NOUVELLE VAGUE

Όπως και να πάρει κανείς το όνομα του παράδοξου σχήματος από την Πόλη του Φωτός καταλήγει πάντα στις δύο ίδιες λέξεις: νέο κύμα – χωρίς να εννοούν τη Φαραντούρη ή κάτι τέτοιο.

Οι δύο κινητήριες δυνάμεις πίσω από το σχήμα των Nouvelle Vague, οι μουσικοί/ παραγωγοί Olivier Libaux και Marc Collin είχαν σαν κοινό σημείο αναφοράς το νεοκυματικό ήχο στη Βρετανία -και όχι μόνο- της δεκαετίας του ‘70–‘80, το νέο κύμα του Γαλλικού Κινηματογράφου της δεκαετίας του ‘60 αλλά και τους ρυθμούς της βραζιλιάνικής bossa nova (“νέο κύμα” στα πορτογαλικά).





Ο Libaux εξιστορεί πώς ο Collin τον κάλεσε το 2002 εξηγώντας του αυτήν την τρελή ιδέα που είχε για να ηχογραφήσουν μια bossa nova διασκευή του  σκοτεινά ερωτικού “Love Will Tear Us Apart” των Joy Division, πράγμα που υλοποιήθηκε αρκετά σύντομα και με τη σειρά του οδήγησε στην παραγωγή ολόκληρου του πρώτου ομώνυμου δίσκου του σχήματος οκτώ μήνες μετά, ο οποίος κυκλοφόρησε τελικά το 2004.





Ο πρώτος δίσκος – όπως και οι υπόλοιποι που ακολούθησαν – είναι εξ’ ολοκλήρου στηριγμένος στην “τρελή”  ιδέα του Collin να ρίξουν μέσα στο δημιουργικό τσουκάλι τραγούδια όπως το προκλητικό “Too Drunk to Fuck” των Dead Kennedys (το οποίο για κάποιο λόγο δεν συμπεριλήφθηκε στην αμερικάνικη έκδοση του δίσκου…), το γοτθικό “Α Forest” των Cure και το ούτως ή άλλως χορευτικό “Just Can’t Get Enough” των Depeche Mode μαζί με bossa nova, παράγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μία lounge εκδοχή των ανωτέρω τραγουδιών. Κάτι τέτοιο, βέβαια, έχουν κάνει παλιότερα και καλλιτέχνες όπως ο Richard Cheese, οι Lounge Against The Machine και ακόμη και ο Weird Al Yankovic με σατυρικές διασκευές σε άκρως επιθετική ή βαριά μουσική. Το ντεμπούτο των NV έκανε αρκετά καλές πωλήσεις στη μία πλευρά του Ατλαντικού χτυπώντας τα charts διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών κυρίως.





Η  ίδια συνταγή ακολουθήθηκε και στο δεύτερο πόνημα του σχήματος με τίτλο “Bande à Part”, που κυκλοφόρησε το 2006, στο οποίο βρίσκονται διασκευές σε καλλιτέχνες όπως οι Buzzcocks, οι Blondie, ο Billy Idol, Bauhaus, Siouxsie and the Banshees, Cramps κ.ο.κ. Και πάλι ο δίσκος πούλησε στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού και μπήκε στα charts κάποιων χωρών. Επίσης, στο πλαίσιο της προώθησης του δίσκου αυτού επισκέφτηκαν για πρώτη φορά τη χώρα μας. Χαρακτηριστική είναι η σταθερή εναλλαγή τραγουδιστριών ανά δίσκους ή περιοδείες όπως η Nadeah Miranda, Melanie Pain, Camilie και η Vanessa Paradis και άλλες, γαλλικής κυρίως καταγωγής, καλλιτέχνιδες.



Την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε μία συλλογή μιξαρισμένων τραγουδιών υπό τον τίτλο “Late Night Tales: Nouvelle Vague” – η 17η κυκλοφορία της ομώνυμης σειράς – που επιμελήθηκε η ίδια η μπάντα. Το 2009 κυκλοφόρησε και το ακουστικό live δισκάκι, “Acoustic”, που ηχογραφήθηκε στο Auditório Municipal Augusto Cabrita στο  Barreiro της Πορτογαλίας το οποίο περιέχει δύο νέες διασκευές στο “Sweet Dreams” των Eurythmics και στο “Relax” των Frankie Goes to Hollywood.







Τον Ιούνιο του 2009 η μπάντα κυκλοφορεί τον τρίτο της δίσκο, “3” (ή “NV3”) και η μουσική παλέτα της επεκτείνεται προσθέτοντας κάποια country περάσματα στις νέες διασκευές και ενισχύοντας το jazz στοιχείο στην bossa τους. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι το ντουέτο πείθει τον Martin Gore των Depeche Mode, τον ιδιότροπο Ian McCulloch των Echo and the Bunnymen και τον Barry Adamson των Magazine να συμμετάσχουν στις διασκευές των “Master and Servant”, “All My Colours”  και “Ours Lips Are Sealed”  αντίστοιχα, ενώ σημειωτέον, οι David Byrne των Talking Heads και David Sylvian των Japan αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις αντίστοιχες διασκευές σε τραγούδια των συγκροτημάτων τους. Κατά τα λοιπά, ο δίσκος περιείχε διασκευές σε συγκροτήματα όπως οι Police, Sex Pistols, Psychedelic Furs και άλλα και έτυχε κάποια απήχησης στην Ευρώπη.





Την επόμενη χρονιά η μπάντα κυκλοφόρησε έναν ακόμη δίσκο, με τίτλο “Couleurs sur Paris” (Χρώματα στο Παρίσι), που περιείχε πάλι νεοκυματικά/punk  τραγούδια τα οποία κατά συντριπτική πλειοψηφία προέρχονταν από την εγχώρια σκηνή και όπως είναι λογικό και επόμενο, ως επί το πλείστον γαλλόφωνα και έκανε πάλι κάποια επιτυχία σε χώρες της γηραιάς ηπείρου.  Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε και μια  “Best of …” συλλογή τραγουδιών της.





Το σχήμα δεν σταμάτησε να περιοδεύει, περνώντας συχνότατα από την Ελλάδα αλλά έπρεπε να περάσουν άλλα έξι χρόνια για να κυκλοφορήσει το EP “Athol Brose” τον Σεπτέμβριο του 2016 και δύο μήνες μετά, το νέο ολοκληρωμένο δισκάκι με τίτλο “I Could Be Happy”, που ακολουθεί το ίδιο μοτίβο με τα προηγηθέντα πονήματα, με διασκευές στους Ramones, Cocteau Twins και άλλους και για πρώτη φορά, τέσσερεις πρωτότυπες συνθέσεις από τους Collin και Libaux. Επίσης την ίδια χρονιά η μπάντα δεσμεύτηκε για ένα επερχόμενο ντοκιμαντέρ για τους ίδιους.







Οι Γάλλοι επισκέπτονται τη χώρα μας για μια ακόμη φορά και παίζουν στο Fuzz στις 2 Δεκεμβρίου για να βάλουν όλους τους σκοτεινούς τύπους της πρωτεύουσας να κουνήσουν τους γλουτούς τους στους ρυθμούς της bossa.



Καλή διασκέδαση.