TONY MILLS: “Streets of Chance”

Ο Tony Mills είναι ήδη ένας βετεράνος του μικροφώνου για τον ευρύτερο χώρο του μελωδικού hard rock.

Μετρώντας μια διαδρομή που αγγίζει σχεδόν τα 35 χρόνια, ο άγγλος ερμηνευτής ξεκίνησε την καριέρα του με το AOR σχήμα των Shy, κυκλοφορώντας 4 άλμπουμ από το 1983 ως το 1991. Στη συνέχεια σχημάτισε μια νέα μπάντα, τους Siam, με μια περισσότερο heavy rock κατεύθυνση και πιο σκοτεινές αποχρώσεις στις διαθέσεις, και αυτοσυστήθηκε σε ένα ευρύτερο νέο κοινό, κερδίζοντας περιστασιακά την -μάλλον τραβηγμένη- υπόληψη του “ευρωπαίου Tate”. 

Με τους Siam κυκλοφόρησε μόλις δύο άλμπουμ με περιορισμένη αναγνώριση. Από τη διάλυσή τους και μετά, εργάστηκε σε αμέτρητους μουσικούς σαν session τραγουδιστής, κυκλοφόρησε προσωπικά άλμπουμ, ενώ στο διάστημα 2007-13 αντικατέστησε τον σπουδαίο Tony Harnell στους νορβηγούς melodic hard rockers TNT.

Φέτος επιστρέφει με το νέο προσωπικό του άλμπουμ, δύο χρόνια μετά το “Over my dead body” του 2015, έναν ιδιαίτερο δίσκο που μετέφερε δικαιολογημένα την αύρα της προσωπικής του περιπέτειας και το άγγιγμα του θανάτου, με την καρδιακή προσβολή που είχε υποστεί το 2010.

Το “Streets Of Chance”, απαλλαγμένο πια από εκείνο το σκοτάδι και πιο κοντινό στις “γονιδιακές” του εκφράσεις, ακούγεται έτοιμο να ικανοποιήσει κάθε οπαδό του Mills που απολαμβάνει να τον ακούει στο γνωστό μονοπάτι της αποπλανητικής μελωδίας της αξιοπρέπειας. Με παραγωγό τον ντράμερ Peter Newdeck (Blood Red Saints, Tainted Nation, The Shock) και έναν αξιομημόνευτο αριθμό συμμετοχών από εξαιρετικούς μουσικούς, με αιχμή του δόρατος τον σπουδαίο κιθαρίστα Joel Hoekstra (Whitesnake, Night Ranger), o Mills ακούγεται να βρίσκεται απόλυτα στο στοιχείο του.

Ο ίδιος, όπως σχεδόν άλλωστε στο σύνολο των δισκογραφικών παρουσιών του, ακούγεται να βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση, αψηφώντας τον χρόνο. Όσοι τον προτιμούν αποκλειστικά σε πιο ραδιοφωνικές απόπειρες και άμεσα επιδραστικά ρεφρέν, θα βρουν ένα νέο αριθμό τραγουδιών με άμεση δράση πάνω τους. Από το εναρκτήριο χαρακτηριστικό “Scars” είναι ξεκάθαρες οι βλέψεις του να διασκεδάσει τον ακροατή με πρώτης τάξης καθαρόαιμο μελωδικό hard που υποστηρίζεται με εύστοχες φωνητικές διαδοχές.

Το “When the lights go down”, με την προφανή ταυτότητα single, επικυρώνει το σύνθημα που έδωσε το “Scars”. Δύο συνθέσεις που επιπλέουν και ξεχωρίζουν αμέσως από το γενικά ικανοποιητικό σύνολο, είναι το εσωτερικό και ατμοσφαιρικά μελωδικό “Battleground” και το ρυθμικά νοσταλγικό “When we were young”, ενώ το άλμπουμ κλείνει με το ιδιαίτερα πειστικό, υμνικό mid tempo “Seventh wonder”.

Ο Mills, κόντρα σε μια περίεργη ημιτονοειδή καριέρα, εξακολουθεί να είναι ένας σπουδαίος ήρωας του μελωδικού hard μικροφώνου. Σε όσους έλειψαν οι προσωπικές του εντυπώσεις ή οι υποψίες των Shy και Siam, θα βρουν ένα αξιοπρεπές υποκατάστατο με τις ισορροπίες που ο ίδιος ρύθμισε να τον αναδεικνύουν.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 433 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…