MAYFAIR: “My Ghosts Inside”

Όταν οι Αυστριακοί μας είχαν ενημερώσει αρκετό καιρό πριν για τον τίτλο του επερχόμενου, τότε, άλμπουμ τους, η φαντασία μου είχε οργιάσει και με δεδομένο σημείο αφετηρίας το αριστουργηματικό “Schlage mein herz, Schlage…” του 2013 (το άλμπουμ που στην ουσία αποστόμωσε ολοκληρωτικά όσους τυχόν αναρωτιούνταν τι στο διάολο μπορούν να προσφέρουν οι Mayfair σε αυτή την δεκαετία), αλλά και το artwork του εξωφύλλου, περίμενα κάτι λυτρωτικά σκοτεινό, περισσότερο στριφνό και προσωπικό.

Ευσεβείς πόθοι; Τροχοδρομημένες προσδοκίες από τον προκάτοχο που ήδη έδειχνε στροφή σε αυτή την πορεία; Η εμπειρία των ζωντανών τους εμφανίσεων στο διάστημα που μεσολάβησε; Όλα αυτά μαζί;

Η αλήθεια είναι πως το “My Ghosts Inside” με παίδεψε αρκετά μέχρι να βγάλω άκρη μαζί του. Το είχα συντροφιά μαζί μου μήνες, μια το λάτρευα μια δεν ήθελα να ακούσω νότα. Αρνιόμουν πεισματικά να στείλω την παρουσίαση όσο πιεστικός κι αν είχε γίνει το τελευταίο διάστημα ο αρχισυντάκτης μου. Στην αρχή πίστευα πως έφταιγα εγώ και οι δύσκολες καταστάσεις που περνούσα την συγκεκριμένη περίοδο. Έπειτα όμως συνειδητοποίησα πως η ιδιορρυθμία της μπάντας περνά στο συγκεκριμένο άλμπουμ περισσότερο αφιλτράριστη από ποτέ. Αντιλήφθηκα πως οι 4 κεντροευρωπαίοι μας έδωσαν μια αμοντάριστη πόζα του καλλιτεχνικού τους γίγνεσθαι στο συγκεκριμένο παρόν χωρίς να σκάνε και ιδιαίτερα να το γυαλίσουν στην πορεία από ότι περαστικό και εφήμερο.

Κι αυτό είναι που κάνει το 5ο άλμπουμ των Mayfair να ξεχωρίζει, έτσι ακριβώς όπως καμιά άλλη τους δουλειά δεν έμοιαζε με τις προηγούμενες, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Αν το “Behind” χαρακτήριζε η σχεδόν διαστροφική προοδευτική ευστροφία του, το “Die Flucht” η απόκοσμη ατμόσφαιρά του, το “Fastest Trip To Cyber Town” ο ρομαντισμός κι η ανεμελιά, το “Schlage…” η μελαγχολία κι η εσωστρέφεια, η περίπτωση του “My Ghosts Inside” αδυνατεί να δηλώσει καθολικό στίγμα και χαρακτήρα, καθώς η ανομοιογένεια και ανισότητα αυτού του άλμπουμ είναι πραγματικά αφοπλιστική.

Εισαγωγή με το “Loss” και μόλις βρέθηκες ενώπιον ενός από τα πιο βαθιά κομμάτια που έχουν γράψει ποτέ οι Mayfair. Μελαγχολικό, έρπει κάτω από το δέρμα του ακροατή και τον στοιχειώνει για όση ώρα προσπαθεί να ακούσει και το υπόλοιπο δίσκο, προτρέποντας τον ενδόμυχα, σχεδόν ενοχλητικά να γυρίσει πίσω για ακόμη μια ακρόαση. Το “Loss” δένει απόλυτα το παρόν της μπάντας με το προηγούμενο άλμπουμ της και αν δεν είχε την διαφορετική προσέγγιση στην παραγωγή θα έλεγε κανείς ότι πιθανότατα η σύνθεση προέρχεται από εκείνη την περίοδο.

