TYKETTO: “Reach”

Για όσους έζησαν σαν ενεργοί ακροατές τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι Tyketto θα είναι παντοτινά η μπάντα του single “Forever young”…

Μάλλον όμως δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Οι μελωδικοί hard rockers ξεκίνησαν την καριέρα τους με βάση τη Νέα Υόρκη το 1987 και είχαν πίσω από το μικρόφωνο τον χαρισματικό Danny Vaughn που είχε ήδη λάμψει με τα φωνητικά του στο άλμπουμ “Save your prayers” των Waysted, του πρώην μπασίστα των UFO, Pete Way. Me ton Brooke St. James στην κιθάρα, τον Jimmy Kennedy στο μπάσο και τον Michael Clayton στα τύμπανα, κυκλοφορούν το 1991 το ντεμπούτο τους με τον τίτλο “Don’t Come Easy”, ένα άλμπουμ τόσο οριακό κι αντιπροσωπευτικό για τον χώρο που τους ακολουθεί σαν μέτρο σύγκρισης για ό,τι κάνουν μέχρι σήμερα.

Ο τίτλος του άλμπουμ φροντίζει να “ζωντανέψει” με την απόλυτη κυριαρχία του grunge και τίποτα δεν γίνεται εύκολα πια γι’ αυτούς , παρά την τεράστια ώθηση και την απήχηση του “Don’t Come Easy”. Πριν τελικά διαλυθούν το 1996, κυκλοφορούν άλλα δυο στούντιο άλμπουμ κι ένα live.

Οι Tyketto επιστρέφουν δυο φορές , μόνο συναυλιακά για reunion tours το 2004 και το 2007. Ο χρόνος ωριμάζει και τελικά το 2012 ηχογραφούν νέο άλμπουμ με την αυθεντική σύνθεση, το “Dig In Deep” κι επιχειρούν να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο. Ακολουθούν 4 χρόνια περιοδειών κι εμφανίσεων σε φεστιβάλ που βάζουν το όνομα του γκρουπ ξανά στον χάρτη για τα καλά.

Την άνοιξη του 2016 οι Tyketto επιστρέφουν επιτέλους στο στούντιο για να ηχογραφήσουν νέο άλμπουμ επιλέγοντας τα θρυλικά Rockfield Studios στην Ουαλία, όπου έχουν ηχογραφήσει στο παρελθόν τεράστια ονόματα όπως οι Rush και οι Queen. Η σημερινή σύνθεση του γκρουπ περιλαμβάνει τον μπασίστα Chris Childs στη θέση του Jimmy Kennedy και τον κιθαρίστα Chris Green σε αυτή του Brooke St. James , ενώ στα πλήκτρα συμμετέχει ο Ged Rylands.

Γι ‘ αυτούς που έχουν βιώσει τη διαδρομή τους, το “Reach” έχει έναν αέρα και μια δύναμη που μοιάζουν να συνεχίζουν από το σημείο που σταμάτησε το “Don’t Come Easy”. Σημαντικός παράγοντας σε αυτή την απόπειρα αποτελεί ο κιθαρίστας Chris Green που ακούγεται λες  και ήταν στο γκρουπ πάντα, υπηρετεί τα χαρακτηριστικά τους με υποδειγματική συνέπεια και επιτυχία και έχει κάνει εξαιρετική δουλειά τόσο στα ρυθμικά όσο και στα σόλο. Παράλληλα, η παραγωγή με όγκο αλλά και διαύγεια μάλλον ισχυροποιεί και αναδεικνύει τα δυνατά χαρτιά του άλμπουμ.

Το ομότιτλο τραγούδι ανοίγει το άλμπουμ με τον καλύτερο τρόπο με τις εναλλαγές δύναμης και μελωδίας, ένα χαρακτηριστικό σημάδι βγαλμένο από την φόρμουλα των Tyketto. Η επίθεση δυναμώνει με την έλξη του “Big Money”, που είναι αυθεντικό single τιμώντας παράλληλα και πιο κλασσικές Αμερικανικές καταβολές, όπως είναι οι Journey, με βαρύτερο όμως ήχο. Μετά την παρατεταμένη δύναμη του “Kick Like a Mule”, η μελωδία του “Circle The Wagons” θα χαμηλώσει τους τόνους, θα συνεχίσει όμως να φανερώνει πως η τραγουδοποιία του γκρουπ έχει την ποιότητα να ξεχωρίσει στη χώρα του κλισέ, όπως είναι το πεδίο του μελωδικού hard.

Σχεδόν στο σύνολό τους τα τραγούδια του “Reach”, ακόμα και σε 2-3 μετριότερες στιγμές, έχουν έναν φρέσκο αέρα και έναν δυναμισμό πρωτοεμφανιζόμενης μπάντας. Με μικρές αποκλίσεις στο AOR ή στο μπλουζ, το μελωδικό hard των Tyketto ζωντανεύει μια άλλη εποχή και σχεδόν τη νομιμοποιεί σε μια ευγενική εκδίκηση για τις δυσκολίες του παρελθόντος. Το φινάλε του δίσκου με το εξαιρετικό “The Run” πιστοποιεί το γεγονός πως οι Tyketto δεν αποτελούν ένα νοσταλγικό καπρίτσιο κάποιων παρωχημένων μουσικών.

Η τελευταία κορώνα ανήκει δικαιωματικά στο πρώτο βιολί του άλμπουμ, τον απίθανο και σχεδόν άφθαρτο Danny Vaughn που σε αφήνει έκπληκτο με τη δύναμη της απόδοσής του: ένας ολοκληρωμένος πια τραγουδιστής που ακούγεται σαν το πάθος του και τα αποθέματα της νιότης του να παραμερίζουν ακόμα και την εμπειρία τόσων χρόνων. Ή μήπως είναι η εντύπωση από τη φωνή της δικαίωσης;

Τόσα χρόνια πια, από την πρόωρη κι άδικη ακύρωση του “Don’t Come Easy” να φτάνει “για πάντα νέος” στο “Reach”…

About Γιώργος Γεωργίου 521 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…