Video Tribute: CARCASS

Στον χώρο του death/grindcore/melodic death metal είναι ελάχιστες οι μπάντες που είπαν τόσα πολλά (και επηρέασαν τόσους πολλούς) με τόσες λίγες κυκλοφορίες, μόλις 6 από το 1985 που πρωτοσχηματίστηκαν με την ονομασία τότε Disattack.

Οι Bill Steer(κιθάρα) και Ken Owen(τύμπανα) δημιουργούν εκείνη τη χρονιά και υπό αυτό το όνομα, το demo “A Bomb Drops…”. 

Μετά την ηχογράφηση του, τον Μάρτιο του 1986, εισχωρούν στην μπάντα οι Jeff Walker(μπάσο και φωνητικά αργότερα) από τους Electro Hippies και Sanjiv(φωνητικά). Το 1987 υιοθετούν το όνομα με το οποίο έμελε να γίνουν ευρέως γνωστοί και τον εκείνο τον Απρίλη ηχογραφούν το demo “Flesh Ripping Sonic Torment”, το οποίο αποτέλεσε την πρώτη και τελευταία συμμετοχή του Sanjiv στο σχήμα, από το οποίο αποχωρεί λίγο μετά.

Οι 3 μουσικοί που έχουν απομείνει να συνθέτουν τους Carcass, ηχογραφούν τον ίδιο έτος το πρώτο τους πλήρες άλμπουμ με τίτλο “Reek Of Putrefaction” o οποίος κυκλοφορεί μέσω της Earache τον Ιούλιο του 1988. Σε μια εποχή που οι περισσότερες μπάντες του είδους επικέντρωναν την στιχουργική τους σε κοινωνικοπολιτικά θέματα, τον αποκρυφισμό και την βία, οι Βρετανοί παρουσίασαν ένα μοναδικό συνδυασμό του splatter/gore με ιατρικές ορολογίες και ανάλυση της ανθρώπινης ανατομίας. Μια ερμηνεία σε αυτή την θεματολογική εμμονή τους είναι ότι σαρκάζουν κατά κάποιο τρόπο το όλο θέμα με τις σφαγές των ζώων, εξωτερικεύοντας όλη την οργή και καταπίεση που νιώθει όποιος βιώνει τον vegetarian τρόπο ζωής (οι Jeff και Bill είναι vegans). Το artwork, όπως και στις επόμενες δουλειές τους, αποτέλεσε σημείο αντιδράσεων και λογοκρίθηκε, ωθώντας την μπάντα σε ακόμη μεγαλύτερες πωλήσεις. Το μακάβρια πρωτότυπο εξώφυλλο συνέθετε ένα κολάζ φωτογραφιών από αυτοψίες ιατρικών ημερολογίων. Η επανακυκλοφορία του 1994 είχε καθαρό εξώφυλλο, ενώ το 2002 το άλμπουμ ξανατυπώθηκε με ένα λογοκριμένο εξωτερικό κάλυμμα αυτή την φορά, στο οποίο και αναγραφόταν πως περιείχε στο εσωτερικό το αυθεντικό artwork. Το 2008 κυκλοφορεί ξανά (στα πλαίσια επανασύνδεσης της μπάντας) περιέχοντας και το demo “Flesh Ripping Sonic Torment”, ενώ το συνοδευτικό dvd περιείχε το πρώτο μέρος ενός documentary με τίτλο The Pathologist’s Report και το οποίο συνεχίστηκε τμηματικά στις επανακυκλοφορίες των επόμενων στουντιακών κυκλοφοριών του γκρουπ. Το 12πάνελο digipack αυτής της επανακυκλοφορίας ήταν σφραγισμένο μέσα σε “ιατρικό σακίδιο” με αυτοκόλλητο, προκειμένου να κρυφτεί το αμφιλεγόμενο εξώφυλλο.

Το “Reek…” έφτασε το Νο6 στα Βρετανικά indie charts, καθιερώνοντας τους Carcass στους πρωτοπόρους της grindcore σκηνής. Οι ηχογραφήσεις κράτησαν μόλις 4 ημέρες και πραγματοποιήθηκαν στα Rich Bitch studios στο Birmingham. Σύμφωνα με δηλώσεις του Bill Steer, o μηχανικός ήχου των studio κατέστρεψε το άλμπουμ, ειδικά τα κανάλια των τυμπάνων. Με ελάχιστες ώρες μίξης στην διάθεση τους, οι Carcass πιέστηκαν να κυκλοφορήσουν το LP όπως ήταν, προκειμένου να προλάβουν το deadline της δισκογραφικής (Earache), μένοντας κάθε άλλο παρά ευχαριστημένοι καθώς τα προβλήματα τους δεν είχαν τελειώσει. Κατά την κοπή των βινυλίων διαπιστώθηκε πόσο χαμηλές συχνότητες είχε το μπάσο από το master που στάλθηκε στο εργοστάσιο, καθώς σε στιγμές έφταναν τα 25 Hz. Αυτό τους ανάγκασε να χαμηλώσουν τις στάθμες έντασης προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να γίνει ο δίσκος ακατάλληλος για ακρόαση σε υψηλότερες στάθμες.

