Rockway gr

VOIVOD Featured

Το νόημα μιας αλληλουχίας βρίσκεται στο τέλος της, καθώς εκείνη τη μοναδική για την πορεία στιγμή είναι δυνατό, με τα αισθητήρια όργανα, ο άνθρωπος που τη δημιούργησε να ατενίσει επιτέλους το αποτέλεσμα. Στον υπολογιστή είναι εύκολο, απλά «τρέχεις» μια σειρά από εντολές. Στην πραγματική ζωή ωστόσο, χρειάζεσαι χώρο και χρόνο, έννοιες αλληλένδετες αλλά και ολίγον τι… σχετικές.

Αισθάνομαι μεγάλη ευτυχία που η ροή μου συνέπεσε με αυτή της διάρκειας των Voivod, για δύο βασικούς λόγους. Επειδή θα έχω την ευκαιρία να τους απολαύσω ζωντανά σε μερικές μέρες κοντά και επειδή μπορώ με τα σύγχρονά μου μέσα να ατενίσω μία πρόοδο σχεδόν σαράκοντα (για την ακρίβεια, τριάκοντα και πέντε) χρόνων. Δε γίνεται να χρησιμοποιήσω άλλη λέξη, αφού, από το 1984 και το “War and Pain” LP τους, το συγκρότημα από το Jonquière του Quebec δε σταμάτησε να προχώρα μπροστά ούτε στιγμή.

Χωρίς να επιτρέπουν σε οποιοδήποτε είδος να περιορίζει την άποψή τους στην τέχνη, χρησιμοποίησαν το τότε «εύφορο» έδαφος του thrash και εγκαθίδρυσαν την παρουσία τους επάξια στο φάσμα της προοδευτικής μουσικής, ειδικά από το 1987 και μετά. Τυπικά (και μόνο, τουλάχιστον για εμένα) ανήκουν στους λεγόμενους Big 4 του καναδικού θρᾱς, μαζί με τους Annihilator, Razor και Sacrifice, αλλά τα ηχοτόπια που εξερευνούν κάνουν τη συμμετοχή τους στο κουαρτέτο τιμής ἓνεκα –λόγω του ντεμπούτου.

Οι Dennis “Piggy” D’Amour (κιθάρα), Denis “Snake” Bélanger (φωνητικά) και Jean-Yves “Blacky” Thériault (μπάσο) υπήρξαν τα ιδρυτικά μέλη των Voivod, ενώ σύντομα τους ακολούθησε και ο Michel “Away” Langevin (τύμπανα). Μέχρι το 1983 είχαν κυκλοφορήσει μόνο το “Anachronism” demo τους, το οποίο ηχογραφήθηκε ζωντανά (κρατήστε το αυτό) και περιείχε ορισμένα κομμάτια από το πρώτο τους άλμπουμ που κυκλοφόρησε την αμέσως επόμενη χρονιά, αλλά κυρίως διασκευές σε Venom, Budgie αλλά και άλλους καλλιτέχνες.



Το “War and Pain” είναι μια ηχηρή δήλωση με τους στίχους του να στοχεύουν τα τεκταινόμενα του Ψυχρού Πολέμου, και κάποια σήματα κατατεθέν στη σύνθεση να κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά σε καμία περίπτωση δεν προανήγγειλε τη δημιουργική έκρηξη (του Piggy, κυρίως, καθώς τότε ήταν ο μόνος μουσικά καταρτισμένος, ξεκινώντας στα εννιά του από βιολί!).

Η πρώτη δισκογραφική απόπειρα της μπάντας απέφερε καρπούς,(40.000 αντίτυπα έως το επόμενο checkpoint το οποίο ήταν) δύο χρόνια αργότερα, το 1986, όποτε και ήταν έτοιμοι, μεταπήδησαν από τη Metal Blade και την Roadrunner στις Noise και Combat, και μας σέρβιραν το αβυσσαλέο (όπως και ο τίτλος του) “Rrröööaaarrr”. Ειδικά στις φωνητικές ακροβασίες του “Ripping Headaches” διαγράφεται όμορφα το περίγραμμα του εξαιρετικού “Killing Technology, το οποίο ακολούθησε μόλις ένα χρόνο αργότερα.

