SANCTUARY: "Refuge Denied"

Seattle 1987.

Ο Gary Payton και Shawn Kemp δεν έχουν υπογράψει ακόμα στους Supersonics, ενώ η λαίλαπα του μισητού grunge έχει ήδη ξεκινήσει να πριονίζει ύπουλα το κραταιό θρόνο του Heavy Metal. Τότε λοιπόν σε κάποιο ξενοδοχείο της περιοχής ο Dave Mustaine μαζί με τα υπόλοιπα μέλη των Megadeth παρτάρουν ύστερα από ένα live που έδωσαν εκεί κοντά. Μαζί τους στο ξενοδοχείο πήγαν και κάποια μέλη των Sanctuary που κάπου ανάμεσα στις διάφορες καταχρήσεις έδωσαν στον Dave το demo τους που είχαν κυκλοφορήσει πριν ένα χρόνο ώστε να το ακούσει. Ο Mustaine ενθουσιάστηκε τόσο με αυτά που άκουσε και προσφέρθηκε να αναλάβει τη παραγωγή του Refuge Denied. Κάπως έτσι γεννήθηκε τούτο εδώ το διαμαντάκι.

Οι Sanctuary αποτελούνταν τότε από τους Dane, Blosl, Rutledge, Sheppard και Budbill. Σύνθεση την οποία συναντάμε και σημερα με μοναδική αλλάγη τον Brad Hull, ο οποίος έχει αντικαταστήσει στις κιθάρες τον Sean Blosl.

Η ηχογράφηση του “Refuge Denied” έλαβε χώρα στο Seattle στα Steve Lawson studios, ενώ η τελική μίξη στο Los Angeles. Το artwork το επιμελήθηκε ο Ed Repka, γνωστός απο τη δουλειά σε μπάντες, όπως οι Death, Toxik, Megadeth και πολλές ακόμα (ο Ed είναι υπεύθυνος και για τα εξώφυλλα των δικών μας Suicidal Angels).

Αν η αρχή θεωρείται το ήμισυ του παντός το “Battle Angels” που ανοίγει το δίσκο επιβεβαιώνει με τον πιο τρανταχτό και εμφατικό  τρόπο τη παραπάνω ρήση. Ήχος που στο μυαλό κάθε μεταλά λειτουργεί σαν το ναρκωτικό που μέρα με τη μέρα αυξάνει την εξάρτησή του απο αυτό. Refrain να το πιείς σε ποτήρι, κλασικός Priest ήχος, μπολιασμένος με αρκετά thrash στοιχεία και έναν Warrel σαλεμένο να οργιάζει στις υψηλές οκτάβες. Τόσο πολύ που έπαθε ένα ατύχημα στη φωνή του μετά τον δίσκο και απο τότε δεν ξανατραγούδησε σε αυτά τα τόσο υψηλά επίπεδα. Τα ουρλιαχτά αντικαταστάθηκαν απο τη θεατρικότητα και το βάθος φωνής και αυτό δεν χάλασε κανέναν. Εντάξει οκ, κάποιους μας χάλασε έστω και λίγο.

Το “Termination Force” που ακολουθεί περιλαμβάνει τα πάντα. Μελωδική εισαγωγή που στη συνέχεια δίνει χώρο στις κιθάρες να ξετυλίξουν το δικό τους κουβάρι. Αρκετές εναλλαγές ταχυτήτων με τον Warrel να δένει με αστείρευτο πάθος όλα τα κομμάτια του puzzle. “Die for my sins” και στα πρώτα δευτερόλεπτα είσαι σίγουρος ότι τέτοιο ήχο έχεις ξανα-ακούσει σε έναν δίσκο που λέγεται “Screaming for Vengeance”. Σύνθεση ύμνος. Εκπληκτικά riff καλπάζουν χωρίς σταματημό. “Die for me Die for my sins for I have seen” ουρλιάζει ο μεγάλος. 

Tα “Soldiers of steel” και “Sanctuary” συνεχίζουν να κρατάνε το πήχη σε πολύ υψηλά επίπεδα. Σκοτεινές συνθέσεις με μπόλικη τεστοστερόνη. Κάποια διάσπαρτα και αρχέγονα progressive στοιχεία ξεμυτίζουν απογειώνωντας ακόμα περισσότερο τις συνθέσεις.         

Αδύνατη στιγμή δεν θα βρεί κανείς στο δίσκο. Μέχρι και η διασκευή του “White Rabbit” των Jefferson Airplane που ακολουθεί και θα μπορούσε να θεωρηθεί εκτός κλίματος ενσωματώνεται στο σύνολο με τρόπο τη κάνει αναπόσπαστο κομμάτι του.

Για τη συνέχεια “Ascension to destiny”. Για ποιά μοίρα να μιλήσουμε όταν τα ώτα μας ακούνε τέτοια πράγματα όμως. Εκπληκτική δουλειά στις κιθάρες και ένας Warrel πιο metal πεθαίνεις. 

Το “The third war” αποτελεί τη πιο straight-forward σύνθεση του δίσκου. Δεν αφήνει χώρο για παρερμηνeίες. Καλπάζον ρυθμός με τα κοφτά riff να ωθούν τον ακροατή σε ακατάσχετο head-banging. Προσωπικά στα δύο αγαπημένα του δίσκου μαζί με το “Die for my Sins”.

Για σβήσιμο έχουμε το “Veil of Disguise”. Θεατρικότατη και ανατριχιαστική σύνθεση για την οποία το μόνο που θα πω είναι ότι έδειξε το τι θα ακολουθούσε. Η πιο Nevermore σύνθεση. Όποιος καταλάβει κατάλαβε.    

Συμμαζεύοντας τη κατάσταση, αυτο που έχω να πώ είναι πως η δύναμη του δίσκου βρίσκεται στην αυτοπεποίθηση που αποπνέει. Από το πρώτη έως και τη τελευταία νότα του. Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα ερχόταν αν ο καθένας στο group δεν έδινε το 110% που θα μπορούσε να δώσει. Εμπνευσμένες συνθέσεις γεμάτες ενέργεια που ζωγραφίζουν σε διάφορα μοτίβα. Σκοτεινές επι το πλείστον, άλλοτε με τις ταχύτητες ανεβασμένες και άλλοτε mid-tempo. Ένας δίσκος απλά Heavy με τα όλα του. 

Μοναδική παραφωνία η παραγωγή του δίσκου. Θα μπορούσε σίγουρα να ήταν καλύτερη, αλλά και πάλι με αυτή την παραγωγή ακούσαμε πρώτη φορά το δίσκο και με αυτή τον αγαπήσαμε. 

Όχι ο καλύτερος δίσκος του Heavy Metal, αλλά σίγουρα ένας δίσκος HEAVY METAL που δεν πρέπει να λείπει απο καμία δισκοθήκη. Καμία όμως!

Μεταλόνια μου, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Ραντεβού σε λίγες μέρες στο Gagarin όπου θα έχουμε τη τιμή να δούμε απο κοντά το συγκρότημα ύστερα απο την επανασύνδεση του το 2010 και έχοντας κυκλοφορήσει πρίν κάτι λίγους μήνες τη δισκάρα “The year the sun died”. ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

“You’ll all fall on your knees, and hail to the our dawn
  Crawl on your knees, the slaughter is on”