Στις 13 Δεκεμβρίου του 1988 δέχονται την πρόσκληση του γνωστού μουσικού παραγωγού John Peel στα studio του BBC όπου και ηχογραφούν 4 κομμάτια, τα οποία καταλήγουν στο ep “The Peel Sessions”, ενώ τα τραγούδια θα μεταδοθούν τον Ιανουάριο του 1989. Το τρίο είχε παρουσιαστεί ως Embalmer (Steer), J. Offalmangler (Walker) και K. Grumegargler (Owen).

To 2o LP των Carcass (αγαπημένο του Michael Amott από την μπάντα) κυκλοφόρησε στις 4 Δεκεμβρίου 1989 με τίτλο “Symphonies Of Sickness”, ευτυχώς με κατά πολύ βελτιωμένη παραγωγή (λέγε με Colin Richardson). Για την προώθηση αποτέλεσαν μέρος της περιοδείας “Grindcrusher” δίπλα στους Bolt Thrower, Morbid Angel και Napalm Death. Χωρίς να ξεφεύγουν ουσιαστικά από το ιδίωμα του goregrind, ο ήχος τους αρχίζει να αποκτά διακριτά χαρακτηριστικά και από τον χώρο του death metal. Μεγαλύτερα σε διάρκεια τραγούδια, με περισσότερα αργά περάσματα και κιθαριστικά σόλο. Μια άλλη αλλαγή είναι η εισαγωγή της δίκασης στο drumkit του Owen που επέτρεψε και τα κομμάτια να έχουν αντίστοιχο χαρακτήρα. Μάλιστα, όπως έχει πει ο Walker, αυτός υπήρξε και από τους βασικούς λόγους που ο Steer πήρε πιο σοβαρά τους Carcass εγκαταλείποντας τους Napalm Death. Το Φεβρουάριο του 2009 το “Symphonies…” θα φτάσει στο Νο4 της λίστας του Terrorizer με τα απαραίτητα ευρωπαϊκά grindcore άλμπουμ. Και αυτή τους η δουλειά θα ακολουθήσει αντίστοιχη πορεία λογοκρισίας, αλλά και επανακυκλοφοριών με τον προκάτοχο του.

Τον Μάρτιο του 1990 η προσθήκη του κιθαρίστα Michael Amott αποτελεί γεγονός, όπως και η περιοδεία στην Γερμανία, με τους Atrocity να ανοίγουν τις εμφανίσεις τους εκεί. Με την φόρα που είχε πάρει η μπάντα, η επόμενη δισκογραφική τους δουλειά δεν έδειχνε να είναι μακριά και πράγματι, το φθινόπωρο του 1991 κυκλοφορούν το “Necroticism – Descanting The Insalubrious” με το οποίο ξεπέρασαν σε πωλήσεις τα 100.000 αντίτυπα παγκοσμίως. Στιχουργική πρόκληση γι’ακόμη μια φορά, καθώς η μπάντα μέσω των κομματιών της πρότεινε οικονομικούς τρόπους για την διαχείριση και διάθεση των … πτωμάτων. Οι Ken Owen και Jeff Walker θα απαρνηθούν τον χαρακτηρισμό του άλμπουμ ως grindcore και παρότι δέχονται την ύπαρξη death metal στοιχείων, οι ίδιοι προτιμούν να αναφέρονται σε αυτή τη δουλειά περιγράφοντας τη ως progressive. Με την αλήθεια να μην βρίσκεται μακριά από αυτή την δήλωση, το 2005 το άλμπουμ μπαίνει καταλαμβάνει την θέση 294 στο βιβλίο του περιοδικού Rock Hard με τα 500 καλύτερα rock και metal άλμπουμ όλων των εποχών. 

Στις αρχές του 1992 περιοδεύουν στο Μεξικό μαζί με τους Cenotaph, Deadly Dark και Hardware για να ακολουθήσει το ίδιο έτος η κυκλοφορία του ep “Tools Of The Trade” και η Βρετανική, αυτή τη φορά, περιοδεία ως support στους θεούς Death. H χρονιά έκλεισε με την συμμετοχή τους στην περιοδεία της Earache “Gods Of Grind” μαζί με τους Cathedral, Entombed και Confessor. 

