VAN DER GRAAF GENERATOR: “Do Not Disturb”

Περίπου μισό αιώνα συμπληρώνει η διαδρομή των παλαιμάχων πια Van Der Graaf Generator που ιδρύθηκαν στο Manchester το 1967…

Μισό αιώνα με διακοπές και ολική επαναφορά στη δισκογραφία και τη σκηνή από το 2005 με τη μορφή του τρίο: Peter Hammill φωνητικά και κιθάρες, Hugh Banton πλήκτρα και μπάσο, και Guy Evans τύμπανα.

Σε πείσμα του κυνικού κατεστημένου που σπρώχνει στον Καιάδα τους θρύλους του παρελθόντος που τολμούν να ξαναδοκιμάσουν, οι τρεις μουσικοί έδωσαν ουσία και νόημα στην επανεμφάνισή τους με εξαιρετικές δισκογραφικές παρουσίες που υποστηρίχτηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, με τη δέουσα ικανότητα επί σκηνής. Το φετινό “Do Not Disturb” είναι το τρίτο άλμπουμ της πρόσφατης περιόδου τους και το 13ο συνολικά. Οι ψίθυροι και τα σημάδια όμως σε στενή συνεργασία με τις ηλικίες των μουσικών αφήνουν την έντονη υπόνοια πως αυτό θα είναι και το κύκνειο άσμα τους.

Ανακρίνοντας τον αντίκτυπο του “Do Not Disturb” ως τώρα και με δεδομένη τη γνώση των τριών μουσικών για τον χρόνο που έχει απομείνει, το άλμπουμ καταδιώκει τη φιλοδοξία να γίνει το αποκορύφωμα των μουσικών διαδρομών και ιδεών μιας μακριάς καριέρας. Αυτό δεν σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με ένα πάζλ επανάληψης, αλλά αναμφισβήτητα οι μνήμες και το βάρος του παρελθόντος παίζουν το ρόλο τους. Από εκεί και πέρα η φλόγα της δημιουργίας είναι ακόμα εκεί και δεν διστάζει να δοκιμάσει τολμηρές μεταστροφές ακόμα και μέσα στο ίδιο τραγούδι.

Η υπέροχη ευγένεια του “Aloft” ανοίγει την αυλαία του άλμπουμ με διακριτικά βήματα μελωδικότητας που μεταφέρουν σταδιακά το τραγούδι σε διαφορετικές, σύνθετες  φόρμες και διαθέσεις. Ο κύκλος που διανύει το τραγούδι δίνει και το στίγμα της διάθεσης και συνθετικής λογικής του άλμπουμ. Οι μνήμες του 1972, όταν ο promoter Maurizio Salvadori ξεναγούσε τους VDGG στην Ιταλία με την “Alfa Berlina” του, διεγείρει την προσφιλή θεατρικότητα του Hammill σε ένα τραγούδι που περνά από χαρακτηριστικές μελωδίες σε πιο δυσνόητες κι ελεύθερες εκφράσεις. Η πλατιά παλέτα του γκρουπ χρησιμοποιείται χωρίς δισταγμούς σε ένα άλμπουμ που έχει τα υποβλητικά του ιντερλούδια όπως το όμορφο “Shikata Ga Nai”, όμως από την άλλη έχει και τα πιο δυναμικά και ρυθμικά “Forever Falling” και “(Oh No, I Must Have Said) Yes”, που περιέχουν επίσης μουσικές εκπλήξεις αποκλίσεων από την κύρια φύση τους.

Ένα βήμα πριν το τέλος, μια αξιοπρεπής πίκρα τυλίγει από την πρώτη στιγμή το “Almost the words” και είναι η μόνιμη άρνηση στο προφανές που προσφέρει ακόμα μια φορά μια πολυσύνθετη μουσική  έξοδο από το βάρος του συναισθήματος. Για το τέλος μένει το έρημο και γυμνό “Go”, ένα τραγούδι αποχαιρετισμού με πολλές πιθανές εκδοχές και πιο ισχυρή από όλες αυτή του αντίο των VDGG στο κοινό τους.

Σε μια απόπειρα συναισθηματικά φορτισμένη από την αφετηρία της, η ώθηση της σημασίας αυτής ακούγεται ικανή να σπρώξει τους συντελεστές στην υπερπροσπάθεια του τελευταίου αγώνα με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Αν το “Do Not Disturb” είναι η ταμπέλα που μόλις κρεμάστηκε στην κλειστή τους πόρτα και το “Go” το ταξίδι του οριστικού αποχαιρετισμού, τότε αυτό που μένει τελικά πίσω μαζί μας είναι η νοσταλγία του θαυμαστικού.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 389 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…