Το ομότιτλο κομμάτι που ακολουθεί βάζει την πρώτη σπαζοκεφαλιά. Κάπως επιτηδευμένα επιθετικό, σκόρπιες αναφορές στα ρυθμικά των Tool, κυρίως στην  γέφυρα, και κάποια πρώτα “χαμηλά” φωνητικά του Mariο διέλυσαν την άριστη ατμόσφαιρα που έχει καταφέρει να δημιουργήσει το “Loss”. Η συνέχεια με το “Desert” εξισορροπεί κάπως τα πράγματα σε μια σύνθεση με έντονα εσωστρεφή χαρακτήρα στο ύφος και τους στίχους, αλλά και μοναδική ερμηνεία του Mario, άκρως υποκριτική και πλήρως μεταβαλλόμενη κατά την εξέλιξη, από σχεδόν θρηνητικά μουρμουρητά σε σκληρά “φωνητικά” και σπαραχτικούς λαρυγγισμούς.

To “Blinded By Your Light” ανοίγει την πόρτα και τραβάει τον δικό του ξεχωριστό δρόμο, μπερδεύοντας την κατάσταση ακόμη περισσότερο ως προς το συνολικό ύφος. Μινιμαλιστικό ως προς την δομή του και ελαφρύ ως προς την διάθεση, μετά από αρκετές ακροάσεις κολλά στο tracklist όπως η σκόνη στην οθόνη του υπολογιστή. Στο “When Angels And Demons Meet” οι Mayfair αποπειράθηκαν να δώσουν κάτι επίσης εντελώς διαφορετικό. Σχετικά μεγάλο σε διάρκεια κομμάτι (κάτι πάνω από 6 λεπτά), με Γερμανικό στίχο να περικυκλώνει τα Αγγλικά του ρεφρέν. Ενδιαφέρουσα δομή, ταξιδιάρικη μελωδία στην κιθάρα του Rene, εξέλιξη με κοφτό mid tempo riffing και brutal φωνητικά του Mario που δεν ακούγονται τόσο πετυχημένα όσο στο “Desert” αν και είμαι βέβαιος πως εξυπηρετούν το σκοπό του θέματος του κομματιού στην προσπάθεια να προσδώσουν περισσότερη θεατρικότητα.

Το “Our Fire Starts Here” είναι ένα φίνο πρελούδιο που δεν διαρκεί ούτε 1μιση λεπτό, αποτελεί όμως ένα από τα σημεία του δίσκου που μου άρεσαν ιδιαίτερα ως προς το ύφος, ιδιαίτερα η απαγγελία των στίχων στο τελείωμα με το όμορφο μουσικό χαλί της μπάντας από πίσω. Το “Ghostrider” (ή “Γκουστραιντερ” όπως το προφέρει ο Mario) αποτελεί την πιο γκρουβάτη στιγμή του δίσκου με έναν αέρα που φέρνει στο μυαλό κάτι από Αμερικανικό Νότο τη μια στιγμή, ενώ την επομένη νομίζεις πως ασφυκτιάς από οξυγόνο καθώς ανεβαίνεις στην κορυφή του Γκροσγκλόκνερ.

Το “Boom” δεν μου είπε προσωπικά απολύτως τίποτα. Ήταν μάλιστα και αρκετά ενοχλητικό στις επαναλήψεις των ακροάσεων και από τα κομμάτια που πλέον πηδάω όταν θέλω να ακούσω το “My Ghosts Inside”. Αυτή η μπαλαντοειδής προσέγγιση της country είναι κάτι που μπορώ να τους συγχωρήσω, αλλά ελπίζω να μην αποπειραθούν ξανά. Και πώς να μην τους συγχωρήσει κανείς όταν ακολουθεί το “Andermal”, ένα από τα highlight (μαζί με το “Loss”) που σε κάνει στο τέλος της ακρόασης να αναρωτιέσαι γιατί δεν κινήθηκαν περισσότερο προς αυτή την πτυχή τους. Κι εδώ έχουμε μπαστάρδεμα (ή μπόλιασμα αν προτιμάτε) της Γερμανικής και της Αγγλικής, καθόλου πρωτόγνωρο άλλωστε αυτό για τον Mario (που γράφει και τους στίχους των κομματιών). Ο πειραματικός χαρακτήρας του κομματιού με στέλνει σε δυνητική εσωτερική περιδίνηση κάθε φορά που το ακούω. 

