NICK CAVE & THE BAD SEEDS: “Skeleton Tree”

Το εξαιρετικό single “Jesus Alone” ήρθε σαν προάγγελος του Skeleton Tree αυξάνοντας κατακόρυφα το σασπένς για το ούτως ή άλλως πολυαναμενόμενο “Skeleton Tree”.

Από το “Push the sky away” (2013) δεν είχαν μεσολαβήσει μόνο τρία χρόνια. Είχαν επίσης μεσολαβήσει μία δυνατή live κυκλοφορία (live at KCRW) κι ένα εξαιρετικό soundtrack (Far from men ost – Nick Cave/Warren Ellis). Ακόμα, ένα αριστουργηματικό δραματοποιημένο documentary “20,000 days on earth”, κι ένα βιβλίο που γεννήθηκε από τις σημειώσεις που ο Nick (δεν είμαι ο μόνος που τον μνημονεύει κάποιες φορές κάνοντας χρήση μόνο του μικρού του ονόματος, σωστά;) κρατούσε πάνω στις χάρτινες σακούλες για τη ναυτία, κατά την διάρκεια πολύωρων πτήσεων από την μια πόλη στην άλλη (Sick Bag Song).

Και φυσικά είχε μεσολαβήσει το “One more time with feeling”, άλλο ένα ντοκιμαντέρ μέσα από το οποίο είχε ακουστεί μέρος του υλικού που περιλαμβάνεται στο “Skeleton key” (πόσοι από εμάς είχαμε όντως προλάβει να τo παρακολουθήσουμε, ωστόσο;).

Αυτό όμως που μεσολάβησε πρωτίστως  ήταν ένα πραγματικά θλιβερό γεγονός. Στις 14 Ιουλίου του 2015 η μοιραία πτώση του 15χρονου Arthur Cave από έναν βράχο και βύθισε την οικογένεια του αυστραλού καλλιτέχνη στο πένθος. Το συμβάν, σαν ορισμός της ειρωνείας εφαρμοσμένος στην πραγματική ζωή του τραγουδοποιού, θα τον  μετέτρεπε από μυθωδό σκοτεινών διηγημάτων, εφιαλτικών ονείρων και μαύρου χιούμορ, από ποιητή της γοτθικής μυθοπλασίας κι ανταποκριτή υγρών επικίνδυνων κόσμων που βρίθουν από σκιές και φαντάσματα, από βαμπιρικό αφηγητή φόνων και  θανάτου, σε μία μαριονέτα του πεπρωμένου, μια μορφή παραδομένη στις επιταγές του μοίρας, έναν ήρωα μιας ιστορίας σαν τις δικές του.

Ή κάπως έτσι θέλαμε να δούμε τα πράγματα εμείς οι αφοσιωμένοι του θαυμαστές; Μήπως, σαν άρνηση της τρωτής φύσης του θρύλου Nicholas Edward Cave, υποβιβάσαμε το όλον, ψυχαναγκαστικά, μετατρέποντας το σε ένα ακόμα ιστόρημα που ανήκει στην σφαίρα του φανταστικού;  Έστω και με μια δόση ενοχής, ας παραδεχτούμε ακόμη, ότι κάποιοι από εμάς περίμεναν μετά από έναν τόσο ισχυρό κλονισμό ένα αριστουργηματικό ελεγειακό album, τον ύστατο θρήνο του αγαπημένου gothic-rock ποιητή. Με την κυκλοφορία του “Skeleton key” δεκάδες διθυραμβικά, σχεδόν υμνητικά review με επίκεντρο τον αναμενόμενο θρήνο ενός πατέρα, αποτυπωμένου στο νέο του καλλιτεχνικό πόνημα, ξεπήδησαν σαν ήδη γραμμένα από καιρό. Θεωρώντας λοιπόν ότι το συγκεκριμένο θέμα έχει εξαντληθεί από εκείνα τα review θα επιχειρήσω μία άλλη προσέγγιση του album, μία απόπειρα ανάγνωσης του χωρίς περαιτέρω προεκτάσεις. Ξεκινώ λοιπόν και πάλι από την αρχή.

Το εξαιρετικό single “Jesus Alone” ήρθε σαν προάγγελος του Skeleton Tree αυξάνοντας κατακόρυφα το σασπένς για το ούτως ή άλλως πολυαναμενόμενο Skeleton Tree. Γραμμένο ήδη από το 2014 αποτελεί μια υπέροχη συνέχεια του ύφους αρκετών κομματιών του “Push the sky away” (πχ “Higgs Bosson blues” ή του “Water´s Edge”). Η στιχουργική του είναι ένα εξαίρετο δείγμα των αυθόρμητων, αυτοσχεδιαστικών λυρικών ικανοτήτων του Nick Cave ενώ μουσικά, στην επιβλητικά μονότονη ενορχήστρωση είναι έκδηλη η επιρροή του Warren Ellis.

