GREEN OCEAN: “Adrift”

Αυτοκτονική εσωστρέφεια χαρακτηρίζει μάλλον τους Green Ocean, καθώς στην εποχή των αφόρητων φορτίων πληροφορίας κι ενώ έχουν μόλις κυκλοφορήσει το ντεμπούτο άλμπουμ τους, με τον τίτλο “Adrift”, κινούνται σε αυτό τον ωκεανό ονομάτων και στοιχείων σαν ένα πλοίο-φάντασμα.

Οι Kαναδοί rockers από το βόρειο Vancouver με τις φειδωλές τους πληροφορίες, αποτελούνται από τους Stuart Will, Travis Box, Daniel Zbytovsky και Michael Ranosz.

Οι επιδράσεις τους ξεκινούν από θεμελιώδη ονόματα του ευρύτερου χώρου του προοδευτικού rock σαν τους Pink Floyd, King Crimson και Alan Parsons Project, συνεχίζουν σε καταξιωμένα, κυρίως στην αμερικάνικη αγορά, ονόματα του σκληρού ήχου όπως οι Tool, Foo Fighters, Alice In Chains, QOTSA, φτάνοντας σε θεμελιώδεις κορυφές σαν τους Black Sabbath και κάπως πιο ακραίες επιδράσεις σαν τους Testament.

Με δεδομένο αυτό το πλήθος των επιδράσεων, το “Adrift” ,σύμφωνα πάντα με τη λακωνική δική τους δήλωση, χρησιμοποιεί metal στοιχεία για να δημιουργήσει δραματικές ατμόσφαιρες. Για να γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι, το πρώτο άλμπουμ των Kαναδών καταλήγει να περιέχει μια ειλικρινή και παραστατική ιχνογραφία ψυχισμού στη μουσική του. Η αγνή αναπλαστική ευστοχία της πρώτης απόπειρας λειτουργεί ακόμα και στα τραγούδια όπου η απουσία φωνητικών δίνει χώρο στη φαντασία του ακροατή.

Το εναρκτήριο ομότιτλο τραγούδι είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, που αναδύεται διστακτικά για να σηκώσει οριστικά ένα αφηγηματικό κιθαριστικό μονοπώλιο κάπου ανάμεσα σε Floyd-ικό σόλο και metal παρεμβολή. Όπως, λίγο αργότερα το instrumental “The Chase” με το επιθετικό του riff σκιαγραφεί την ένταση μιας καταδίωξης με μια πετυχημένη απλότητα και αμεσότητα.

Το “Adrift” στη μεγαλύτερη διάρκειά του είναι πιο εσωστρεφές και μελωδικό, με ακουστικές φόρμες. Το μεγαλύτερο σε μήκος τραγούδι του, το σχεδόν οκτάλεπτο “Darkest Dreams” είναι μια μελαγχολική και βαθιά σύνθεση με μία σχεδόν γοτθική υποβολή και είναι χαρακτηριστικό πως επανέρχεται με μία ακουστική του απόδοση, κλείνοντας το άλμπουμ.

Το “Storm Βrewing” κατά ένα τρόπο μοιάζει να συγκεράζει τον ρυθμικό, κιθαριστικού riff χαρακτήρα τους με τη μελωδική ψυχή του γκρουπ, το “Prevail” ανεβάζει τους τόνους και ξεχωρίζει για τις ιδιαίτερες μελωδίες των φωνητικών που συχνά συνοδεύουν σε περίεργες τονικότητες διαφοροποιώντας το αποτέλεσμα, ενώ το “Robin” είναι ένα μοναχικό, γαλήνιο, υπαινικτικό εξόδιο πριν την επαναφορά του “Darkest Dreams” στην ακουστική του μορφή.

Αυτό όμως που θα τραβήξει συχνά στην επανάληψη είναι το υπέροχο “Don’t Let Go”, μια κομψή pop rock ελεγεία που φανερώνει πως αυτή η απόλυτα άγνωστη μπάντα με τη μάλλον μέτρια ως φτωχή παραγωγή της, έχει αυτό το άγουρο, ακαλλιέργητο άγγιγμα του Μίδα και μπορεί να μας προσφέρει διαμάντια.

Το “Adrift” δεν είναι σίγουρα το άτρωτο ντεμπούτο που θα προκαλέσει σεισμό. Έχει τα λάθη και τις αδυναμίες του, όμως ακόμα και μέσα από αυτά, επιπλέει τελικά μια σπάνια μουσικότητα και μια αγνότητα ταλέντου που θα μας κρατήσει σίγουρα σε αναμονή.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 390 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…