Κυκλοφόρησε το 1987 και αποτελεί κομβικό σημείο για την εξέλιξη του συγκροτήματος, αφού είναι το τελευταίο άλμπουμ στραμμένο προς τη σκληρότερη πλευρά του συγκροτήματος. Ενώ φοράει περήφανα τις hardcore (και μια ολιά crossover –βλέπε “This Is Not An Exercise”) επιρροές του, τα καλπάσματα του Away και οι κιθαριστικές «ατασθαλίες» του Piggy (αισθάνομαι ότι ποτέ στη ζωή του δεν έπαιξε τη «λάθος» νότα), ειδικά στα “Forgotten In Space” και “Tornado”… εντάξει, δε θα πω ότι μου θυμίζουν και King Crimson (αγαπημένοι του Piggy), αλλά σε καμία περίπτωση δεν ακολουθούν συγκεκριμένη φόρμα –έφτιαξαν δική τους, τη λένε χάος- και οδηγούν σε πιο δαιδαλώδη ηχοτόπια. Στη φωνή του Snake (Snake? Snake?! SNAAAAAKE!) διακρίνονται κάποιες μελωδικές «ασάφειες» οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να θεμελιώνονται ως απαραίτητο σημείο στην έκφραση των Βοεβόδων.

Το μπάσο; γιατί κανείς δε μιλάει για το μπάσο; Πολύ απλά, επειδή είναι το όργανο που κρατάει τη (δυσ)αρμονία, δεν άλλαξε ποτέ, από τον πρώτο δίσκο, και ο ήχος του Blacky έμεινε να θυμίζει σε όλους εμάς τις περήφανες ρίζες του συγκροτήματος. Ίσως γι’ αυτό όποιο άλμπουμ τους και να ακούσεις πάντα σου δημιουργεί μια οικεία αίσθηση, αλλά θα το εξετάσουμε ξανά αργότερα.

Μπορεί να μην αναφερθήκαμε σε αυτό, αλλά από το 1987, έχουμε μπει για τα καλά στην πιο αντιπροσωπευτική τριετία του ήχου των Voivod, η οποία άνοιξε με το “Killing Technology και θα κλείσει με το απίστευτο, απρόσμενο, ανεπανάληπτο (θα σταματήσω στο άλφα, τώρα που είναι νωρίς) “Nothingface”, του 1989.



Πριν φτάσουμε στο τέλος της πιο άγριας φύσης των αξιαγάπητων Καναδών, το κεφάλαιο “Dimension Hatröss” (1988) μας περιμένει. Ουσιαστικά αδελφό άλμπουμ με το προηγούμενο, προκύπτει το εξής παράδοξο:  ενώ ο ήχος παραμένει ουσιαστικά ίδιος, όλα έχουν αλλάξει. Η εκτέλεση είναι αιχμηρή και, στην πλειονότητά της, μεταλλική, αλλά στοιχεία της progressive ατμόσφαιρας που είναι το σήμα κατατεθέν της μπάντας (αν μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει κάτι τέτοιο σε μια συνεχώς ανανεούμενη οντότητα) εγκαθίστανται για τα καλά στις συνθέσεις. Το επόμενο βήμα θα βγάλει νόημα (αν και καθόλου αναμενόμενο) και τα “Technocratic Manipulators”, “Macrosolutions to Megaproblems” και “Psychic Vaccum” έχουν ήδη φροντίσει γι’ αυτό.

Η σκεπτόμενη, αντισυμβατική και μη συμμορφώσιμη με το κατεστημένο υπόσταση των στίχων ήταν πάντα μέρος της κληρονομιάς των Voivod, αλλά αυτό πρόκειται να αλλάξει σημαντικά, καθώς ενίονται στοιχεία που προσπερνάνε το υπαρκτό και το πραγματικό και εισάγουν την υπερβατικότητα ως στοιχείο της βοεβοδικής μυθοπλασίας.