Το “Schrei Es Raus”, με εξολοκλήρου Γερμανικό στίχο, είναι ένα ακόμη από τα δυνατά χαρτιά του άλμπουμ, με χαρακτήρα και προσωπικότητα που εκτοπίζει με το καλλιτεχνικό του ειδικό βάρος πολλά από τα φερόμενα ως νεοπροοδευτικά συγκροτήματα που αναμασούν συνταγές που πλέον έχουν κουράσει, χωρίς να υπηρετούν ουσιαστικά την τέχνη της μουσικής. Η 5η δισκογραφική απόπειρα των Mayfair ρίχνει αυλαία με το “Until We Meet Again”, ένα αποχαιρετιστήριο αργό κομμάτι με όχι δυνατό replayability παρά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. 

Ναι, το “My Ghosts Inside” είναι ένα γνήσιο παιδί των Mayfair και θα συνεχίσει την μουσική τους παράδοση όπως οι προκάτοχοί του. Δεν είναι ο καλύτερος τους δίσκος, απέχει πολύ από αυτό, δεν είναι καν καλύτερος από το “Schlage…”, κι αυτό νομίζω πως οφείλεται στην έλλειψη συνοχής που έγραψα και στην αρχή. Σίγουρα δεν είναι το σκοτεινό άλμπουμ που προσδοκούσα (χωρίς αυτό να είναι αρνητικό) αλλά δεδομένου αυτού νομίζω πως δεν είναι κατάλληλο και το εξώφυλλο που επέλεξαν. Η παραγωγή κάνει το αποτέλεσμα να ακούγεται λίγο πιο ρηχό συγκριτικά με ότι άλλο έχουν κάνει και σίγουρα το μπάσο θα σήκωνε να βρίσκεται λίγο πιο μπροστά από ότι ακούγεται σε μια (για ακόμη μια φορά) απολαυστικότατη δουλειά στο ρυθμικό μέρος από το δίδυμο Johannes – Jolly.

Όσα κομμάτια από το δίσκο ακούσαμε ζωντανά στο warm up του Up The Hammers XI fest πριν λίγο καιρό, ακούγονταν πολύ πιο ολοκληρωμένα με περισσότερο όγκο, οπότε αυτό νομίζω πως είναι ένα θέμα που θα πρέπει να ρυθμίσουν καλύτερα την επόμενη φορά που θα μπουν στο στούντιο.

To μόνο σίγουρο είναι πως και αυτό το άλμπουμ ξεδιπλώνει τις χάρες του μέρα με την μέρα, απλά δεν κάνει τόσο καλή πρώτη εντύπωση όσο τα προηγούμενα. Κατανοώ όσους θα τους “αφορίσουν” μετά από μόλις 1-2 ακροάσεις, αλλά ταυτίζομαι με εκείνους που θα συμπεριλάβουν το “My Ghosts Inside” στις λίστες τους με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς…

Υ.Γ.1 Μόλις έσπασα το προσωπικό μου ρεκόρ εκτενέστερης δισκοπαρουσίασης,

Υ.Γ.2 Θέλω να αφιερώσω αβάδιστα, απονήρευτα τους στίχους από το “Our Fire Starts Here”, στον πιο υπομονετικό αρχισυντάκτη του ηλιακού μας συστήματος:

ONCE I THOUGHT THAT GOD WILL NOT SAVE ME YOUR RED BLOOD IS RUSHING THROUGH MY VEINS OH I REALLY NEED YOUR ATTENTION WILL YOU TIE ME UP OR LEAVE ME AGAIN I΄M LOST IN YOUR SEA DO WE ALWAYS NEED A RESULT CAN THINGS NOT JUST HAPPEN IF WE ARE FACING IN THE RIGHT DIRECTION ALL WE HAVE TO DO IS KEEP ON WALKING.

Ιωάννης Φράγκος
About Ιωάννης Φράγκος 350 Articles
Όταν δεν κυνηγάει το crew του Rockway για τα deadline των άρθρων, θα τον βρεις να σπινάρει δίσκους από τους κλασικούς της συμφωνικής μουσικής στους κλασικούς του 80’s Us metal, από το goth rock στο prog rock και metal. Έχει ένα φετίχ να καταγράφει στην κάμερά του μουσικές ιστορίες κι όλο και κάποιο σχετικό project τον περιμένει για επεξεργασία στον υπολογιστή του. Λατρεύει το διάβασμα, τον πλαστικομοντελισμό, τα videogames και το vegan φαγητό.