παίξιμο του Commando. Είναι ασταμάτητος, πληθωρικός, στιβαρός, κινείται επιδέξια στην πλάτη των ιδιόρρυθμων ρυθμικών και ακούγεται συντριπτικά οργανικός και physical.

Όπως καταλαβαίνετε, οι Morbid Angel σοβαρεύτηκαν, συγκεντρώθηκαν κι αποφάσισαν να δείξουν γιατί χαίρουν διαχρονικής εκτίμησης και σεβασμού. Φωνή του Παραλόγου, δοξασία προς τις θεότητες άλλων κόσμων και διαστάσεων, η μουσική τους ξαναγίνεται απόκοσμη και ανησυχητική, απέχοντας ούτως ή άλλως έτη φωτός από το πιο “λαϊκό” στιλ των συνοδοιπόρων τους. Χωρίς να σκοτίζεται για το αν θα ακουστεί βαρύ (καταλήγοντας να είναι βαρύτερο όλων), το death metal τους εξακολουθεί επίσης να αδιαφορεί επιδεικτικά για τους στιχουργικούς “προβληματισμούς” της σκηνής, προκρίνοντας μία πιο καλλιεργημένη και σκεπτόμενη θεματολογία. Εν ολίγοις, η ψαλίδα έχει ανοίξει επικίνδυνα. To album έχει την ποιότητα να ικανοποιήσει όσους νομίζουν ότι η μπάντα εξαντλείται στα σχιζοφρενικά riffs πάνω σε υπερηχητικά blasts, καθώς και όσους τη θεωρούμε ως την πιο μεγαλοπρεπή κι αυτοκρατορική έκφραση των ακραίων ιδιωμάτων.

Η δεδομένη αξία της κυκλοφορίας ωστόσο, δεν αρκεί για να κρύψει το πρόβλημα. Για τρίτο συνεχόμενο album, οι Morbid Angel πέφτουν θύμα μιας ακατάλληλης παραγωγής. Ο Erik Rutan σαφέστατα γνωρίζει τον τρόπο που πρέπει να ηχεί ένα Μοrbid Angel album, έχοντας υπάρξει και ο ίδιος μέλος της μπάντας, ωστόσο ο ήχος που έστησε είναι πολύ φορτωμένος και πηχτός, μπλέκοντας κιθάρες και φωνητικά κάτω από τόνους λάσπης, σπρώχνοντας παράλληλα τα drums πολύ μπροστά στη μίξη. Είναι ένας ήχος που δεν ταιριάζει, ούτε αξίζει στη μπάντα (η οποία αποδεδειγμένα κατεδαφίζει στις καθαρές παραγωγές) και κυρίως δεν ωφελεί τις κιθάρες: μιλάμε για κιθάρες Morbid Angel, δηλαδή για κιθάρες Trey Azagthoth, δηλαδή για κιθάρες που πρέπει να ακούγονται δυνατά. Ο αντίλογος, ότι μιλάμε για death metal, συνεπώς κάθε ασχήμια είναι ευπρόσδεκτη και φτάνει πια με τις πλαστικούρες και τις προβλέψιμες παραγωγές, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δηλαδή, το – ηχητικά αλάνθαστο, υποδειγματικό – “Covenant” δεν είναι death metal; Έχω την αίσθηση ότι η μπάντα, πάνω στη φούρια της να διαγράψει την ανάμνηση του “Illud…”, το πήγε επίτηδες στο άλλο άκρο, εις βάρος της αμεσότητας και της ισορροπίας.

Για το τέλος, η ώρα της αλήθειας. Στα μάτια μου, ο θρόνος των Μorbid Αngel δεν απειλήθηκε ποτέ σοβαρά, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των όποιων σφετεριστών. Αυτό που έλειπε όμως την τελευταία δεκαετία, ήταν ένα album που θα έκοβε τον αέρα στους επίδοξους διαδόχους και θα σφράγιζε την πρωτοκαθεδρία του ήχου. Το “Κingdoms Disdained” είναι αυτό το album. Ως απόλυτοι αρχηγοί και δυνάστες του death metal από την πρώτη κιόλας μέρα, οι Morbid Angel ήταν ανέκαθεν αυτοί που αποφάσιζαν προς ποια κατεύθυνση θα στραφεί ο ήχος. Η κατεύθυνση που επέλεξαν αυτή τη φορά, είναι ο δρόμος προς τον Τελικό Όλεθρο – και είναι υπέροχα έτσι.