The Adicts, Panx Romana, The Vagabonds 77 (05/05/2017) Κύτταρο

Εννιά η ώρα, κι έξω από το Κύτταρο τα πράγματα είναι ακόμη χαλαρά.

Γνωστές και μη, φάτσες αράζουν πίνοντας μπίρες περιμένοντας να περάσει η ώρα.

Ένα μισαωράκι μετά δειλά δειλά μπαίνουμε στο συναυλιακό χώρο για να βρούμε τους Vagabonds 77 να ετοιμάζoνται μπροστά σε λιγοστά ζευγάρια μάτια κι αυτιά. Δέκα παρά τέταρτο παίζουν το πρώτο τραγούδι τους κι ευχαριστούν όσους ήρθαν απο τόσο νωρίς, μιας και η παρουσία του κόσμου είναι ακόμα ολιγάριθμη κι αμήχανη.

Οι αθηναίοι punk rockers κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να μας ζεστάνουν, μας καλούν να έρθουμε πιο κοντά και ανάμεσα σε κομμάτια από τις προσωπικές τους δουλειές, παίζουν και μία πολύ ωραία εκτέλεση του Emergency των Girlschool (ευρύτερα γνωστό μέσω της διασκευής των Motorhead). Οι παροτρύνσεις πιάνουν τόπο καθώς οι κενοί χώροι του Κυττάρου σταδιακά καλύπτονται, όχι όμως στο έπακρο. Πριν κλείσουν την, κάτι παραπάνω από μισάωρη, παρουσία τους, “χαιρετίζουν” τις δυο επόμενες ιστορικές μπάντες που ακολουθούν.

Περίπου στις έντεκα παρά τέταρτο στο stage θα ανέβει πρώτος, εν μέσω χειροκροτημάτων, ο Frank Panx, τραγουδιστής των Panx Romana, με μια ψεύτικη (προφανως) τηλεόραση στο κεφάλι και θα βγάλει έναν μικρό λόγο ο οποίος θα οδηγήσει στον “Συναγερμό” που όμως δεν ταρακούνησε όσο θα περίμενα τον κόσμο. Για αρκετή ώρα μάλιστα, αυτοί που έβγαζαν φωτογραφίες και βίντεο ήταν περισσότεροι από αυτούς που χόρευαν, δείγμα πάντα ανησυχητικό για τέτοιου είδους live.

Η ψεύτικη τηλεόραση δεν ήταν το μόνο prop που χρησιμοποιήθηκε, καθώς την εμφάνισή τους έκαναν μάσκες, μεγάλοι χάρτινοι καραγκιόζηδες και λοιπά τέτοια. Η νωχελικότητα συνεχίστηκε στο πρώτο μισό της εμφάνισης των Panx και το μόνο ενθαρρυντικό στοιχείο ήταν ότι το Κύτταρο είχε πλέον γεμίσει ασφυκτικά. Έμοιαζε να λείπει κάτι για να πάρουμε μπρος.

Την σπίθα αυτήν την άναψε το “Κράτος Κλειστόν” και το καρδιογράφημα της βραδιάς έπαψε να είναι φλατ. Τα κινητά μπήκαν στις τσέπες, τα stagedive εντάθηκαν και μοϊκάνες πήγαιναν πάνω κάτω. Χαρακτηριστική ήταν η αλλαγή των στίχων του κομματιού απο “Ελλάς Ελλήνων δικαστών” σε “Ελλάς αδέσποτων ψυχών”, καθώς ουκ ολίγες φορές έγινε αναφορά στο προσφυγικό, είτε μέσω των λογυδρίων του τραγουδιστή είτε μέσω του βίντεο που δε σταμάτησε να παίζει πίσω απο την μπάντα.

Εκτός από τα γνωστά κομμάτια που έχουν στιγματίσει την καριέρα του συγκροτήματος, όπως “Έλληνες”, “Διαγωγή Κοσμία”, “Rock n’Roll Βοήθειες”, “Ράδιο Κατάληψη”, “Διακοπές στα Χακί” και “Το Γράμμα”, έπαιξαν κι από το τελευταίο τους LP “Pax Americana”(2016) τα “Παραμάνα” και “3 Ακόρντα φτάνουν/Ramones Forever”, ένας φόρος τιμής στους πατέρες της πανκ.

Δέκα λεπτά πριν τις δώδεκα, οι βετεράνοι της ελληνικής σκηνής θα αποχωρήσουν. Η ζέστη έχει ανέβει σε ανυπόφορα επίπεδα, μέσα δεν πέφτει καρφίτσα και δια της απουσίας του λάμπει ο εξαερισμός. Είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα θα ακουστεί από τα ηχεία η εισαγωγή του “Γουλιέλμου Τέλου”, παρμένη από την ταινία “A Clockwork Orange”, η οποία θα σημάνει την παρθενική εμφάνιση των Adicts στην Ελλάδα, μόλις 40 χρόνια μετά την ίδρυσή τους.

