ORDEN OGAN: “Gunmen”

Το κουαρτέτο των γερμανών power metallers πρωτοεμφανίζεται δισκογραφικά το 2008 με το ντεμπούτο “Vale”, δέκα χρόνια ακριβώς μετά το πρώτο τους demo του 1998.

Φέτος επιστρέφουν με το πέμπτο τους άλμπουμ, με τον τίτλο “Gunmen” που θα επιχειρήσει να εδραιώσει και να μεγαλώσει την εμπορική επιτυχία του προηγούμενου άλμπουμ τους, “Ravenheart”, που είχε σκαρφαλώσει στο Νο 16 του γερμανικού τσαρτ.

Με κεφαλή τον ηγέτη και ιδρυτικό μέλος Sebastian “Seeb” Levermann (φωνητικά και κιθάρες), οι Tobin Kersting (κιθάρες), Niels Löffler (μπάσο) και Dirk Meyer-Berhorn (ντραμς), επιμένουν τευτονικά, αποδίδοντας ένα είδος σύγχρονου power metal, (όπως έχει επικρατήσει τουλάχιστον να ονομάζεται), με κάποια φολκ στοιχεία.

Οι επιδράσεις από άλλα, καταξιωμένα ονόματα της χώρας στο είδος, είναι εμφανείς σε αρκετά μέρη και είναι αναμενόμενο, όταν για παράδειγμα, έχουν βγει στο πρόσφατο παρελθόν σε περιοδεία με τους Grave Digger.

Η φόρμουλα των Orden Ogan είναι συγκεκριμένη, τυποποιημένη και με στρατιωτική πειθαρχία επαναλαμβανόμενη. Τα βασικά μέρη των τραγουδιών υποστηρίζονται από στακάτα και κοφτά ριφ και άμεσα φωνητικά και στις γέφυρες και τα ρεφρέν υπάρχουν οι κορυφώσεις με χορωδιακά φωνητικά, συμφωνικά στοιχεία και υποστηρικτικά keyboards που επιχειρούν να προσδώσουν έναν αέρα μεγαλείου, έπαρσης και ηρωισμού στον χαρακτήρα των τραγουδιών.

Συνθετικά, τα τραγούδια δεν είναι φτηνά, ούτε έχουν μεγάλες ανισότητες μεταξύ τους, τα αδικεί όμως τελικά η επανάληψη της συνταγής στην εξέλιξη, ενώ τελικά μάλλον αυτή η οικοδομημένη χορωδιακή μελωδικότητα των ρεφρέν αφαιρεί, με την επιτήδευσή της, δύναμη και επιθετικότητα.

Μια πλήρη εντύπωση της παλέτας των γερμανών αντιμετωπίζει κανείς στο σχεδόν εννιάλεπτο, μεγαλεπήβολο “Finis coronut opus”, που κλείνει το άλμπουμ και χρησιμοποιεί στη διαδρομή του όλο τον φολκ, τευτονικό, συμφωνικό και χορωδιακό “οπλισμό” της στρατηγικής τους.

Από την άλλη, δύο από τα πειστικότερα δείγματα συναντά κανείς στην αρχή σχεδόν του άλμπουμ με τα “Fields of sorrow” και “Forlorn and forsaken”, ενώ το εναρκτήριο “Gunman” αποτελεί την πρώτη επιλογή επίσημου βίντεο, με τη western αισθητική που κυριαρχεί και στο artwork του άλμπουμ. Τέλος, η συμμετοχή της Liv Kristine στο “Come with me to the other side” δεν αποφεύγει την καταδίκη στη μετριότητα.

Οι Orden Ogan πλασάρονται έντονα σαν οι νέοι κάτοχοι των σκήπτρων στο ηρωικό, τευτονικό metal και τα νούμερα από το 2015 και μετά, είναι μαζί τους. Αν και μάλλον είναι υπερβολή όλος αυτός ο θόρυβος, οι φίλοι του είδους που έχουν συμφιλιωθεί με τα δεδομένα αυτού του ήχου εδώ και χρόνια, μπορούν να τους τσεκάρουν.

About Γιώργος Γεωργίου 453 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…