Με τo πρώτο άκουσμα του υπόλοιπου “Skeleton key” μολαταύτα δεν κρύβω ότι σοκαρίστηκα. “Που είναι οι υπόλοιποι Bad Seeds;” ήταν μία από τις πρώτες μου σκέψεις. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα αρκετά διαφορετικό, δύσκολο album με απαίτηση του κατάλληλου mood και ίσως μιας πιο προσεκτικής παρατήρησης η οποία όμως αποζημιώνει με το παραπάνω αντικαθιστώντας σταδιακά την πρώτη, ξένη αίσθηση με την παραδοχή ότι έχουμε και πάλι μπροστά μας ένα πολύ καλό δισκογραφικό έργο.

Το “Rings of Saturn” χτίζεται σε μία στοιχειωμένη 80s ηχητική βάση που θα μπορούσε κάλλιστα να περιληφθεί στο soundtrack του επόμενου κύκλου του Stranger Things, ενώ “ξεκούρδιστα” φωνητικά περιγράφουν μια αλλόκοτη, σχεδόν άρρωστη pop μελωδία καθώς ο ερμηνευτής επιδίδεται σε μία σχεδόν ερωτική απαγγελία. Το “Girl in Amber” συνεχίζει να πατάει πάνω σε synths παρόμοιας αισθητικής (έγιναν κιόλας τόσο τρομακτικά ρετρό τα 80s; ) κι ο Nick απευθύνεται πλάγια στην Susie Bick, σύζυγο και μητέρα των διδύμων Earl & Arthour· στην φωνή του αλλά και στον στίχο (You kneel, lace up his shoes, your little blue-eyed boy, take him by his hand, go move and spin him down the hall) διακρίνεται τόσο η τρυφερότητα όσο και η νοσταλγία προηγούμενων, ευτυχισμένων στιγμών (ναι, κάποια σημεία γράφτηκαν ή ξαναγράφτηκαν μετά τον θάνατο του Arthour, και ναι, ίσως μεταφέρουν την οικογενειακή μετατραυματική ένταση, “don´t touch me”  στην επωδό).

Ένα μουσκεμένο κινηματογραφικό ηχητικό χαλί απλώνεται σε όλο το λευκό δωμάτιο του “Magneto”, του πιο υπαινικτικά βίαιου ποιήματος του έργου, παρά την σχεδόν υπνωτική μελοποίηση αυτό που κλείνει απότομα και χωρίς outro το τραγούδι είναι μια εικόνα από έναν “έναστρο ουρανό” σχηματισμένο από αιμάτινες κηλίδες στο ταβάνι (“We saw each other in half and all the stars have splashed and splattered ‘cross the ceiling”).  Το “Anthrocene” (Ανθρωπόκαινο) φαίνεται να είναι ενορχηστρωτικά  η πληρέστερη ως προς την παρουσία των παλιών Bad Seeds ηχογράφηση, στιχουργικά καταλήγει σε μία νύξη παρόμοια με εκείνη του “Higgs Boson Blues”, η ανθρώπινη δραστηριότητα ως φορέας εξέλιξης όχι μόνο δεν λυτρώνει τον άνθρωπο αλλά τον τοποθετεί ενίοτε ανήμπορο στο μέσο ενός εφιαλτικού κόσμου.  

To “I need you” θα επιστρέψει στις παλιομοδίτικες synth πλάτες και είναι ένα τραγούδι απώλειας, υποστηριζόμενος από χορωδιακά φωνητικά που συναντάμε και παλιότερα σε δίσκους των Bad Seeds, ο ερμηνευτής “ικετεύει” να κρατήσει μέσα στην καρδιά του κάποιον ή κάποια που έχει φύγει για πάντα. Με την συμμετοχή της Else Torp το προτελευταίο κομμάτι του δίσκου (“Distant Sky”) είναι αυτό που συνεχίζει να με προβληματίζει περισσότερο. Τα κλασικής αισθητικής φωνητικά της Torp ακούγονται αγγελικά και αψεγάδιαστα, όμως τοποθετημένα μέσα σε ένα γενικά ακατέργαστο δισκογραφικό εγχείρημα, κάποιες στιγμές με ξενίζουν τόσο ώστε να σκέφτομαι παλιές “οικογενειακές” ταινίες της Disney (ναι, ομολογώ την αμαρτία μου).

Το ομώνυμο “Skeleton Tree” έρχεται να κλείσει το album. Ηχητικά, φέρνει στο νου κάτι από το “The Good Son”(1990) και μοιάζει να ανακουφίζει λυτρωτικά την ένταση των προηγούμενων κομματιών (όπως με παρόμοιο τρόπο έκανε το “Death is not the end” στο “Murder Ballads”; ).

Είναι άλλη μία από τις φορές που ο Nick Cave καταφέρνει να μας εκπλήξει. Άλλη μία φορά που παραδίδει ένα άρτιο καλλιτεχνικά album, με αριστοτεχνικά χτισμένη ενιαία διάθεση και ατμόσφαιρα. Το ερώτημα του ποια θέση θα πάρει ανάμεσα στις υπόλοιπες δισκογραφικές δημιουργίες του είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να περάσει αρκετός χρόνος ώστε να απαντηθεί. Άλλωστε για τον καθένα χωριστά ο κάθε δίσκος του Nick Cave συνδέεται με άλλα συναισθήματα και συνειρμούς. Κι ίσως αυτό είναι που κάνει την αξιολόγηση του να μην έχει τελικά τόση σημασία.