BOOK OF WYRMS: “Sci-Fi/Fantasy”

Η συνολική ατμόσφαιρα σε συνάρτηση με τον τίτλο και το εξώφυλλο του άλμπουμ, γεννά την εικόνα: ένα παιδί πρόθυμο να ανακαλύψει έναν κόσμο μυστηρίου και μαγείας, στο τμήμα “Επιστημονικής φαντασίας/Φαντασίας” ενός παλιού βιβλιοπωλείου, ψαχουλεύει σκληρά, μεταχειρισμένα βιβλία με τρελά, πολύχρωμα εξώφυλλα των δεκαετιών του ’70 και του ’80…

Οι Book Of Wyrms είναι ένα ιδιαίτερο κουιντέτο από το Richmond της Virginia, που αρέσκονται να χαρακτηρίζουν τη μουσική που γράφουν σαν ένα συνδυασμό “Appalachian stoner rock” και “space metal”. Γι’ αυτούς που προτιμούν τα λίγα λόγια και καλά, οι Books Of Wyrms είναι μια μπάντα ψυχεδελικού doom με γυναικεία φωνητικά και μικρή ως τώρα ιστορία.

Με αφετηρία το 2015 και βάση το ζεύγος του μπασίστα Jay Lindsey και της τραγουδίστριας Sarah Moore-Lindsey, κυκλοφορούν ένα demo με τρία τραγούδια και τον επόμενο χρόνο το single “Leatherwing bat”. Η σύνθεσή τους, πέρα από την παρουσία του ντράμερ Chris Bethaven, παίρνει τη σημερινή της μορφή με την προσθήκη του κιθαριστικού διδύμου Kyle Lewis/Ben Coudriet, και ολοκληρώνουν το πρώτο τους άλμπουμ.

Με την Πρωτοχρονιά του ’17, οι doomsters από τη Virginia μας προσφέρουν 53 λεπτά σε επτά τραγούδια γεμάτα δράκους, μάγους, διαστημικά ταξίδια και λίγη οικολογία… με μια τραγουδοποιία που στοχεύει πρωταρχικά στην ατμόσφαιρα. Με την υποβολή της βαρύτητας των Black Sabbath, και την υπνωτική, ταξιδιάρικη παραίσθηση των Hawkwind, χτίζουν τραγούδια που μοιάζουν να πλουτίζουν το doom υπόβαθρο με πετυχημένες εναλλαγές δυναμικών, ρυθμών, με αποτελεσματικές εκρήξεις και παύσεις.

Τα επιθετικά, φαζαριστά ριφ του “Leatherwing bat” μας σπρώχνουν με θράσος στον κόσμο του άλμπουμ και σύντομα η καθαρή και απόκοσμη φωνή της Sarah Moore-Lindsey υπόσχεται μόνιμη απουσία της πλήξης. Η φολκ απόκοσμη εντύπωση συνεργάζεται με την άμεση γοητεία των φωνητικών μελωδιών και δίνει ένα ξεχωριστό βάρος στο συνολικό τους vibe.

H Sarah δεν είναι σίγουρα τυχαία: με το ένα πόδι στις σύγχρονες ιέρειες του occult-vintage rock/metal και το άλλο σε φωνές σαν της Grace Slick ή ακόμα και της Beth των Portishead, εξουσιάζει τα τραγούδια όταν γίνονται ηφαίστεια και επιπλέει όταν γίνονται μαύρες τρύπες.

Το “Infinite Walrus” συνεχίζει με ένταση και πιο αργό ρυθμό να συντηρεί το ηχητικό πεδίο της έναρξης και καταλήγει σε ένα στοιχειωμένο φινάλε. Το “Cosmic Filth” γυρίζει γρήγορα την αρχική, σχεδόν μεταλλική του ορμή  σε μια υπέροχη doom παγίδα με 70-ικά ηχητικά στολίδια και στροβιλίζεται ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους.

Το “Nightbong” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το πιο γευστικό δόλωμα του άλμπουμ. Με χαρακτηριστικό βαρύ groove και στολίδια ψυχεδελικής ποπ, γίνεται εθιστικό με τα φωνητικά να αιωρούνται ευέλικτα. Μια βιβλική παύση κι ένα θέμα στο μπάσο μας εισάγουν στο δεύτερο, μυστικιστικό, σχεδόν τελετουργικό μέρος του τραγουδιού, που είναι ουσιαστικά και μια μετάβαση στο δεύτερο, περισσότερο σκοτεινό και ψυχεδελικό μέρος του “Sci-Fi/Fantasy”.

Το bluesy, ψυχεδελικό, αργόσυρτο horror-track  “All Hallow’s Eve” σέρνεται σαν σκιά που σε συνοδεύει στην πιο απόκοσμη μοναξιά. Με εμβόλιμα αποσπάσματα από ηχογραφημένα κηρύγματα που έπαιζαν για τους περαστικούς νταλικέρηδες του Tennessee, βγαίνει με μια μικρή έκρηξη από τη λακκούβα του πριν το φινάλε. Το “Transcendental Migraine” αλλάζει ορίζοντα με μια παλιομοδίτικη δισολία κι ένα βαρύ ριφ να εναλλάσσονται σε μια συναρπαστική 70’s heavy rock εποποιία, με ένα μαύρο doom ριφ να το κόβει στη μέση. Ο επίλογος με το βαρύ, αργόσυρτο “Sourwolf” βρίσκει την Sarah να αντηχεί με μια ανατριχιαστική αξιοπρέπεια μέσα σε μια αιρετική, απόκοσμη, βουκολική Sabbath-ική ερημιά… ως το παραισθησιογόνο ηχητικό τρικ του τέλους.

Οι αρχάριοι του Richmond έχουν ήδη συμπληρώσει μια υπόσχεση, πως θα βάλουν τα γυαλιά σε πολλούς του είδους. Με ένα άλμπουμ που σε παγιδεύει στον περίεργο κόσμο του και την επιλογή της επανάληψης, επιβεβαιώνουν πως σαν βγεις στον πηγαιμό από τους Blood Ceremony ως τους Uncle Acid and the Deadbeats, υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες ηχητικές αισθήσεις και παραισθήσεις. Φαντάσου τι μπορεί να συμβεί από τους Cactus ως τους Mercyful Fate…

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 416 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…