NEIL YOUNG: “Peace Trail”

Είναι ανούσιο να απαριθμήσει κανείς ή έστω να αξιολογήσει το απέραντο έργο του επιδραστικότερου εν ζωή καλλιτέχνη, καθώς  ο χώρος και ο χρόνος είναι περιορισμένος εν προκειμένω.

Αυτή είναι η νιοστή κυκλοφορία του Καναδού τροβαδούρου, που παρεμπιπτόντως διανύει το 71ο έτος της ηλικίας του και τονίζω, παραπέμποντας στην επικεφαλίδα, ότι είναι προσωπικός δίσκος, χωρίς τη συνοδεία κάποιων από τους κατά καιρούς συνεργάτες του, όπως τους άλλοτε σταθερότατους Wild Horse, τους εφ’ άπαξ Pearl Jam ή τους πιο πρόσφατους Promise of the Real. Συνεπώς, οι έμπειροι οπαδοί θα γνωρίζουν ότι αυτή είναι ενδεχομένως μια από τις πιο μινιμάλ και ηλεκτρακουστικές δουλειές του μεγάλου μουσουργού. Κάτι που μάλλον του ταιριάζει και περισσότερο κατά κοινή ομολογία, καθώς το προπέρσινο συμφωνικό πείραμα του “Storytone” ξενίζει αρκετά σε σχέση με το αρκετά πιο συμβατικό “The Monsanto Years” του 2015.

Και βέβαια, σε μία εποχή που όλα τρέχουν, τα πράγματα για τον Young έχουν πάρει μία μυστήρια τροπή την τελευταία διετία, καθώς το 2014 χώρισε με την επί 36 χρόνια γυναίκα του Pegi, μπήκε ξανά στο παιχνίδι της προστασίας του περιβάλλοντος εγείροντας μία μανιασμένη πολεμική κατά της Μονσάντο, με το προαναφερθέν album, πράγμα που έχει να κάνει από τη δεκαετία του ‘80  και επιμένει λίγο με κάποιες διαδικτυακές συνωμοσιολογίες. Μια ακόμη παράμετρος, βέβαια, είναι ότι και πάλι ανανέωσε τους συνεργάτες του για την 37η κυκλοφορία του, όχι ότι επηρεάστηκε εντούτοις τόσο δραματικά.

Το αποτέλεσμα παραπέμπει στην ανάλαφρη, πλην λυρικότατη απλότητα, των Harvest και Harvest Moon, αν και ο Young δεν έχει κρεμάσει πλήρως την Olda Black Les Paul του, όπως ακούγεται στο εναρκτήριο ομώνυμο του δίσκου κομμάτι, που φέρνει στο μυαλό το “Zuma”. Αυτό βέβαια, αναιρείται εύκολα στο αμέσως επόμενο τραγούδι και το μοτίβο είναι κατά το πλείστον ακουστικό μέχρι το πέρας του δίσκου.

Και υπάρχουν σημεία που ο Neil πειραματίζεται, όπως οι επίγονοι του Eels, στο παιδικό και δηκτικό “Texas Rangers” και στο ειρωνικό “My New Robot” θυμάται τις blues και ινδιάνικες ρίζες του με την προσέγγισή του στα περιστατικά της Dakota στο “Indian Givers” και κοπιάρει το “Layla” του Clapton στο κακόκεφο “Show Me”.

Οι υπεραπλουστευμένες συνθέσεις του παρόντος δίσκου, που ηχογραφήθηκε σε ελάχιστες μέρες, παρόλο που δεν διαφοροποιούνται από οποιαδήποτε προηγούμενη δουλειά του Young, σε επίπεδο americana, δεν κουράζουν για κανένα λόγο. Ο καλλιτέχνης έχει υιοθετήσει μια αμιγώς παλαιάς κοπής αφηγηματική/πεζή blues προσέγγιση στα τραγούδια του δίνοντας τόσο τη σκοπιά του σε σύγχρονα ζητήματα όσο και  ένα ευχάριστο και χαλαρωτικό τόνο στο σύνολο, κάτι που ήξερε πάντα να κάνει πολύ καλά.

Αν περιμένετε τα περασμένα μεγαλεία ή κάποια υπερφιλοσοφημένη παραγωγή ατυχήσατε. Αυτός είναι ο Neil Young και είθε να ζήσει για πάντα.