NAD SYLVAN: “The Bride Said No”

Πλησιάζοντας πια όλο και περισσότερο στα 60 του χρόνια, ο σουηδός πολυμουσικός, τραγουδιστής και συνθέτης Nad Sylvan συνεχίζει να εμφανίζεται δημιουργικός και γεμάτος από σύνθετες εκφράσεις.

Δίνοντας στο πλούσιο παρελθόν του τη φωνητική του συνδρομή σε μπάντες όπως οι Unifaun, Agents Of Mercy αλλά όντας και η φωνή των Genesis στη live μπάντα του Steve Hackett, o Sylvan πραγματοποίησε την έναρξη μιας τριλογίας, με την κυκλοφορία του προσωπικού του άλμπουμ “Courting The Widow” το 2015 : ένας concept δίσκος που περιγράφει μια ιστορία με βαμπίρ, αναβιώνοντας την ατμόσφαιρα του 17ου αιώνα.

Ένα παλιό τραγούδι του 1989 με τον τίτλο του νέου του άλμπουμ έδωσε τελικά το έναυσμα να συνεχιστεί η ιστορία του “Courting…” και γύρω από αυτό οικοδομήθηκε το στιχουργικό και μουσικό περιεχόμενο του δίσκου. Παράλληλα ο ίδιος θέλησε, μαζί με την εξέλιξη της ιστορίας, να ακολουθήσει και μια πιο φρέσκια και υπερβατική μουσική πρόταση σε σύγκριση με την προφανή 70’s απόχρωση του “Courting…”.

Ηχογραφώντας ο ίδιος τα πλήκτρα και τις περισσότερες από τις κιθάρες στο προσωπικό του στούντιο και δουλεύοντας πάνω στις επτά συνθέσεις του άλμπουμ για πέντε μήνες, εμπλούτισε το αποτέλεσμα με μια σειρά από καλεσμένους μουσικούς, με δικές του επιλογές που τον δικαιώνουν απόλυτα στο αποτέλεσμα.

Η πρώτη βέβαια γενική αίσθηση είναι, πως παρά το μεγαλεπήβολο του πράγματος, υπάρχει μια αξιοθαύμαστη εντύπωση ελέγχου και η ευεργετική απουσία κάθε υπερβολής. Ναι, πράγματι, η μουσική ,όπως απαιτεί το concept, επιδιώκει να είναι πλούσια και περιγραφική, με μια προσέγγιση στο θεατρικό μιούζικαλ μέσα από τα συνήθη κανάλια του παραδοσιακού prog rock. Τελικά όμως, ο Nad Sylvan, με μια αξιοθαύμαστη μαεστρία, καταφέρνει να παραμένει στον στόχο του χωρίς να παραφορτώνει τα τραγούδια με δυσλειτουργικά στολίδια. Αντίθετα, καταλήγει να μας προσφέρει ένα φρέσκο άλμπουμ που ρέει τόσο εύκολα και ευχάριστα, ενώ ταυτόχρονα δεν υπολείπεται σε εκτελεστικό ενδιαφέρον από σπουδαίους μουσικούς.

Μετά τη σύντομη εισαγωγή του “Bridesmaids”, η πλήρης είσοδος του “The Quartermaster” αποτελεί μια χορταστική εισαγωγή στην ιστορία αλλά ταυτόχρονα και στο συνολικό ύφος του δίσκου, ίσως λίγο περισσότερο φλύαρη συγκριτικά με τις σπουδαίες αναλογίες της συνέχειας, αλλά τεχνοκρατικά όμορφη για τους φίλους του χώρου.

Ήδη, από την έναρξη του “When the music dies” μια απόκοσμη έλξη σε έχει τραβήξει εύκολα στο κανάλι του δίσκου: στην πραγματικότητα είναι και ένας φόρος τιμής σε όλους τους μεγάλους μουσικούς που χάθηκαν στη διάρκεια του περασμένου χρόνου. Το “The white crown” μοιράζεται με ευστοχία ανάμεσα στις ορχηστρικές, σχεδόν μεσαιωνικές  του βάσεις και τις 70’s prog κορυφώσεις. Το υποβλητικό, βαθιά εσωτερικό “What have you done” είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ και πιθανά κι ένα από τα δυνατότερα εισιτήρια απoμόνωσης αυτής της χρονιάς.

Άλλη μια ιδιαίτερη, φορτισμένη κορυφή του δίσκου αποτελεί το “Crime of passion” που αναδύεται με έναν σχεδόν επικό αέρα ανωτερότητας και στη διαδρομή του μεταφέρει μια αίσθηση αξιοπρεπούς μελαγχολίας. Ο τίτλος του “A french kiss in an italian cafe” είναι ενδεικτικός για το αριστοκρατικά νοσταλγικό μικρό διαμάντι του “The bride said no” που προσφέρει απλόχερα μια mainstream αποπλάνηση, λες κι ο Sylvan φόρεσε το tuxedo του Chris Rea.

Το ομότιτλο, που ξεπερνά σε διάρκεια τα 12 λεπτά, καταδιώκει περισσότερο από όλα τα προηγούμενα τον αναπλαστικό ρόλο του θεατρικού μιούζικαλ, διακρίνοντας ρόλους και με τη συνδρομή των καλεσμένων τραγουδιστριών.

Ο Sylvan πέτυχε την ισορροπία και απέφυγε το υπερφίαλο: το άλμπουμ είναι πάνω από όλα μια ψυχαγωγική μουσική αναπαράσταση. Αν προσθέσει κανείς και το διακριτικό αλλά εκλεκτό πλήρωμα με πρωτοπαλίκαρο, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, τον Hackett, δεν μένει χώρος για παράπονα.

Nad Sylvan – vocals, keyboards, guitars, programming, orchestration
Tania Doko – vocals
Jade Ell – vocals
Sheona Urquhart – vocals, saxophone
Steve Hackett – guitar
Guthrie Govan – guitar
Roine Stolt – guitar
Tony Levin – Chapman stick, upright- and electric bass
Jonas Reingold – bass
Nick D’Virgilio – drums, percussion
Doane Perry – drums, percussion
Anders Wollbeck – keyboards, programming, orchestration, additional sound design
Alfons Karabuda – waterphone

About Γιώργος Γεωργίου 536 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…