Το 1989, το “Nothingface” είναι γεγονός. Μόνο το εισαγωγικό κομμάτι, ”The Unknown Knows” κρατάει το νήμα του παρελθόντος ίσα-ίσα για να μας δελεάσει στο εξωπραγματικό ταξίδι του. Από εκεί και μετά, το θάρρος του ακροατή είναι απαραίτητο για να συνεχίσει την οδό αυτή. Ένα σωρό εφέ και «μπλιμπλίκια» γίνονται μέρος της ηχοπλασίας, χωρίς τη φειδώ του “Killing Technology”, αλλά δίχως να πνίγουν το αποτέλεσμα. Η διασκευή στο “Astronomy Domine” με έστειλε πίσω στους Pink Floyd για φροντιστήριο. Δεν υπάρχει λόγος για εξειδικευμένη μνεία σε κάποιο από τα επιμέρους κομμάτια (“Inner Combustion”, αλλά δεν το άκουσες από εμένα), το LP κυλάει αβίαστα και σε τυλίγει με τη θαλπωρή της συνειδητοποίησης ότι το πρόσωπό σου θα μπορούσε να είναι στη θέση του κενού στο εξώφυλλο και να ζει όλη αυτήν την περιπέτεια.

Διαλέξτε εσείς το παρασκήνιο. Ακόμα καλύτερα, δημιουργήστε το. Τα κομμάτια βρίθουν διαχρονικών συνειδητοποιήσεων, πολλές φορές διαβάζοντας τον ίδιο στίχο, και ίσως να ήταν αυτός ο σκοπός του συγκροτήματος. Η μουσική αποτελεί ένα θαύμα, σαν το άλμπουμ των Coroner από το 1993 “Grin”. Ενώ δεν επηρέασαν (φανερά, τουλάχιστον) κάποιο μεταγενέστερο σχήμα, προέβλεψαν τα ρεύματα του ήχου που επρόκειτο να γεννηθούν. Η μόνη διαφορά είναι ότι το “Nothingface” δεν ήταν πιασάρικο, άφησε αυτό το χαρακτήρα για τον επόμενο, έκτο και πιο αμφιλεγόμενο δίσκο της μέχρι τότε πορείας τους, το “Angel Rat” του 1991.



Το “Angel Rat”, κάπως σαν το “Killing Technology” λειτούργησε σαν το «σκαλοπάτι» της ομαλής μετάβασης από το εσωστρεφές “Nothingface” στο πιο άμεσο και κοινωνικό “The Outer Limits”. Έχοντας πλέον περάσει στην MCA, οι Voivod παραδίδουν ένα άλμπουμ το οποίο αγκαλιάστηκε από τους κριτικούς, αλλά απέτυχε εμπορικά.

Το κοινό, ωστόσο τον αγκάλιασε μελλοντικά και πλέον αποτελεί αγαπημένο πολλών φίλων του συγκροτήματος. Πριν την κυκλοφορία του, ο Blacky αποχώρησε για πρώτη φορά από το συγκρότημα, το οποίο αποφάσισε να μην τον αντικαταστήσει απευθείας και πήρε session μπασίστα στη θέση του. Το άλμπουμ καθαυτό έθεσε τα θεμέλια για τις πιο πομπώδεις και “in-your-face” συνθέσεις που μονοπώλησαν τις μεταγενέστερες κυκλοφορίες και βρίσκουν την πρώτη αψεγάδιαστη μορφή τους «Στα Εξώτερα Όρια».

Το 1993, το έβδομο πόνημα τους (και προσωπικό αγαπημένο), “The Outer Limits”, βλέπει το φως της μέρας, με την ευθύνη του μπάσου στον Pierre St-Jean. Με το ξεκίνημα του άλμπουμ φαίνεται πως οι εναπομείναντες Piggy, Snake και Away δεν έχουν χάσει καθόλου το momentum τους και απαγάγουν με άνεση την προσοχή όποιου ακούσει τις πρώτες νότες του “Fix My Heart”. Με το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι τους (“Jack Luminous”) και με διασκευή στο “The Nile Song” των Pink Floyd συμπληρώνουν την παρέα του “Moonbeam Rider” και του “We Are Not Alone” προσφέροντας το καλύτερο μείγμα προοδευτικής και «προσβάσιμης» μουσικής. Η έτερη εμπορική αποτυχία του ίσως να ήταν αυτή που «έστειλε» στην έξοδο της σκηνής τον Snake, ο οποίος αποχώρησε μετά την κυκλοφορία του.