To 1993 οι Carcass θα ηχογραφήσουν το “Heartwork” στα Parr Street studios, με τον ήχο τους να επεκτείνεται σαφώς σε πιο κλασικές heavy metal φόρμες φλερτάροντας, παράλληλα και εντονότερα από ποτέ, με το μελωδικό death, ενώ στιχουργικά αρχίζουν να απομακρύνονται από το βαθύ κλινικό gore των προηγούμενων κυκλοφοριών. Με την καλύτερη (ως τότε τουλάχιστον) παραγωγή που γνώρισε δισκογραφική δουλειά τους, καταφέρνουν για πρώτη φορά να μπουν στα charts της χώρας τους, ενώ ο Steer το έχει χαρακτηρίσει ως το αγαπημένο του δίσκο της μπάντας. Το “Heartwork” είναι ένας πολύ τεχνικός δίσκος και τα κομμάτια που το απαρτίζουν διακρίνονται για τα στιβαρά ρυθμικά τους μέρη, αλλά και την λιτή κατά τα λοιπά δομή τους. To εξώφυλλο του άλμπουμ απεικονίζει ένα γλυπτό έργο του H. R. Giger με τίτλο “Life Support 1993” και αποτελούσε μια νέα εκδοχή έργου του από τις αρχές του 1960. Με αυτό το δίσκο οι Carcass δίχασαν τους οπαδούς τους ανάμεσα σε αυτούς που διαμαρτύρονταν επειδή η μπάντα δεν έπαιζε πλέον death metal και σε αυτούς που εκτίμησαν το τεχνικό παίξιμο που παρουσίασαν οι 4 μουσικοί. 

Το 1993 υπήρξε όμως και η χρονιά που ο Amott αποχώρησε από τους Carcass, λίγο μετά τις ηχογραφήσεις του “Heartwork”, για να δημιουργήσει τους Spiritual Beggars και τους Arch Enemy. Την θέση του κάλυψε ο Mike Hickey ο οποίος τους ακολούθησε στην περιοδεία στην Μ. Βρετανία το Δεκέμβριο του 1993, ενώ συνέχισαν τις ζωντανές εμφανίσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη και ΗΠΑ για την προώθηση του δίσκου. Με τις πωλήσεις να έχουν ξεπεράσει τα 50.000 αντίτυπα μόνο στην Αμερική υπογράφουν στην Columbia. Τον Ιούνιο του 1994 ο Hickey αντικαταστάθηκε από τον Carlo Regadas,  ενώ στα τέλη του 1995 (και εν αναμονή της κυκλοφορίας του επόμενου full length με τίτλο “Swansong”) ο Walker περιοδεύει προσωρινά με τους Year Zero. Το Νοέμβριο η Columbia τους απορρίπτει, διακόπτοντας την συνεργασία μαζί τους, γεγονός που οδήγησε στην αποχώρηση του Bill Steer.

Τελικά το “Swansong” (link review) θα κυκλοφορήσει και αυτό από την Earache, αλλά η απουσία του Steer οδηγεί τα εναπομείναντα μέλη να μετονομαστούν σε Black Star (με την προσθήκη του Mark Griffiths στην κιθάρα), επισημοποιώντας την διάλυση των Carcass. Μουσικά το “Swansong” ακολουθεί το μελωδικό death χαρακτήρα της μπάντας, τον οποίο ανέδειξε το “Heartwork”. Το artwork του δίσκου είναι μια παραλλαγή του “Unfinished Pyramid Et Al” από τη Μέγα σφραγίδα των ΗΠΑ, στην οποία αναγράφεται “Carcass” αντί για “Annuit coeptis”, “somnus pecunia cibus” αντί για “novus ordo seclorum” και “MCMXCV” αντί για “MDCCLXXVI”. Το άλμπουμ έφτασε στην θέση 33 των Φινλαδικών και στην θέση 46 των αμερικανικών, charts. 

Η επανασύνδεση των Carcass πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2007 με την συμμετοχή τους στο Wacken και το Tuska Open Air Metal festival της Φινλανδίας το 2008. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους και με την σύνθεση Steer, Walker, Amott και Owen περιοδεύουν παίζοντας σε Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά φεστιβάλ, ενώ παράλληλα η Earache επανακυκλοφορεί όλη την δισκογραφία τους. Τα επόμενα 2 χρόνια τους βρίσκουν να δίνουν ακόμη περισσότερες ζωντανές εμφανίσεις σε μεγάλες διοργανώσεις και το 2012 ξεκινούν ηχογραφήσεις για το 1ο άλμπουμ μετά το 1996. Οι Amott και Owen αποχωρούν στα τέλη της ίδιας χρονιάς, με τον Daniel Wilding να αναπληρώνει την θέση του δεύτερου. 

Τον Μάρτιο του 2013 και μετά την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων, την 2η κιθάρα θα αναλάβει ο Ben Ash. Το συμβόλαιο με την Nuclear Blast (καθώς και με την Trooper Entertainment για την Ιαπωνική έκδοση) ήρθε 2 μήνες αργότερα. Η τελική κυκλοφορία πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβρη του 2013 με το “Surgical Steel” (link review)να μπαίνει στην 50άδα σε Βρετανία και ΗΠΑ, αλλά και στην 10άδα σε Φινλανδία και Γερμανία. Ακολούθησε η περιοδεία “Defenders Of The Faith” μαζί με τους Amon Amarth και τους Hell.

* Τώρα, επιστρέφουν για μια ακόμη φορά στην Ελλάδα, για δύο συναυλίες σε Θεσσαλονίκη (Pricipal Club Theatre) και Αθήνα (Gagarin 205). Στη Θεσσαλονίκη μαζί τους οι Head Cleaner, ενώ στην Αθήνα τη συναυλία θα ανοίξουν οι Chronosphere και Mortal Torment.

196