ANATHEMA: “The Optimist”

Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που προσδοκούν από την μπάντα του Liverpool να γυρίσει στα μονοπάτια του (μακρινού πια) παρελθόντος, είναι όμως αξίωμα πως κανείς δεν μπορεί να φυλακίσει την καρδιά και το μυαλό του καλλιτέχνη.

Οι Anathema αγαπήθηκαν και στη συνέχεια αμφισβητήθηκαν και χαρακτηρίστηκαν όσο λίγα ονόματα στον ευρύτερο χώρο του σκληρού ήχου, λες και πρόδωσαν κάποια άγραφη σύμβαση. Στην πραγματικότητα ακολούθησαν αυτό που λέγεται φυσική εξέλιξη και καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από τις δικές τους εσωτερικές κορνίζες και διαθέσεις.

Το “The Optimist” είναι πια το ενδέκατο στούντιο άλμπουμ τους και το ρεύμα έχει παρασύρει πια μακριά το εύθραυστο σκάφος τους. Η αφετηρία της έμπνευσης για το περιεχόμενο βρέθηκε στο εξώφυλλο του “A Fine Day To Exit” του 2001. Η απάντηση που δεν δόθηκε ποτέ για τον τύπο που εξαφανίστηκε- τι απέγινε, τι έκανε με τη ζωή του-γεννά ένα ημιαυτοβιογραφικό άλμπουμ, καθώς σύμφωνα με τα λόγια του Daniel Cavanagh, δημιουργούν ένα υποκατάστατο που μεταφέρει το μονόλογό τους , τους φόβους και τις ελπίδες τους στην αφήγηση του “The Optimist”.

Οι ηχογραφήσεις έγιναν τον περασμένο χειμώνα με τον παραγωγό Tony Doogan (Mogwai, Belle And Sebastian) ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Vincent, είχε μεγάλη επίδραση στο δίσκο. Η πρόθεσή του ήταν να ηχογραφήσουν τα τραγούδια παίζοντας όλοι μαζί ζωντανά σαν μπάντα, κάτι που είχαν να κάνουν πολλά χρόνια. Ο Doogan επέμενε να συλλάβει αυτήν την ενέργεια που υπάρχει μόνο όταν οι μουσικοί βρίσκονται όλοι μαζί αντιμέτωποι μεταξύ τους.

Αυτό που είναι προφανές από την πρώτη κιόλας πλήρη βόλτα στο άλμπουμ, είναι ο πλούτος στην έκφραση κι η επιμονή στη λεπτομέρεια σύνθεσης του ύφους. Ο ήχος είναι επιβλητικός και συχνά επιθετικός με ιδιαίτερο τρόπο: περιέχει μάλλον περισσότερο τον βόμβο και την έκρηξη post rock κορυφώσεων που διαπερνιούνται από συμφωνικά θέματα και οικοδομούν αυτές τις συναισθηματικές εκρήξεις τους. Η αίσθηση είναι πως το άλμπουμ αυτό είναι περισσότερο σκοτεινό κι αιωρείται συχνά η εντύπωση μιας απειλής.

Ο καμβάς του βέβαια, με έναν ηχητικό πλούτο που κρύβει και ηλεκτρονικά στοιχεία, όπως και πληθώρα παραλλαγών και εφέ στον ήχο, διατηρώντας τον πυρήνα της έκφρασης που χρόνια τώρα αντιλαμβανόμαστε σαν Anathema, περιέχει σελίδες με θορύβους και τρικ που δυναμώνουν και χαρακτηρίζουν με ακρίβεια το δρόμο του άλμπουμ.

Η σταθερή διάθεση και η πινακίδα με το όνομά τους συνεχίζουν να κλείνουν την πόρτα στην άμεση πραγματικότητα και να σε ρουφούν στο αυτόνομο κουτί της ιστορίας τους. Μια ιδανική συνθήκη θα ήταν ένα προσωπικό σύντομο road trip μέσα στην ερημιά της νύχτας που εύκολα ανοίγει την ελαστικότητα αυτής της δραματικής εσωτερικότητας. Έπειτα η μουσική θα πάρει το τιμόνι, πλοηγώντας ανάμεσα σε επαναληπτικές αναμονές και περήφανες εκρήξεις, περνώντας από σκοτεινές post rock επιφάνειες σε ευρυγώνιους κινηματογραφικούς ορίζοντες.

Μετά την προωθητική ηλεκτρονική post ένταση του “Leaving it behind”, η Lee Douglas θα προσθέσει άλλη μια σελίδα συντριπτικής ερμηνείας στο κλιμακούμενο “Endless ways” ανοίγοντας μια σειρά ιδιαίτερων αποδόσεων, όπως στο “Ghosts” που φέρνει περίεργα στο μυαλό τις απόκοσμες μελωδικές κάψουλες στα άλμπουμ των “This Mortal Coil”, ή στο μινιμαλιστικό, νεοκλασικό διαμάντι “Close your eyes” που επιδέξια οδηγείται στο φινάλε του με ένα πανούργο jazzy χαλί.

Η περιγραφικότητα της μουσικής είναι χαρακτηριστική στο σχεδόν κινηματογραφικό “San Francisco”, ή στη διαφαινόμενη ένταση του “Wildfires” που απελευθερώνεται με έκρηξη. Το υπέροχο “Can’t let go” είναι ένα αέρινο post rock single υπολογισμένης με σοφία ελαφρότητας, το ομότιτλο είναι βουτηγμένο στην κολυμπήθρα των Anathema και σηκώνει αυτά τα γνώριμα κύματα της περήφανης τραγικότητας των θεόρατων ενορχηστρώσεων. Τέλος ο κατευναστικός επίλογος του “Back to the start” με την Floyd-ική αύρα του συμπληρώνει τη διαδρομή αλλά ταυτόχρονα και το σχήμα του κύκλου, για να ξεκινήσεις παρορμητικά πάλι από την αρχή.

Όσοι έχουν ήδη τους λόγους τους για να τους παρακολουθούν ακόμα δισκογραφικά, θα βρουν ακόμα περισσότερους μέσα στο “The Optimist”. Όσο για τους ίδιους, συνεχίζουν να περιφέρονται αυτόνομα στον ίδιο ταραγμένο χώρο, κάτω από την επιγραφή “μην πυροβολείτε τον πιανίστα” και να παράγουν ακόμα αθόρυβους, ευγενικούς θριάμβους.

About Γιώργος Γεωργίου 453 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…