Αν το “Κράτος Κλειστόν” άναψε τη σπίθα, η άφιξη του Monkey και των droogs του έβαλε φωτιά στο Κύτταρο. Ντυμένοι με τα χαρακτηριστικά ρούχα από την ταινία του Stanley Kubrick, ξεκίνησαν με το “Let’s Go” και χωρίς χρονοτριβές ακολουθούν τα “Joker in the Pack”, “Horrorshow” και “My Baby Got Run Over by a Steamroller”.

Η παρουσία των Adicts είναι εντυπωσιακή κι άκρως θεατρική, αλλά και άμεση, αφού τα τραγούδια εναλλάσσονται χωρίς πολλές φλυαρίες. Το καλώς εννοούμενο συναυλιακό ξύλο δίνει και παίρνει, μικρά mosh pit βράζουν (πολλή ζέστη, διάολε) μπροστά στη σκηνή και κουτάκια/πλαστικά ποτήρια μπίρας πετάνε πάνω απο τα   κεφάλια μας.

Η συνέχεια περιλαμβάνει “Easy way out”, “Numbers”, “Troubadour”, “You’re all Fools” και γενικά την τιμητική τους έχουν τραγούδια απο τα τέσσερα πρώτα άλμπουμ του συγκροτήματος, όλα από τη δεκαετία των ‘80s. Ο Mοnkey παίζει συνεχώς με το κοινό το οποίο προσπαθεί μανιωδώς να του αρπάξει ό,τι έχει πάνω του. Ένας “τυχερός” θα εισπράξει μάλιστα μία καλή σφαλιάρα, αφού πήγε να του πάρει το καπέλο.

Θα ακουστεί άλλο ένα τραγούδι απο το το “Κουρδιστό Πορτοκάλι”, ταινία που έχει επηρεάσει έντονα τους Βρετανούς, το “Singing in the Rain”. Αν έχεις δει την ταινία, δεν ξεχνάς αυτήν τη σκηνή…

Λεπτό με το λεπτό, το Joker make up του τραγουδιστή “λιώνει” από το πρόσωπό του, αν και ποτέ δεν έφυγε εντελώς. “Life goes on”, “Fuck It Up” και για πρώτη φορά διακόπτεται ο χειμαρρώδης ρυθμός της συναυλίας. Tο μικρόφωνο παίρνει ο Pete Dee, κιθαρίστας και ιδρυτικό μελος μαζί με τον Monkey και τον Kid Dee (drums), και ξεκινάνε τα “hey” με το κοινό, για να οδηγηθούμε στο “Chinese Takeaway” κι άλλον ένα μικρό πανικό.

Οι Adicts θα δείξουν την “ευαίσθητη” πλευρά τους με το “Bad Boy”,  την οποία γρήγορα θα μαζέψουν για να ουρλιάξουν “Viva La Revolution”. Προτελευταίο τραγούδι θα είναι το “You’ll Never Walk Alone”, ύμνος της Liverpool κι όλοι μαζί θα σηκώσουμε χέρια και θα τραγουδήσουμε όσο πιο δυνατά μπορούμε, λες και βρισκόμαστε στο Anfield.
Κάπου εκεί σκάσανε μύτη και πέντε – έξι μεγάλες φουσκωτές μπάλες παραλίας, τις οποίες πετάμε ανελέητα ο ένας στον άλλο. Η νύχτα θα κλείσει ακαπελα με το “Bring Me Sunshine”, αμερικάνικο τραγούδι των 60s.

Η συναυλία στο σύνολό της ήταν σαν ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, ο οποίος στο πρώτο ημίχρονο δεν έχει ούτε ευκαιρία αλλά στο δεύτερο γίνεται της τρελής. Οι Vagabonds 77 ήταν φιλότιμοι, τους αδίκησε όμως η ώρα και η προσέλευση. Περίμενα κάτι παραπάνω από τους Panx Romana, οι οποίοι τελικά κατάφεραν να κερδίσουν και να ανεβάσουν τον κόσμο. Οι Adicts ήταν το κάτι άλλο. Η εμπειρία τους στη σκηνή ξεχείλιζε, ήξεραν να διαδράσουν με το κοινό χωρίς να κουράσουν και παρα τις συχνές αλλαγές ρούχων, αξεσουάρ, κομφετί, μπάλες, τραπουλόχαρτα κι ό,τι μπορείς να φανταστείς, το momentum της βραδιάς δεν επηρεάστηκε στο παραμικρό. Δε φάνηκε η ηλικία τους ποτέ, βάζουν κάτω νεότερα σχήματα για πλακα και τους τιμά το γεγονός οτι δεν ήταν μια tribute band του εαυτού τους, ούτε ήρθαν για τα τελευταία ένσημα πριν τη σύνταξη. Ήταν μια κανονική μπάντα, με τα περισσότερα μέλη της ατόφια και με μπόλικη διάθεση.

Ελπίζω μόνο να μην τους πάρει άλλα σαράντα χρόνια να ξαναέρθουνε.

photos: Γιώργος Αργυρόπουλος