Με τη φυγή και του Snake, οι Piggy και Away φέρνουν τον Eric “E-Force” Forrest για να εξισορροπήσουν την κατάσταση, και με τον ίδιο στο μικρόφωνο και το μπάσο εξαπολύουν τον groove ορυμαγδό του Negatron. Απέχοντας παρασάγγας από ό,τι κι αν είχαν εξερευνήσει έως τότε και καβαλάνε το ρεύμα της εποχής το οποίο στήριζε περισσότερο τη γκρούβα και το βιομηχανικό ήχο, αφήνοντας λίγο χώρο για την progressive εποποιία του παρελθόντος. Το εγχείρημα πέτυχε, καθώς οι δύο στύλοι του παρελθόντος ήρθαν με απίστευτο απόθεμα αυτοπεποίθησης και στήριξαν το «νέοπα» χωρίς δεύτερη σκέψη. Η συνταγή επεκτάθηκε στο “Phobos”. Πριν πάμε στο 1997, αξίζει ιδιαίτερη μνεία στη συνεργασία των Voivod με τον JG Thirwell στο “D.N.A. (Don’t No Anything), το οποίο αποτελεί την πιο αποτρόπαια δημιουργία τους μέχρι σήμερα, με έναν industrial κόλαφο που θα ζήλευε κι ο θείος Al (Jourgensen).

Το 1997, το τελευταίο άλμπουμ των Voivod με τον E-Force θα έρθει με πιο μακροσκελείς και επικές συνθέσεις, χωρίς να αποχωρίζονται όμως το βάναυσο industrial στοιχείο. Ίσως ο πιο πειραματικός δίσκος τoυς, απέδειξε πως με όποιο είδος και αν καταπιαστούν είναι πέρα για πέρα ικανοί να το υποστηρίξουν και να το υιοθετήσουν. Ο χαρακτήρας του συγκροτήματος παρέμεινε αναλλοίωτος στο πέρασμα του χρόνου, βρισκόμενος σε δυναμική ισορροπία με τα εξωτερικά ερεθίσματα. Αν μη, τι άλλο, ο τίτλος του LP ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μία και μόνο ακρόαση του “Neutrino” θα πείσει και τον πιο απαιτητικό.



Το 1998, ένα ατύχημα θα οδηγήσει σε σοβαρό τραυματισμό τον E-Force, ο οποίος θα αποχωρήσει από το συγκρότημα, το οποίο μάλιστα θα διαλυθεί το 2001, το οποίο θα ανασυσταθεί ωστόσο σύντομα για να μας δώσει το ομώνυμο άλμπουμ της μπάντας το 2003, και τελευταίο της μπάντας με τον Piggy στην κιθάρα. Το “Voivod” φέρνει τον γνωστό σε όλους από τη θητεία του στους Metallica, Flotsam And Jetsam, αλλά και από το solo εγχείρημά του, Jason “Jasonic” Newsted στη θέση του μπάσου, ενώ στο μικρόφωνο επιστρέφει και μέχρι σήμερα ο Snake. Οι συνθέσεις αποκτούν έναν πιο καθαρό heavy metal χαρακτήρα, με ψήγματα της περασμένης prog κουλτούρας να ψιθυρίζουν ανάμεσα στις συνθέσεις. Ίσως το πιο αδύναμο εγχείρημα της μπάντας, καταφέρνει, ακόμα και μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια (τότε) να αναδείξει τον πραγματικό ήρωα του, τον Denis D’Amour.

Ο Piggy, ίσως ο πιο επιδέξιος κιθαρίστας που γνώρισε ποτέ το ευρύτερο metal στερέωμα, ποτέ δεν έχασε τις χαρακτηριστικές του ιλιγγιώδεις αλλαγές στο ρυθμό και την παντελώς αναρχική αντίληψή του για την αρμονία. Πάντοτε ήταν η κινητήριος δύναμη των Voivod. Ώθησε τους συμπαίκτες του στα όριά τους με σκοπό να μάθουν να είναι πραγματικοί μουσικοί, όπως εκείνος. Ακόμα και μετά τον πρόωρο θάνατό του από την επάρατη νόσο, άφησε πίσω του μουσική και ιδέες, ακόμη και τον τρόπο να υλοποιηθούν, οι οποίες κατέληξαν στα επόμενα δύο άλμπουμ, Katorz (2006) και Infini (2009).

Η πηγή έμπνευσης που άκουγε στο όνομα Denis D’Amour ήταν και η απαραίτητη ανάνηψη στο ηθικό των εναπομεινάντων ιδρυτικών μελών (o Newsted έφυγε μετά το Infini και επέστρεψε ο Blacky). Με τον Daniel “Chewy” Mongrain στην κιθάρα, τον μόνο που τόλμησε και κατάφερε να σταθεί επάξια στη θέση του Piggy, οι Voivod έγραψαν και κυκλοφόρησαν το δέκατο τρίτο άλμπουμ τους, το επικό και μακροσκελές “Target Earth”. Το πραγματικό όμως επίτευγμα του συγκροτήματος μετά το χαμό του αυθεντικού τους κιθαρίστα (αλλά και τη δεύτερη φυγή του Blacky, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Dominique “Rocky” Laroche) ήταν το “Post Society” του 2016. Ηχογραφημένο ζωντανά, με ελάχιστα overdubs, είναι το πιο φρέσκο EP της προοδευτικής σκηνής στην οποία ανήκουν που κυκλοφόρησε στη δεκαετία. Η διασκευή στο “Silver Machine” των Hawkwind είναι τόσο κολλητική, που, όταν τελειώσει το αλμπουμάκι (στο μισάωρο δηλαδή) θέλεις να το ακούς από το να σκουπίζεις το σπίτι μέχρι να βγάζεις βόλτα το σκύλο. Η ίδια ενέργεια με πριν από 33 χρόνια (αν θυμόσαστε τι λέγαμε στην αρχή).

Η χρυσή τριάδα στη Century Media κλείνει με το μεγαλεπίβολο “The Wake” της προηγούμενης χρονιάς, το οποίο είναι άνισο και η μεγάλη του διάρκεια δεν το κολακεύει σωστά, ωστόσο κλείνει με το “Sonic Mycelium”, το οποίο καταλαμβάνει λίγο παραπάνω από το 1/5 του άλμπουμ (και δεν κουράζει καθόλου).

Σκόπιμα σε αυτήν την ανασκόπιση άφησα απ’έξω τις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος, για δύο λόγους (ξανά). Πρώτον, επειδή θα είναι η πρώτη μου θέαση των Voivod στη σκηνή και επιθυμούσα μια πιο «παρθένα» (γραφικός) εμπειρία. Δεύτερον, επειδή η δισκογραφία και μόνο του συγκροτήματος αποτελεί ένα ταξίδι από το οποίο λαμβάνουμε τα συστατικά της επιτυχίας, με βασικό την πίστη στον εαυτό μας και την ευχαρίστηση από τις ασχολίες μας, όποιες κι αν είναι αυτές. Ο νους μας καθορίζει το υπόβαθρο των πράξεών μας, οι οποίες με τη σειρά τους καθορίζουν εμάς. Το παράδειγμα των Voivod έγκειται στη διάθεση που είχαν από τη σύλληψή τους. Να προχωρήσουν μπροστά. Και, παρά τις δυσκολίες που προέκυψαν στα σαράντα αυτά χρόνια, το αποτέλεσμα τους ήταν πάντοτε θετικό!

Rate this item
(2 votes)
back to top

Template Design © info@DrakontasGraphics.com | Managemenent by www.theLeaders.EU | All Rights Reserved Rockway.gr 2012

Top Desktop version